Μηνιαία αρχεία: Ιουλίου 2011
Η πλατεία, κάποτε και τώρα. Η Βερενίκη του αύριο…
![]()
Ο Ροϊδης, ο Καστοριάδης και εμείς.
«Διά τους σημερινούς Ελληνες, είναι η Ελλάς τόπος κατάλληλος μόνον προς γεροντικήν ανάπαυσιν και αιώνιον ύπνον. Πολύ προτιμοτέρα η εξορία παρά να ζη τις εντός του κοιμητηρίου….»
Ο πολύ αμφισβητηθείς Εμμανουήλ Ροΐδης μέσα από σκέψεις μεστές νοημάτων στιγμάτιζε την Ελλάδα της εποχής του. Ατυχώς, ποτέ δεν πρότεινε ουσιαστικές λύσεις και σπανίως ξεπερνούσε την παγίδα των διαπιστώσεων. Εξέφραζε όμως απόψεις που δεν απέχουν από τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, γι’ αυτό και πολλές φορές επιστρέφουμε σ’ αυτόν. «Κανένα άλλο έθνος, πλην του ελληνικού δεν διέθετε το πλεονέκτημα να έχει φίλους, οι οποίοι το αγαπούσαν», έγραψε στα «Ανθελληνικά» του. «Ουδέποτε υπό τοιαύτην έννοιαν έτυχε να ακούσωμεν να γίνεται λόγος περί Φιλάγγλων, Φιλιταλών, ή Φιλοτσέχων. Εν τη λέξει Φιλέλλην υπάρχει τι το απόζον προστασίας, συγκαταβάσεως και οιονεί ελεημοσύνης οφειλομένης κατ’ εξαίρεσιν εις μόνους τους Ελληνες, ως εις φυλήν στερουμένην σθένους, ικανού όπως εργασθή μόνη προς κατάκτησιν των όσων εκ της συμπαθείας των άλλων αναμένει…»
Θυμάμαι τη χρυσή εποχή της διακυβέρνησης Σημίτη. Τότε που επηρμένοι από την τεράστια εισροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων-δανείων αρμενίζαμε λίαν επιτυχημένοι, λίαν ικανοποιημένοι από τις ατομικές μας επιδόσεις, αλλά αδιάφοροι για τις εθνικές επιδόσεις και έχοντας εγκαταλείψει την κοπιαστική αγροτική ζωή, υιοθετούσαμε την άποψη που ήθελε την Ελλάδα να μετατρέπεται σε χώρα παροχής υπηρεσιών, «τόπον κατάλληλον προς γεροντικήν ανάπαυσιν» κατά Ροΐδη. Επικαιροποιώντας το, ονειρευόμασταν τη «Φλώριδα της Μεσογείου». Ατομα της τρίτης ηλικίας θα μας επισκέπτονταν και θα άφηναν τον ακριβό οβολό τους με αντάλλαγμα τουριστικές υπηρεσίες χαμηλού επιπέδου για να ανασύρουμε στην επιφάνεια το τουριστικό έκτρωμα «room to let» που πολλοί ξένοι νόμιζαν ότι αποτελεί κομμάτι της κουλτούρας μας. Δεν ξέρω αν τότε είχαμε πάθει αμόκ με τον φιλελληνισμό, παρ’ ότι πιστεύω πως από τον λόρδο Βύρωνα και εντεύθεν ποτέ δεν κόψαμε τον ομφάλιο λώρο αυτής της όλως διόλου ανεξήγητης υστερίας, της διαρκούς επιθυμίας να μας κατατάσσουν οι ξένοι στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους και κυρίως να μας παράσχουν χείρα βοηθείας. Φιλέλλην για μας ήταν ο ροϊδικός «πονόψυχος» άνθρωπος της Ευρώπης που θεωρούσε λογικό να μας ελεεί κι εμείς με τη σειρά μας θεωρούσαμε λογικό να τον εξαπατούμε. Τι στην οργή! Ποιος του έδωσε τα φώτα του πολιτισμού;
Διάβαζα προχθές στο γαλλικό περιοδικό «Le Point» συνέντευξη του Jean – Francois Mattei , Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα του βιβλίου «Proces de l’Europe» στην Catherine Golliau, κάτω από τον ιστορικά φορτισμένο τίτλο: «Χωρίς την Ελλάδα δεν υφίσταται ευρωπαϊκή κουλτούρα»… «Οφείλουμε τα πάντα στην αρχαία Ελλάδα. Η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο, η φιλοσοφία, η αστρονομία, τα μαθηματικά, η ανατομία, η ιδέα της δημοκρατίας έχουν εκεί την κοιτίδα τους. Η Αρχαία Ελλάδα διαδραμάτισε επαναστατικό ρόλο για τη σκέψη, κι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι αυτής της σκέψης. Οταν οι λαοί της Μεσοποταμίας και οι Αιγύπτιοι εναπόθεταν τη ζωή τους στους Θεούς, οι Ελληνες έριχναν στον κόσμο και στον άνθρωπο μια διεισδυτική ματιά, μια ματιά γεμάτη σκεπτικισμό…».
Σ’ αυτήν τη διαδεδομένη άποψη για τους Αρχαίους Ελληνες στηρίχθηκε η δική μας επιχειρηματολογία για την είσοδό μας στην ΕΟΚ, στην ΟΝΕ και σήμερα για να εισπράξουμε όσα «εκείνοι μας οφείλουν»! Μόνο που αυτή τη φορά, πέραν του ότι δεν είμαστε πια τα λατρευτά παιδιά της Ευρώπης, το κερασάκι της τούρτας έχει διανθιστεί με έναν χονδροειδέστατο εκβιασμό: ή μας δανείζετε ή σας βουλιάζουμε. Το ευρώ και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κινδυνεύει πραγματικά από μια χώρα που διαθέτει το πλεονέκτημα της γεωγραφικής υπεροχής και που όφειλε να γίνεται καθημερινό παράδειγμα προς μίμηση σε παγκόσμιο πια επίπεδο. Φαίνεται όμως ότι εξηγήσεις υπάρχουν. Τις βρήκα στον Καστοριάδη και τις μοιράζομαι μαζί σας.
Ο άνθρωπος, γράφει ο Καστοριάδης στην «Ελληνική Ιδιαιτερότητα», είναι το ον που κατακλύζεται από την ύβριν, τη λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης. Ο Ομηρος μας θυμίζει συνεχώς τη δυνατότητα των ανθρώπων να αποφασίζουν – το είδαμε στις περιπτώσεις του Αιγίσθου και του Οδυσσέα. Ο Ηρακλής επιλέγει επίσης ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία. Κι αργότερα συναντάμε τον Σόλωνα που στις αρχές του 6ου αιώνα λέει απευθυνόμενος στους Αθηναίους: μην παραπονιέστε για τον Δία, εσείς οι ίδιοι με τη βλακεία σας, με την κακία σας θα είστε η αιτία των δεινών που θα σας εύρουν… Εμείς τι επιλέγουμε; Γιατί αισθάνομαι ότι είμαστε ακριβώς στην τραγικότητα της ύβρεως, με ή χωρίς το μεσοπρόθεσμο, με ή χωρίς τον τεράστιο δανεισμό μας;
Τhe result of 20 years of corruption, tax evasion and ignoring reality
Του Ιάσωνα Αθανασιάδη… ( Iason Athanasiadis is a writer and photographer based in Istanbul and Kabul)
As school children in Athens, every year we practiced an alarming custom. At the end of the school year, we gathered our textbooks into a pile and burnt them in an act of rebellion against the rigidity of the educational system. Today, there is a parallel to that self-destructive behavior in the blame-game unfolding on Constitution Square as Greeks curse their democratically elected politicians for “lulling” them into two decades of easy credit, soft corruption, tax evasion and overspending.
But they selectively ignore that they consented to an unwritten social pact whereby demonstrably corrupt politicians conjured up a higher level of living in return for no questions asked. But if people didn’t know that Greece fiddled statistics to get into the European Union, then over-borrowed to fund the exaggerated lifestyles of corrupt politicians, many knew, perhaps only subconsciously, that foul play was afoot.
But in dealing with Brussels we were falling foul of another saying: Logareiazei xoris ton xenodoho (acting without taking the innkeeper into account). Today, although some blame must be apportioned to international institutions for encouraging Greece’s addiction to debt, almost no voices ask why Greeks knowingly lived beyond their means.
This refusal to deal with our past but rush to the soothing shelter of collective amnesia reminded me of the slightly bizarre experience of my Greek childhood. I grew up in Eighties Athens. I took for granted the embedded racism, clientilism and absence of meritocracy.
At sports events, the hooligans setting fires to the stadium, exploding fireworks into basket-ball arenas and pelting players with coins were described with quiet pride and a dash of admiration as “fanatics”. Criminals often organized escapes from supposedly high-security jails. Demonstrators rioted in the streets on political anniversaries while the police stood by impassively. Only later did I learn that the authorities viewed the rioting as an important pressure valve on society necessary for manipulating the political agenda.
Then it got even better. Entry into the EU was interpreted as a signal to become “Western”, ergo degenerate. Magazines featured scantily clad girls in suggestive poses as swaths of society plunged into a consumerist lifestyle unprecedented in Greek history.
When I moved to a school in London, I thought that all this and more was typical of every Western country and that Greek reality was normality. After all, raising your voice in protest at this paradigm resulted in getting shouted down as a xenerotos (pathetic) or floros (a dweeb). Now I spend some of my time in Kabul. In this failed state, with its massive corruption and a resurgent Taliban, it quite reminds me of home.






Περιφέρομαι στην πόλη μου και αναρωτιέμαι για όσα χάθηκαν στον χρόνο, όσα ασφυκτιούν στο πολυκαιρισμένο λεύκωμα και όσα δεν έχουν ακόμη συντελεστεί. Διασχίζω την πλατεία Συντάγματος. Προσπαθώ να μετρήσω τη βαριά ιστορία της. Επιλέγω τις μεταπολιτευτικές πολιτικές συγκεντρώσεις, «στημένες και μη» από τους σκηνοθέτες της τότε κρατικής ΕΡΤ. Η δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας και τα εύσημα των πολιτικών αρχηγών στους σκηνοθέτες. Ανασύρω την εικόνα από τα αλλαλάζοντα πλήθη, τα πούλμαν από την περιφέρεια, τον πολύχρωμο, αλλά κάθε φορά μονοχρωματικό σε σημαίες κόσμο, τους κομματικούς αρχηγούς να επενδύουν στην άγνοια και στο ευμετάβολο του ψηφοφόρου της πλατείας. Και επιστρέφω στο κενό της μεταπολεμικής Iστορίας. Συγκρατώ τις αφηγήσεις των παλιότερων για την έρημη πλατεία της χούντας, με το τανκ μπροστά στη Βουλή, τους φοβισμένους πολίτες, αλλά και τους τολμηρούς να αναζητούν ευκαιρίες μιας κατά μέτωπον σύγκρουσης με τους συνταγματάρχες. Μια δύναμη με ωθεί παραπέρα. Είναι η δύναμη των ανθρώπων που κατέκλυσαν την πλατεία και τους γύρω δρόμους. Είναι το δακρυσμένο πλήθος που συνόδευσε τον Γεώργιο Παπανδρέου στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ Νεκροταφείο.
