Προσωπα( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 31-10-2010)
Της Pιτσας Mασουρα
Θέλω, αφελώς, να πιστεύω ότι δεν ακροπατούμε στο χείλος του γκρεμού. Οτι δεν έχουμε εξαντλήσει το μέγιστο της συλλογικής μας ευθύνης απέναντι στον υπαρκτό κίνδυνο. Οτι κρατάμε απόθεμα για να το χρησιμοποιήσουμε την ύστατη ώρα. Οτι, αν οι συνθήκες το επιβάλλουν, θα απελευθερώσουμε εκατομμύρια σωματιδίων θάρρους και σθένους και θα ορθοποδήσουμε. Η πορεία του ελληνισμού δείχνει ότι τις περισσότερες φορές χρειάστηκε να υπάρξει το ελατήριο της εγρήγορσης για να ξεπεράσουμε τους λιλιπούτειους εαυτούς και τα συνηθισμένα όριά μας. Κατά καιρούς το έχουμε πετύχει, ακόμη κι αν έχει προηγηθεί μια συγκλονιστική περίοδος εσωτερικής διχόνοιας και μοχθηρίας, ακόμη κι αν έχουμε ζήσει σε περιβάλλον δυστοπικής κοινωνικής φαντασίας. Θα το πετύχουμε και τώρα;
Οι απαντήσεις δεν εξυπακούονται. Έχουμε όμως ένα περίεργο ιστορικό, ένα κουσούρι, συνδεδεμένο με τα χαρακτηριστικά της φυλής και τον γενετικό μας κώδικα. Μόλις αγγίζουμε την κορυφή των δυνατοτήτων μας, αδρανοποιούμαστε, ξεχνάμε τον αγώνα, την απώλεια, τον νεκρό, τον πόνο, τη σκιά, τα πάντα. Γινόμαστε ξανά ανθρωπάκια, τρέχουμε πίσω από πολιτικούς νάνους, αγωνιούμε για τις μικρές μας ανάγκες, τα ασήμαντα θέλω μας, εξαντλούμαστε σε διενέξεις. Άνθρωποι δίχως το βλέμμα να διασχίζει τους ορίζοντες και δίχως το μυαλό να αναζητάει οράματα, ίσως άπιαστα οράματα! Αντίθετα επιστρέφουμε στην πεπατημένη που σημαίνει υποταγή στις δεδομένες παθογένειες του συστήματος, αυτές που κλασικά απορρέουν από το κομματικό κράτος. Παθογένειες, σαν την πλεονεξία και τη φαυλότητα, όπως μας θυμίζει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος μιλώντας στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση, πού όμως; Στις ΗΠΑ, χώρα που οικοδομήθηκε πάνω σε δύο κυρίαρχες πολιτικο-θρησκευτικές θεωρίες: του Χομπς και του Καλβίνου. Πάνω στο ότι ο πόλεμος είναι συστατικό στοιχείο της ανθρωπότητας και ότι το καλό βρίσκεται σε διαρκή διαπάλη με το κακό. Επομένως, μήπως και αυτή τη φορά επιστρέψουμε δίχως ιδιαίτερη σκέψη σε τρόπους ζωής που μας οδήγησαν ως εδώ; Θα ήταν ολέθριο.
Είναι αλήθεια ότι ο Χομπς δύσκολα υποβαθμίζεται. Είναι ζήτημα λογικής. Ο πόλεμος αποτελεί τον κανόνα, ακόμη κι αν βρισκόμαστε σε περίοδο ειρήνης. Ο Ιμμάνουελ Καντ λέει ότι «τα κράτη ανταγωνίζονται ατέρμονα για την υπεροχή ως προς τον αριθμό των εξοπλισμένων ανδρών και με τα έξοδα που δημιουργούν από τους εξοπλισμούς κάνουν τελικά την ειρήνη πιο ανυπόφορη από έναν σύντομο πόλεμο». Σήμερα ο πόλεμος είναι οικονομικός. Δεν έχει ασπίδες, δόρατα, ή ψυχροπολεμικά «τζεϊμσμποντικά» εφευρήματα, αλλά παραμένει πόλεμος επιβίωσης, λειτουργώντας προς δύο κατευθύνσεις. Προς το εσωτερικό, όπου διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό και την αλληλεγγύη των γενεών και προς το εξωτερικό, στοχοποιώντας «μαζοχιστικά» κράτη και οργανισμούς που κτυπούν μπροστά στα έντρομα σώματα το μαστίγιο και απειλούν ότι αν δεν συμμορφωθούμε, η συντέλεια του… κράτους θα επέλθει από τη μια στιγμή στην άλλη.
Τι θα κάνουμε, λοιπόν; Θα υποχωρήσουμε στις εσωτερικές συγκρούσεις; Θα καταδίδουμε ο ένας τον άλλον, όπως συνέβαινε στην πρώην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Γερμανία; Θυμάστε τη «Ζωή των Αλλων»; Θα αφεθούμε στον λαϊκισμό των πολιτικών και στην ουτοπική θέση ότι πολλά θέματα επιλύονται νομοτελειακά; Ή θα παραδεχτούμε ότι έχουμε οριστικά περάσει στη Μεταδημοκρατία και να το παλέψουμε εκεί; Στη νεωτερική δημοκρατία κυριαρχεί ο ρόλος της πολιτικής. Αυτός προσδιορίζει και τις οικονομικές σχέσεις. Στη Μεταδημοκρατία η σχέση πολιτικής και οικονομίας αντιστρέφεται. Η πολιτική υποτάσσεται στην οικονομία. Σ’ αυτήν τη νέα μορφή της δημοκρατίας, η πολιτική δεν μπορεί να ελέγξει την οικονομία για έναν πολύ απλό λόγο: η οικονομία έχει προσλάβει διεθνείς διαστάσεις, λειτουργεί υποδόρια. Χωρίς δε να αμφισβητεί τις αρχές και τις λειτουργίες της δημοκρατίας διαπλέκεται με τους πολιτικούς θεσμούς. Τους υποσκάπτει και τους διαβρώνει. Στην πόρτα της Πολιτείας, οι λύκοι, οι λύκοι, γράφει ο Κωστής Παλαμάς. («Αισθήσεις και ψευδαισθήσεις της προόδου» – Μαριάνος Δ. Καράσης – εκδόσεις Αρμός.)
Εχει φτάσει η ώρα να αντιληφθούμε, ανεξαρτήτως του πώς ο καθένας από μας μετράει τις εξελίξεις και ανεξαρτήτως του πόσο στριμωγμένος και αγανακτισμένος αισθάνεται, ότι έχουμε μια πατρίδα και το πρόβλημα είναι πώς την θέλουμε και πώς θα την φροντίσουμε. Ζητούμενο, επομένως, το μέγιστο της συλλογικής ευθύνης. Αλλιώς σε λίγους καιρούς θα θυμίζουμε την ποδοπατημένη Μελισσάνθη του Μάνου Χατζιδάκι.


















