Φλος Ρουαγιάλ


doris_lessing.jpg

Βιαστική ενημερωση για τη Νομπελίσtα, της οποίας δεν έτυχε να διαβάσω ποτέ βιβλίο της και τώρα τρέχω…γιατί δεν είναι δυνατόν να μην γνωρίζω τη δουλειά μιας τόσο συμπαθητικής γριούλας που περνάει ανάμεσα μαςlessing.jpg βιαστική προς την εξόδο…

Εκανα φλος ρουαγιάλ μ΄αυτό το Νόμπελ!

Ντόρις Λέσινγκ. Μια κυρία, σε ένα σπίτι υπέροχο στα βόρεια περίχωρα του Λονδίνου. Ανεβαίνοντας συναντήσαμε στην άκρη της σκάλας μια κυρία που δεν έδειχνε να πλησιάζει τα 80, ( τόσο χρονων ήταν την εποχή της συνεντευξης που ακολουθεί στο Θανάση Λάλα του Βήματος ) αλλά είχε το αριστερό χέρι της μπαταρισμένο με έναν λευκό ελαστικό επίδεσμο και στο κεφάλι της ένα μαντίλι. Ηταν ντυμένη σαν ηρωίδα του Προυστ, φορούσε μαλακές μάλλινες παντόφλες και κοιτούσε τα μάτια μου με δύο μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια. «Μην ανησυχείτε για το χέρι μου», μου είπε δυο – τρεις φορές που βοηθώντας την να σηκωθεί το πίεσα λίγο περισσότερο και ίσως την πόνεσα. «Δεν είναι το καλό μου, αυτό που γράφω», είπε γελώντας κάποια άλλη στιγμή, για να συμπληρώσει: «Φροντίζω να χτυπάω, χρόνια τώρα, το χέρι που δεν είναι ικανό να κάνει κάποιον να ταξιδέψει από την Ελλάδα για να με συναντήσει».

Ντόρις Λέσινγκ. Μια κομμουνίστρια, με τον φεμινισμό παρά πόδα, μια κυρία που της αρέσει αυτό το δωμάτιο που με φιλοξενεί όσο συζητάμε γιατί είναι διαμπερές, γιατί το ένα παράθυρό του βλέπει στον δρόμο και το άλλο στον κήπο. Μια κυρία που όσο καιρό την πήρε να γίνει από παιδί γυναίκα έζησε στη Ροδεσία, στη μέση της ζούγκλας, μαθαίνοντας να συζητάει με τα ζώα χωρίς να χάσει τη βρετανική καταγωγή της. Ντόρις Λέσινγκ, μία από τις πιο εμπορικές ξένες συγγραφείς στη χώρα μας, που πιστεύει ότι «η δυσκολία οδηγεί στη γνώση», γι’ αυτό και με παρακαλεί να μην αναφέρω πουθενά στο κείμενο που θα γράψω γι’ αυτήν πού και πώς θα βρει κάποιος κάποιο βιβλίο της. «Προτιμώ όποιος το θελήσει να ψάξει να το βρει, γιατί μεγαλύτερη σημασία έχει να ψάχνει κάποιος από το να του το προσφέρει κάποιος άλλος στον δίσκο». Εγώ το μόνο που μπορώ να σας αποκαλύψω είναι ότι τα βιβλία της, όχι όλα, υπάρχουν μεταφρασμένα στη χώρα μας και αν δεν τα συναντήσατε ακόμη αξίζει τον κόπο να τα αναζητήσετε.



­ Πιστεύετε ότι οι αναγνώστες διαβάζοντας ένα βιβλίο κατανοούν καλύτερα την πραγματικότητα ή δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα που τους βοηθάει έστω και για λίγο να ξεφύγουν;

«Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με σιγουριά εν ονόματι των αναγνωστών!».

­ Γιατί;

«Γιατί συχνά οι αναγνώστες επινοούν πράγματα που ένας συγγραφέας δεν είχε καν κατά νου. Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Και να σας πω και κάτι άλλο. Η σημασία ενός βιβλίου ξέρετε από τι κρίνεται;».

­ Παρακαλώ, σας ακούω.

«Από τη δυνατότητα που δίνει στον αναγνώστη να διαβάσει την ίδια ιστορία με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Γι’ αυτό και για κάθε αναγνώστη είναι ένα άλλο βιβλίο το βιβλίο σου».

­ Παρεμπιπτόντως, εσείς πιστεύετε στον διαχωρισμό φαντασίας και πραγματικότητας;

«Μα κάνετε αυτές τις ερωτήσεις με τις οποίες πάλευαν οι φιλόσοφοι εδώ και αιώνες. (γέλια) Για μένα αυτή η καρέκλα είναι κάτι το συγκεκριμένο, που περιέχει και μία αφηρημένη ιδέα ή πολλές αφηρημένες ιδέες. Η φαντασία για μένα δεν συνυπάρχει απαραιτήτως με την πραγματικότητα, είναι αναγκαία όμως σε αυτόν που θέλει να υπερβεί το βουνό της πραγματικότητας και να δει πίσω από αυτό. Η φαντασία έχει να κάνει με το μεγάλο, το άπιαστο, το εξωπραγματικό, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Η φαντασία είναι που κάνει μια διήγηση μιας εμπειρίας ενός συγγραφέα λογοτεχνία. Από αυτό κρίνουμε την καλή και την κακή λογοτεχνία. Η κακή λογοτεχνία στερείται φαντασίας. Μετά, όταν λέμε πραγματικότητα, εννοούμε κάτι που κάνουν όλοι οι άνθρωποι, όπου και αν βρίσκονται. Δηλαδή, είναι μια πραγματικότητα ότι οι άνθρωποι, όπου και αν βρίσκονται, τρώνε γιατί πεινάνε. Αν μείνουμε σε αυτή την απλή διαπίστωση, δεν υπάρχει τίποτα να μάθουμε από αυτήν. Αν στη διαπίστωση αυτή προσδώσουμε και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τότε βλέπουμε ότι αλλιώς τρώνε στη Βρετανία όταν πεινάνε και αλλιώς στην Ελλάδα. Η καλή λογοτεχνία μαζί με όλα τα άλλα είναι και μια πηγή πληροφοριών. Διαβάζοντας έναν συγγραφέα μαθαίνεις και για τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής κάθε χώρας, της χώρας όπου ζει και δρα ο εκάστοτε συγγραφέας. Για μένα δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να γνωρίσεις μια χώρα παρά διαβάζοντας τη λογοτεχνία της. Κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο περιέχει την αποκάλυψη της χώρας όπου ζει ο συγγραφέας που το έγραψε».

­ Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου μας;

«Ναι, σίγουρα, και αυτό. Αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα και δεν πρέπει να το μπερδέψετε με αυτό που έλεγα πριν. Αλλο «έτσι ζουν οι άνθρωποι στην προεπαναστατική Ρωσία» και άλλο «τι σημαίνει ζωή»!».

­ Εσείς, όταν γράφετε, έχετε στο μυαλό σας τον μελλοντικό αναγνώστη σας;

«Οχι. Είναι μέγα λάθος αυτό. Και το κυριότερο, ποτέ δεν πρόκειται να ανησυχείς για τον αναγνώστη σου. Εχω γράψει βιβλία που πίστευα ότι ήταν ιδιαίτερα ακραία και διαβάστηκαν περισσότερο από όσο περίμενα. Και έγιναν πιο αποδεκτά από τα κοινώς αποδεκτά. Οι συγγραφείς που κάνουν το λάθος να συμπεριφέρονται γράφοντας σαν τους ανόητους γονείς δεν πρόκειται ποτέ να μάθουν από τους αναγνώστες».

­ Με συγχωρείτε που σας διακόπτω, αλλά όταν λέτε «που συμπεριφέρονται σαν τους ανόητους γονείς», τι εννοείτε; Ποιοι γονείς είναι ανόητοι;

«Αυτοί που πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θεωρούν ηθικό αυτό που και αυτοί θεωρούν ηθικό και ακραίο αυτό που θεωρούν αυτοί ακραίο».

­ Οι καλοί γονείς πώς θα έπρεπε να φέρονται;

«Για μένα κανείς δεν πρέπει να φέρεται παρά μόνο όπως μπορεί. Δηλαδή, οι καλοί γονείς είναι οι συνεπείς προς τον εαυτό τους. Αν η συνέπεια αυτή προς τα «θέλω» τους πλήττει το παιδί, είναι ένα γεγονός αναπόφευκτο. Κανείς δεν ξέρει τι θέλει ο άλλος απέναντι. Μόνο ένας βλάκας μπορεί να πει ότι ξέρει τι θέλει ο κόσμος!».

­ Και όμως αυτό συχνά ακούμε γύρω μας σήμερα ανθρώπους να το εκστομίζουν. (γέλια)

«Μα ο κόσμος μας γέμισε βλάκες, γεγονός αναμφισβήτητο! (γέλια) Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν γέμισε. Η αναλογία παραμένει ίδια. Αλλά στην εποχή μας τα μέσα προβάλλουν μετά μανίας τους βλάκες». (γέλια)

­ Γιατί;

«Γιατί νομίζουν ότι έτσι αποφεύγουν την κρίση και τη σύγκρουση. Ο βλάκας για μερικούς ανθρώπους της εξουσίας είναι ακίνδυνος, άρα είναι πιο καλά να προβάλλεις τον βλάκα, γιατί είναι του χεριού τους οι βλάκες. (γέλια) Ελα όμως που δεν είναι κανείς του χεριού τους. (γέλια) Και από τον βλάκα θα το βρουν. Και ο βλάκας δεν έχει τον νου να καταλάβει. Και στην καταστροφή είναι ο πιο καταστροφικός, δεν σταματάει γιατί δεν καταλαβαίνει, γι’ αυτό είναι βλάκας, δεν έχει τον μηχανισμό της κατανόησης».

­ Ποιος για σας δεν είναι βλάκας;

(χαμογελάει) «Αυτός που κινείται ξέροντας τι θέλει ο ίδιος. Ενας έξυπνος άνθρωπος ξέρει ότι, αν γίνει ο ίδιος ευτυχής, κάνει και τους γύρω του ή έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να κάνει και τους γύρω του. Αυτό όμως είναι θέμα καλής αγωγής».
­ Διαβάζατε τα πάντα; Είχατε συγγραφικά πρότυπα; Σε τι σας επηρέασαν;

«Ολοι σχεδόν οι μεγάλοι Ρώσοι. Υστερα ήταν οι Γάλλοι. Τελικώς νομίζω ότι οι συγγραφείς που με πήραν από το χέρι και με πέρασαν απέναντι, όταν δεν ήξερα να περνώ με ασφάλεια τους μεγάλους δρόμους, ήταν ο Προυστ, ο Σταντάλ, ο Τσέχωφ, ο Ντοστογέφσκι και ο Ομηρος».

Εχετε πιάσει τον εαυτό σας κάποιες στιγμές να σκέφτεται ότι το γράψιμο, το βιβλίο, είναι για σας μια βάρκα που μπορεί να κάνει την ψυχή σας να ταξιδεύει στην αιωνιότητα; Δηλαδή, να συνεχίσετε να ζείτε ενώ δεν θα υπάρχετε ως φυσική παρουσία. «Είμαι από τους ανθρώπους που δεν τους ενδιαφέρει ο θάνατος».

­ Ούτε η αθανασία;

«Οχι, όχι. «Θάνατος». Πω, πω, τι ωραία λέξη. Είναι τόσο διαφορετική από το «death». (γέλια) Αν ήμουν Ελληνίδα, ίσως λόγω της ωραιότητας της λέξης «θάνατος», να με ενδιέφερε και ο θάνατος. (γέλια) Τέλος πάντων. Να σας πω κάτι που πιστεύω;».

­ Σας ακούω.

«Για μένα ο θάνατος εμπεριέχει τη λύση για τη ζωή. Γι’ αυτό όταν σκέφτομαι τον θάνατο αναστατώνομαι. Είναι σαν να βρίσκομαι μπροστά σε μια πέτρα που, αν σηκώσω, θα μάθω το μυστικό της ζωής. Μόλις τη σηκώσω, όμως, δεν θα γλιτώσω. Θα μάθω το μυστικό, αλλά θα χάσω μεμιάς τη ζωή. Αυτή είναι η μάχη. Εχει νικητή και ηττημένο πάντα. Οσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο κατανοώ τι συνεχής πόλεμος είναι η ζωή. Δείτε τώρα εμένα. Παλεύω να κινηθώ γιατί έσπασα ένα μέλος μου. Μια τόσο δα αλλαγή στα δεδομένα σού προσθέτει ένα πολλαπλάσιο βάρος. Γι’ αυτό σας λέω. Δεν θα με πειράξει να πεθάνω… καθόλου. Αυτό που με ενοχλεί είναι οι μικρές απώλειες, ο μεθοδικός τρόπος που χαλάει σιγά – σιγά με τον καιρό το αυτοκίνητο και ενώ έχεις αυτοκίνητο ξαφνικά δεν μπορείς να πας στον προορισμό σου. Αυτό είναι το ανυπόφορο της ζωής και όχι ο θάνατος».

­ Υπάρχει μια στιγμή όπου είπατε: «Αξιζε που έζησα»;

«Δεν αξιολογώ ποτέ τις στιγμές που έζησα. Το μόνο που πάντα σκεφτόμουν είναι ότι, αφού βρισκόμαστε εδώ, πρέπει να προχωρήσουμε».

­ Υπάρχει μια ψευδαίσθηση που με το πέρασμα του χρόνου συνειδητοποιήσατε;

«Ναι. Ξεκίνησα πιστεύοντας στην ελευθερία των επιλογών. Σήμερα πια νιώθω ότι οι περισσότερες επιλογές για τη ζωή μας δεν είναι δικές μας. Πολύ σπάνια πιστεύω ότι επιλέγουμε χωρίς καμία πίεση από τους άλλους».

­ Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η λογοτεχνία, που είναι η πορεία στην ουσία, είναι κάτι που συγκινεί τους λίγους σε σχέση με αυτούς που συγκινεί η τηλεόραση, για παράδειγμα;

«Η λογοτεχνία ήταν πάντα χαρά για μια ελίτ. Γιατί η ουσία είναι η απόλαυση των λίγων. Και είναι η απόλαυση των λίγων γιατί μόνο λίγοι είναι διαθέσιμοι να αφιερώσουν χρόνο για την ουσία. Θα μπορούσαν και οι πολλοί να συναντηθούν με την ουσία, αλλά δεν θέλουν. Πιστεύω όμως ότι ο κόσμος έχει μια τάση στη χοντροκοπιά».

­ Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Οι μεγάλοι πόλεμοι που βιώσαμε αυτόν τον αιώνα μας έκαναν πιο βάρβαρους, μας έκαναν χειρότερους ανθρώπους. Η ουσία και το γούστο έχει να κάνει με τα μεγάλα διαστήματα ειρήνης. Πρέπει να έχεις λύσει την επιβίωση για να σκεφθείς τη ζωή. Οταν καταφέρουμε πάλι να ανοίξουμε παράθυρα και πόρτες στους τοίχους που μας περιτριγυρίζουν, θα καταλάβουμε ότι η ζωή δεν τελειώνει μέσα στη φυλακή μας».

­ Εσείς πότε για πρώτη φορά ανοίξατε σε έναν από τους τοίχους της ζωής σας παράθυρο;

«Οι πιο υψηλοί τοίχοι της ζωής όλων μας είναι στην αρχή οι γονείς μας. Εγώ αντιδρούσα πάντα σε όλη μου τη ζωή στη σχέση μου με τη μητέρα μου. Πολλοί που με ξέρουν λένε ότι η αντίδρασή μου αυτή ήταν θέμα χαρακτήρα. Εγώ δεν το πιστεύω».

­ Εσείς τι πιστεύετε;

«Πιστεύω ότι είναι φυσική η αντίδραση αυτή. Αλλωστε οι γονείς δεν διαλέγουν τα παιδιά τους ούτε τα παιδιά τους γονείς τους. Το κάθε παιδί είναι διαφορετικό. Εγώ απλώς ήμουν η λάθος κόρη για τη μητέρα μου. Κακοτυχία; Πείτε το όπως θέλετε. Εγώ λέω το μόνο που μπορώ να πω: «Συγγνώμη, μαμά»». (γέλια)
­ Υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπήσατε πολύ στη ζωή σας;

«Ναι, αλλά δεν θα σας το πω. Δεν μιλάω γι’ αυτό ποτέ. Μιλάμε μόνο για ό,τι δεν αγαπάμε. Ο,τι αγαπάμε πολύ το φυλάμε μέσα μας γιατί αυτό μας σώζει. Ο,τι μισούμε πρέπει να το βγάλουμε έξω, γιατί αλλιώς γίνεται σαράκι και μας τρώει. Αυτή είναι η πιο μεγάλη αλήθεια, κακά τα ψέματα».

­ Υπάρχει διαφορά μεταξύ αλήθειας και ψέματος; Και ποια;

«Η αλήθεια είναι όπλο φονικό και το ψέμα το μαλακότερο μπαμπάκι!».

( Από τη συνεντευξη της στον Θαναση Λαλα, για το Βήμα )

Με το Νόμπελ Λογοτεχνίας πέτυχα το «φλος ρουαγιάλ«, δήλωσε η βρετανίδα συγγραφέας, εκφράζοντας τη χαρά της που της απονεμήθηκε η ανώτατη αυτή τιμητική διάκριση. «Έχω κερδίσει όλα τα βραβεία στην Ευρώπη, όλα τα καταραμένα βραβεία. Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη που τα έχω κερδίσει όλα, όλα στο σύνολό τους…Αυτό είναι ένα ‘φλος ρουαγιάλ’«, δήλωσε αναφερόμενη στο παιγνίδι του πόκερ η 87χρονη Λέσινγκ σε δημοσιογράφους έξω από το σπίτι της στο Λονδίνο.

Ποιά είναι η Ντόρις Λέσινγκ
Γεννημένη στην Περσία (σημερινό Iράν) το 1919, η Nτόρις Λέσινγκ ήταν πέντε χρόνων όταν ακολούθησε τους Αγγλους γονείς της στη Nότια Pοδεσία (σημερινή Zιμπάμπουε).

Εχοντας περάσει τα παιδικά της χρόνια σε ένα μεγάλο αγρόκτημα αυτής της χώρας, εγκαταστάθηκε στην Aγγλία το 1949, φέρνοντας μαζί της το πρώτο της μυθιστόρημα, H Xλόη που Tραγουδά (The Singing Grass), το οποίο εκδόθηκε το 1950 και γνώρισε σημαντική επιτυχία στη Bρετανία, τις Hνωμένες Πολιτείες και άλλες δέκα ευρωπαϊκές χώρες.

Ως συγγραφέας, διακρίθηκε όχι μόνο για τα μυθιστορήματά της, αλλά και για τα δοκίμια και τα διηγήματά της. Για τη συλλογή διηγημάτων Πέντε (Five) τιμήθηκε με το Bραβείο Σόμερσετ Mομ.

Tο 1981, της απονεμήθηκε το Aυστριακό Kρατικό Bραβείο Eυρωπαϊκής Λογοτεχνίας και το 1982 το Bραβείο Σαίξπηρ της Oμοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Mεταξύ των γνωστότερων μυθιστορημάτων της συγκαταλέγονται η πεντάτομη σειρά Παιδιά της Bίας (Children of Violence), To Xρυσό Σημειωματάριο (The Golden Notebook), To Καλοκαίρι πριν το Σκοτάδι (The Summer Before the Dark) και Aναμνήσεις ενός Eπιζώντος (Memoirs of a Survivor).

Πολλά διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε δύο συλλογές που τιτλοφορούνται Στο Δωμάτιο Δεκαεννέα (To Room Ninetten) και O Πειρασμός του Tζακ Ορκνεϊ (The Tempation of Jack Orkney), ενώ τα αφρικανικά της διηγήματα εμφανίζονται στις συλλογές H Xώρα του Γέρου Φυλάρχου (This Was the Old Chief’s Country) και O Ηλιος στα Πόδια τους (The Sun Between their Feet).

Tο 1979, εκδόθηκε η Σικάστα (Shikasta), το πρώτο μιας σειράς πέντε μυθιστορημάτων με το γενικό τίτλο O Kάνωπος στο Αργος: Aρχεία (Canopus in Argos: Archives). Για το μυθιστόρημά της O Kαλός Tρομοκράτης (The Good Terrorist) τιμήθηκε το 1985 με το Λογοτεχνικό Bραβείο W. H. Smith.

Στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα βιβλία της Το πέμπτο παιδί (μτφρ. Aλέκος Mανωλίδης, 1988), Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι (μτφρ. Kαίτη Oικονόμου, 1991), Αναμνήσεις ενός επιζώντος (μτφρ. Mαίρη Kιτσικοπούλου, 1996), O Μπεν στον κόσμο (μτφρ. Pένα Xατχούτ, 2002).
«Κάτω από τα χέρια της ήταν μία δυνατή, φαρδιά πλάτη, με καστανές τριχούλες και από τις δυο πλευρές της ραχοκοκκαλιάς κι ένα χαλάκι από υγρή γούνα στους ώμους: έτσι της φαινόταν, σαν να έπλενε ένα σκυλί». Το 1988 η βρετανίδα συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ έφερε στον λογοτεχνικό κόσμο τον Μπεν, έναν πλάσμα που έμοιαζε με άνθρωπο στην εμφάνιση και με ζώο στα ένστικτα. Πρόκειται για τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Το Πέμπτο Παιδί (μετάφραση Αλέκος Μανωλίδης, εκδόσεις Καστανιώτη), ένα βιβλίο που περιγράφει τον ερχομό του Μπεν σε μια ειδυλλιακή, μεσοαστική οικογένεια του Λονδίνου, καθώς και τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Το τέλος του βιβλίου αφήνει τη μητέρα του ήρωα να αναρωτιέται για το μέλλον του: «Κάποια μέρα, όμως, μπορεί κάποιος ερασιτέχνης μελετητής της ανθρώπινης ψυχής, ίσως ένας ανορθόδοξος ανθρωπολόγος, να έβλεπε αληθινά τον Μπεν και να παραδεχόταν την αλήθεια. Θα κέντριζε την περιέργειά του – και μετά τί;». Σε αυτό το ερώτημα αποφάσισε να δώσει απάντηση η Λέσινγκ, δώδεκα χρόνια αφού το έθεσε για πρώτη φορά. Ως απάντηση πήρε το δημιούργημά της που είχε αφήσει σε ηλικία δέκα οκτώ ετών και το έστειλε στον κόσμο.



Η Ντόρις Λέσινγκ


Το δεύτερο βιβλίο όμως είναι πολύ διαφορετικό από το πρώτο. Το Πέμπτο Παιδί ήταν το πλάσμα που βασάνισε τη μητέρα του στην εγκυμοσύνη και στον τοκετό, σκότωσε με ικανοποίηση τα κατοικίδια της οικογενείας, απείλησε τα αδέρφια του και μπορούσε να καταλαγιάσει τα φονικά του ένστικτα μόνο υπό τον φόβο της απειλής ότι θα το ξαναστείλουν στο ίδρυμα. Στο Ο Μπεν στον Κόσμο η οπτική γωνία είναι εντελώς διαφορετική και το ίδιο πλάσμα από θύτης γίνεται θύμα. Ο Μπεν ζει για λίγο καιρό με μια γριά γυναίκα που τον παίρνει υπό την προστασία της. Στη συνέχεια γνωρίζει μια πόρνη που τον συμπαθεί, αλλά ο προστάτης της εκμεταλλεύεται την αφέλειά του και τον πείθει να μεταφέρει ναρκωτικά και καταλήγει στη Νίκαια. Εκεί γνωρίζει έναν σκηνοθέτη που εντυπωσιάζεται από το μέγεθός του και του ζητεί να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία του ως ένα είδος εξωγήινου-Νεάντερταλ. Ο σκηνοθέτης πηγαίνει τον Μπεν στο Ρίο, όπου γνωρίζει μια άλλη γυναίκα που τον προστατεύει και στη συνέχεια τον σώζει από τον κακό επιστήμονα που τον απαγάγει και τον κλείνει σε κελί για να κάνει πάνω του πειράματα. Με λίγα λόγια, κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος απέναντι στον Μπεν: οι άνθρωποι που τον συναντούν είτε τον βοηθούν σαν καλοί Σαμαρείτες είτε τον εκμεταλλεύονται. Ως αποτέλεσμα, ενώ το κλίμα στο πρώτο βιβλίο αποπνέει τρόμο, στο δεύτερο ο αναγνώστης γεμίζει από οίκτο και θλίψη.Η Λέσινγκ καταφέρνει κάτι ιδιαίτερα δύσκολο: κάνει τον αναγνώστη να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια του Μπεν, με την οπτική γωνία ενός ζωώδους πλάσματος που περιφέρεται πληγωμένο σε έναν κόσμο όπου δεν ανήκει, γιατί κανείς δεν αναγνωρίζει πάνω του κάτι οικείο, αλλά και ο ίδιος δεν μπορεί να βρει τους όμοιούς του. Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα καθώς η ενηλικίωση φέρνει στην επιφάνεια έντονες σεξουαλικές επιθυμίες αλλά και τη λαχτάρα για συντροφικότητα.

Μέσα σε αυτή τη συγκινησιακή λίμνη, οι ισορροπίες δεν είναι πάντα πετυχημένες. Η πλοκή προκαλεί αισθήματα που καμιά φορά ξεπερνούν τα όρια, γίνονται κλισέ και αρχίζουν να ενοχλούν. Υπάρχουν όμως και μηνύματα που προκαλούν, όπως η σκέψη ότι τα ένστικτα του Μπεν είναι άγρια, εφόσον όμως αυτό οφείλεται στη φύση του, είναι αθώος. Η στάση της Λέσινγκ απέναντι στον Μπεν και στα δύο βιβλία φαίνεται να είναι αμφίθυμη και με το Ο Μπεν στον Κόσμο δείχνει να θέλει περισσότερο να ξεφορτωθεί το δημιούργημά της παρά να το ολοκληρώσει. Ως αποτέλεσμα, το τέρας που δημιούργησε είναι μεγαλύτερο από ό,τι φαντάζεται

Από το Βήμα, 2003

Advertisements

8 thoughts on “Φλος Ρουαγιάλ

  1. Ρίτσα μου, να τη διαβάσεις – πραγματικά αξίζει, και θα σου αρέσει.
    Αν και δεν κυκλοφορούσαν πολλά βιβλία της εδώ, αλλά φαντάζομαι τώρα θα αλλάξει αυτό.

    Καλησπέρα, καλή εβδομάδα. 🙂

  2. Ναι, νομίζω ότι κυκλοφορούν ηδη αρκετά και θα επανακυκλοφορήσουν με την ευκαιρία. Πώς μου ξεφυγε ομως ; Αυτά παθαινουν αυτοί που ξημεροβραδιαζονται με τον Μπους και την παρεα του. Καταντούν γραφικοί

  3. Γραφικοί με τέτοιο αφιέρωμα _έστω και μετανομπελικό; E , όχι δα!
    (και ναι, να τη διαβάσεις, θα σου αρέσει!)
    :)))
    Kαλή εβδομάδα!

  4. καλησπέρα καλή μου. Ελπίζω να σε βρισκω καλά. Και σ ευχαριστω που με ενισχύεις, γιατί πολλές φορές πελαγώνω και η ημιμόρφωση με σκοτώνει καθε μερα και από λίγο. Δεν μπορώ ομως να ξεφύγω με τίποτα. Μια ηλικιωμένη κυρία, σπουδαία γενικώς, όταν της εθεσα αυτό το θέμα, μου απάντησε με ύφος στωϊκό και ψύχραιμο ότι όσο θα μεγαλώνεις , θα μεγαλώνει κι αυτό το συναίσθημα. Γι αυτό , ελεγξε το εγκαιρως

  5. Όταν βγαίνω από βιβλιοπωλείο, θέλω να τρέξω στο κοντινότερο φαρμακείο να αγοράσω αντικαταθλιπτικά. Γιατί η καρδιά μου είναι σφιγμένη στη σκέψη ότι ποτέ, ποτέ, ακόμη κι αν πεθάνω στα εκατό (που με τίποτε δεν μου το εύχομαι) δεν θα προλάβω να διαβάσω έστω ένα μικρό ποσοστό από αυτά που ήδη θα ‘θελα να είχα ήδη διαβάσει, προγραμματίζω να διαβάσω από τα έως τώρα υπάρχοντα και θα θελήσω να διαβάσω από τα βιβλία που θα συνεχίσουν να γράφονται στο μέλλον. Με τρελαίνει η σκέψη αυτή. Δεν το βιώνω ως ημιμόρφωση (που τέτοια είναι)· είναι απλώς επιθυμία, αλλά ανεξέλεγχτη, απαρηγόρητη επιθυμία να επικοινωνώ με τον κόσμο γύρω μου μέσω του γραπτού λόγου και μέσω της σκέψης των άλλων ανθρώπων. Και όσο μεγαλώνω μου συμβαίνει το οξύμωρο η επιθυμία αυτή να μεγαλώνει επίσης, όπως σωστά σου είπε η ηλικιωμένη κυρία, αλλά το ίδιο να μεγαλώνει και η _παραμερισμένη μέχρι τώρα_ επιθυμία για πιο απλές χαρές της καθημερινότητας και για πραγματική ζωή.
    Δεν ξέρω αν είμαστε βιβλιοφρικιά ή γραφικές, πάντως σίγουρα δεν είμαστε οι μόνες.
    (Το «εγκαίρως» η συμβουλάτοράς σου σε ποια ηλικία περίπου το τοποθετεί _για να ξέρω αν έχω ακόμη ελπίδα;
    🙂
    Καλή σου νύχτα

  6. Aγαπητή μου φίλη, γυρω στα πενήντα, γιατί θεωρεί ότι σαυτη την ηλικία εχει επέλθει η απαρχή μιας λογικής ωριμότητας, αυτής που δεν ειναι εξεζητημένη, αλλά ουτε και πρωιμη, αρα καταλληλη για να βάλει καποιος τετάρτη και να τρέχει….
    Δεν μου ειπες για τη βροχή ; πού μένεις ;

    Τωρα, αν ειμαστε γραφικές ή βιβλιοφρικιά, εγω ν οιωθω ουτως η αλλως φρικιό από κάθε άποψη, αλλά πολύ καθως πρέπει φρικιό.
    σε φιλώ

  7. Δηλαδή το ελέγχω ή τώρα ή ποτέ !!!(Πέρασα έξω από την ΠΟΛΙΤΕΙΑ, το πρωί και απέστρεψα το βλέμμα μόνο και μόνο γιατί έχω αδιάβαστα βιβλία στο σπίτι και δεν θέλω να νιώθω καταναλώτρια).

    Νεό Ηράκλειο μένω. Και παρά το κρύο, δεν έβρεξε ούτε χθες, ρε γμτ!

    Σε φιλώ κι εγώ, καλή σου μέρα (και συγγνώμη που μετέτρεψα τα σχόλια σε μέιλ, έτσι «βγήκε», μη φοβάσαι, δεν θα το κάνω συχνά!)
    :)))))

  8. just me , Α, μην ανησυχείς. Μου αρεσει η κουβεντούλα και την απολαμβάνω οποτε μπορώ
    Μενω Γλυφάδα, εβρεξε πολύ, μυρισε το χώμα, καθάρισε η ατμόσφαιρα….Περνάω συχνά εξω και μπαινω μεσα σε βιβλιοπωλεία – κατι σαν βιτσιο δηλαδή – αλλά βγαινω σε κατασταση πανικού γιατί ειναι τόση η υπερπροσφορά -καλή ή κακή δεν ειναι το θέμα – ώστε αναρωτιεμαι πόσες ζωες θα χρειαζόμουν για να τα ξεφυλλισω μονο,
    Καλημερα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s