
Van Gogh

Van Gogh
Γράφει ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ στον αδελφό του Τεό: «Λένε –και το πιστεύω– ότι είναι δύσκολο να ξέρεις τον εαυτό σου, αλλά είναι εξίσου δύσκολο να τον ζωγραφίσεις. Αυτήν την εποχή, μιας και δεν έχω άλλο μοντέλο, δουλεύω πάνω σε δύο πορτρέτα μου. Το πρώτο το ξεκίνησα μόλις συνήλθα. Ημουν αδύνατος και ωχρός σαν φάντασμα. Είναι ένα πορτρέτο σε σκούρο μπλε χρώμα, με το χρώμα των μαλλιών να κιτρινίζει. Αλλά αμέσως μετά έπιασα το δεύτερο στο οποίο άλλαξα το φόντο, το ’κανα προς το γαλάζιο. Κι αν το προσέξεις, θα δεις ότι στο δεύτερο φαίνομαι υγιέστερος, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν θα χρειαστεί να σου επισημάνω τα της υγείας μου μέσα από το γράμμα που σου στέλνω…».
Οι αυτοπροσωπογραφίες των ζωγράφων δεν απασχολούν πολύ τους ιστορικούς τέχνης. Ο έντονος ναρκισσισμός λειτουργεί ανασταλτικά, λες και ο άνθρωπος–νάρκισσος δεν αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των κοινωνιών. Ομως οι αυτοπροσωπογραφίες, θελκτικές ή ωραιοποιημένες, χλευαστικές ή φανταστικές –από τον Ρέμπραντ και τον Σεζάν, ώς τον Πικάσο, τον Καντίνσκι, τον Λούσιαν Φρόιντ και τον Αντι Γουόρχολ– μοιάζουν με οδηγό προσέγγισης του συναισθηματισμού των ζωγράφων που λατρεύουν ή μισούν το επιτηδευμένο εγώ τους. Στις 13 Ιουλίου κυκλοφόρησε στη Βρετανία το βιβλίο της κριτικού τέχνης του «Ομπσέρβερ» Λάουρα Κάμμινγκ «A Face to the World», μια ενδιαφέρουσα δουλειά για την «εσωτερική αλήθεια» των ζωγράφων που φημίζονται για τις αυτοπροσωπογραφίες τους.
Αφετηρία του ζωγράφου είναι η εξερεύνηση του εαυτού του. Πιστότερος φίλος, ο καθρέφτης. Εξομολογείται, ποζάρει, ονειρεύεται μπροστά του, αλλά επιστρέφει νομοτελειακά στη βασανιστική κλασική δημιουργία. Το βλέμμα του περιφέρεται πάνω στο σώμα του, το ερωτεύεται, το αποτυπώνει, αλλά συχνά αποτυπώνει μόνο το πρόσωπο, την κινητήρια δύναμη που δραματοποιεί την εικόνα. Ενας τέτοιος ζωγράφος θα μπορούσε να είναι ο εκκεντρικός Εγκον Σίλε, έργα του οποίου είδαμε προ διετίας στην Αθήνα μαζί με Κλιμτ και Κόκοσκα.

Munch
Δεν είναι όμως μόνον η εξερεύνηση του είναι τους. Οχι. Οι ζωγράφοι θέλουν να εκτεθούν στο κοινό. Οπως σημειώνει στο βιβλίο της η Λάουρα Κάμμινγκ, o Νορβηγός ζωγράφος Ε. Munch στο «Self – Portrait in Hell» –γυμνός από τη μέση και πάνω– δεν αποτυπώνει μόνο τη μοναξιά της εγκατάλειψης που παρ’ ολίγον να τον οδηγήσει στην αυτοκτονία. Ουσιαστικά, προβαίνει σε δημόσιο Κατηγορώ (j’ accuse), εκθέτοντας την αυτοπροσωπογραφία του σε γκαλερί του Οσλο, όπου ο καθένας μπορεί να τη δει και ιδιαίτερα οι δημοσιογράφοι. Ερωτικές επιστολές, ιεραποστολικές δηλώσεις, σημειώματα για επικείμενη αυτοκτονία… όλα στο όνομα μιας στημένης ευκαιρίας. Μια προαναγγελθείσα επίδειξη!
Γιατί, τελικά, οι αρτίστες τοποθετούν τον εαυτό τους σε πρώτο πλάνο; Γιατί επιτρέπουν στους ιστορικούς της τέχνης να τους επικρίνουν για τον ναρκισσισμό τους; Ιστορικά, ποτέ δεν υπήρξε χρήμα ή και δόξα πίσω απ’ αυτή την τρέλα. Οι αυτοπροσωπογραφίες, σε αντίθεση με τα πορτρέτα, σπανίως θεωρούνται η κορύφωση της καλλιτεχνικής δημιουργίας των ανθρώπων τους, ακόμη κι αν πρόκειται για τον Ρέμπραντ ή τον Ντιέγκο Βελάσκεθ. Ομως, έχουν τη σημειολογία τους. Ο Γκόγια ζωγραφίζει τον εαυτό του στην αγκαλιά του γιατρού που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο: σύμβολο ευγνωμοσύνης και ντοκουμέντο. Ο Μουρίλο φτιάχνει το πορτρέτο του γιατί του το ζητούν τα παιδιά του και θέλει να τον θυμούνται. Ο Βαν Γκογκ περιγράφει στον αδελφό του πώς ήταν λίγο μετά την αρρώστια του…

Fr. Khalo
Ο καλλιτέχνης θεωρεί την αυτοπροσωπογραφία ενσάρκωση της τέχνης του. Ηχεί τόσο απλό και συνάμα τόσο περιεκτικό. Αλλά μήπως θέλει να διαπιστώσει ποιο πραγματικά είναι το πρόσωπο που βλέπει στον καθρέφτη; Πόση μοναξιά κουβαλάει και πόσο σκληρό είναι να το αφήνει να εκτίθεται στα μάτια των πολλών; Σ’ αυτή την ερμηνεία θα μπορούσαν να ενταχθούν ορισμένες από τις αυτοπροσωπογραφίες της Φρίντα Κάλο. Είναι σαν να γυρίζεις ένα ρούχο από την καλή στην ανάποδη ή και το αντίστροφο. Εδώ βρίσκεται το μυστικό της δουλειάς της, της δουλειάς των καλλιτεχνών, αλλά και η αλήθεια για το πώς επιθυμούν να τους δει ο άλλος ή πώς επιλέγουν να παρουσιάσουν τον εαυτό τους στον κόσμο…
Ο Ντεγκά έλεγε: «Ο δημιουργός μας έφτιαξε για να μοιάζουμε ο ένας στον άλλον». Ομως μοιάζουμε;
Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 19-7-2009
ριτς
ΥΓ.. Να περνάτε καλά
Ηταν από τις πρώτες παραστάσεις της που είχα παρακολουθήσει τις ενθουσιώδεις εποχές του Μεγάρου Μουσικής. Η Καμεράτα υπό τον Αλέξανδρο Μυράτ με ταξίδευε ως τη Βιέννη, το Βερολίνο, το Παρίσι, λες και δεν είχα ταξιδέψει ως τότε, λες και το αυτί μου ήταν αμάθητο στους ήχους των Φίλων της Μουσικής. Ο καιρός πέρασε, μαζί του και ο ενθουσιασμός των πρώτων μηνών. Τα πράγματα βρήκαν τη σειρά τους. Ψηλα, χαμηλά, τί σημασία έχει. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, ελάχιστες φορές επέστρεψα για να απολαύσω την Καμεράτα. Σε μια απ’ αυτές πρόσεξα ότι το κεφάλι του Μυράτ είχε αρχίσει να ασπρίζει. Τί λεπτομέρεια κι αυτή!
O Αλέξανδρος Μυράτ σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας στο Παρίσι και έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως μαέστρος το 1970, με την Εθνική Ορχήστρα του Μόντε Κάρλο. Είναι ιδρυτής της Ορχήστρας Νέων της Γαλλικής Κοινότητας στο Βέλγιο και της πρώτης Ορχήστρας Νέων της Γαλλίας, ενώ υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας της Πικαρδίας.
Προ ημερών, ο Γάλλος επίτροπος Ζακ Μπαρό εξέφρασε εμμέσως φόβους για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, αναφερόμενος στο μεταναστευτικό ρεύμα. Υπερβολικά ευαισθητοποιημένος ο Μπαρό; Μήπως υπερβολικά υποψιασμένος; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Εχουμε ξεφύγει αρκετά από την εποχή των προβληματισμών για τη δημοκρατία του Αλέξις ντε Τοκβίλ. Ο Τοκβίλ με την οξεία ιστορική διαίσθηση που διέθετε κατάλαβε κάποια στιγμή ότι η αριστοκρατική φάση των κοινωνιών είχε οριστικά παρέλθει και ότι η ελευθερία δεν θα μπορούσε να εδράζεται στους ευγενείς, στους λίγους δηλαδή («Ατομικισμός, επανάσταση και δημοκρατία», εκδόσεις Σαββάλας). Από την άλλη, η δυσπιστία του αριστοκράτη, που ήταν ο ίδιος, απέναντι στις μάζες που η δημοκρατία έφερε στο προσκήνιο δεν του επέτρεπε να εμπιστευθεί την ελευθερία στις πολλές «μέτριες» ψυχές των καινούργιων πρωταγωνιστών της ιστορίας. Του απέμενε επομένως μια λύση. Και τη βρήκε στους λίγους που η νομιμότητα της πολιτικής ύπαρξής τους δεν ανάγεται στην αριστοκρατική καταγωγή, αλλά στην ευγένεια της ψυχής τους… H ευγένεια ψυχής όμως στην εποχή μας επερίσσευσε.

Κι αν δεν φτάνουν αυτές οι πληροφορίες για να αποφτιαχτούμε , να πούμε ότι ναι μεν θα γιορτάσουν κάποιοι τα 800 χρονια του Κέιμπριτζ, αλλά ας μην πανηγυρίσουμε κι ολας γιατί ένα από τα σημαντικότερα τμήμτα διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών που βρίσκεται στο βρετανικό πανεπιστήμιο απειλείται με λουκέτο, εκτός αν….. Διαβάζω στην Ελευθεροτυπία ότι ο καθηγητής των Νεοελληνικών Σπουδών του Κέιμπριτζ Ντέιβιντ Χόλτον ήρθε στην Αθήνα για να ζητήσει την οικονομική στήριξη της έδρας του μετά τη συνταξιοδότησή του. Το Κέιμπριτζ, ελπίζει ότι ελληνικά υπουργεία, κοινωφελή ιδρύματα και χορηγοί θα συνδράμουν ώστε να συνεχίσει τα προγράμματά του Ενημερώνοντας το αθηναϊκό κοινό για τις εργασίες του Νεοελληνικού Τμήματος και την πολλαπλή προσφορά του επί σειρά δεκαετιών, οι καθηγητές που θα μιλήσουν, πιστεύουν ότι θα ευαισθητοποιήσουν κάποιους προκειμένου η έδρα να μην αναστείλει τη λειτουργία της. Βεβαίως, ίσως κάποιοι να μην κατανοούν ότι η ύπαρξή της σε ένα κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα όπως το Κέιμπριτζ (δεύτερο μετά το Χάρβαρντ στη γενική κατάταξη των πανεπιστημίων παγκοσμίως) περιποιεί τιμή για την Ελλάδα… Ναι , αυτό το τελευταίο είναι μια αλλη θλιβερή ιστορία για τις κρύες νύχτες του χειμώνα…