Ο Τζον ΜακΜπους και η επιστροφή της ήπιας δύναμης

Αν οι προβλέψεις είναι σωστές, ο ήπιος πραγματισμός επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μαζί του όμως επιστρέφει και η ελπίδα ότι ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου θα επιδιώξει να αποκαταστήσει τη χαμένη αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών. Μπορεί προς το παρόν ο Μπαράκ Ομπάμα να αποκαλεί τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του Τζον Μακ Μπους (!),ταυτίζοντάς τον με τον πρόκατόχο του πρόεδρο Μπους, μπορεί επίσης ο Τζον ΜακΚέην να χαρακτηρίζει αφελή τον Ομπάμα που θέλει να διαπραγματευτεί με το Ιράν, την Κούβα ή τη Β. Κορέα, αλλά οι ομοιότητες ως προς τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής είναι πλέον πολλές. Και οι δύο υποψήφιοι στηρίζουν τη διεθνή συνεργασία.

Ποιος αμφισβητεί ότι η οκταετία Μπους υπήρξε τραυματική; Ούτε καν ο Τόνι Μπλερ, ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής του προέδρου. Η προσφυγή στη βία σφράγισε την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον, ενώ η διπλωματία απαξιώθηκε όσο ποτέ στο παρελθόν. Και μέσα από την ηγεμονική μέθη, την αλαζονεία των Ευαγγελικών, αλλά και το διαρκές κυνήγι μαγισσών, οι Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν να φαντάζουν χώρα αποκομμένη από την πορεία της ανθρωπότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και κάποια στοιχειώδη δείγματα άσκησης ορθής πολιτικής να εξανεμίζονται μέσα απ’ τα ερείπια των πολέμων.

Ελάχιστους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, οι δύο υποψήφιοι -η Χίλαρι Κλίντον θεωρείται καμένο χαρτί- κρατούν σαφείς αποστάσεις από τις φιλοπόλεμες διαθέσεις του Λευκού Οίκου. Βαρύ το φορτίο για να το επωμιστούν, άσε που τρομοκρατούνται ακόμη και στη σκέψη ότι μπορεί να διαδεχθούν τον Μπους στον ρόλο του μαγνήτη του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Στο κάτω κάτω οι σημερινές συνθήκες επιβάλλουν αποσυμφόρηση των κρίσεων, καθώς η Ευρώπη παραμένει διστακτικός εταίρος, η Ασία εξελίσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ενώ το αδύναμο δολάριο ενδυναμώνει τις πλούσιες ενεργειακά Μόσχα και Τεχεράνη. Πράγμα που σημαίνει ότι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει να ενστερνιστεί τη λογική της ήπιας δύναμης, που ελαχιστοποιεί τις διαφορές, επεκτείνει τις κοινές αξίες και ενισχύει τον διάλογο.

Ο Μπαράκ Ομπάμα έχει δημοσίως δηλώσει ότι, αν εκλεγεί, θα επιλέξει την πολιτική του καρότου κι όχι αυτήν του μαστιγίου. Διπλωματικά προσηνής εμφανίζεται και ο ΜακΚέην, ο, οποίος επιθυμεί να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που λέγεται βασανιστήρια κρατουμένων και να απαλλαγεί η χώρα από το στίγμα του Γκουαντάναμο.

Παράλληλα ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος βλέπει με καλό μάτι τις συνομιλίες με τη Χαμάς και τοποθετεί την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ γύρω στο 2013. Ως προς το Ιράν, ο ΜακΚέην συμπλέει με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μάλιστα δεν θα δίσταζε να στηρίξει επαφές ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ιρανική κυβέρνηση, αν και όχι σε προεδρικό επίπεδο.

Ο κόσμος δεν είναι η απεικόνιση του καλού και του κακού. Είναι ένας τόπος διαφορετικών συμφερόντων και αξιών, τα οποία ο έξυπνος πολιτικός αντιλαμβάνεται εγκαίρως και εκμεταλλεύεται προς όφελος της πατρίδας του. Κι αν κάτι αναδεικνύεται μέσα από τις προεκλογικές δηλώσεις των δύο υποψηφίων είναι ότι το χέρι που δεν μπορείς να το κόψεις, φίλα το. Αυτό κι αν είναι ήπιος πραγματισμός!

ριτς

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 29-5-2008

Τσόμσκι και Λατινική Αμερική

Μια χαμένη…

… υπόθεση για την αμερικανική πολιτική. Έτσι χαρακτηρίζει τη Λατινική Αμερική ο Νόαμ Τσόμσκι στο «Ελ Εσπεκταντόρ». Αυτό είναι το μόνο βέβαιο από την πολιτική κληρονομιά που αφήνει πίσω του ο απερχόμενος πρόεδρος Μπους, λέει ο Αμερικανός καθηγητής σε συνέντευξή του στο κολομβιανό περιοδικό.

Ο άνθρωπος…

… αυτός, λέει ο Τσόμσκι, καταστρέφει ό,τι αγγίζει. Σε διεθνές επίπεδο, προκάλεσε μια απίστευτη καταστροφή στο Ιράκ και έβλαψε την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό. Η εσωτερική πολιτική του, η πιο ζοφερή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βύθισε τη χώρα σε μια οικονομική κρίση τεραστίων διαστάσεων. Μα η πιο παταγώδης αποτυχία του ήταν στη Λατινική Αμερική.

Η αποτυχία…

… αυτή είναι εμφανής στις δημοσκοπήσεις που γίνονται στην περιοχή. «Η εχθρότητα έναντι των ΗΠΑ και της εξωτερικής πολιτικής τους αυξήθηκε στη διάρκεια της προεδρίας του Μπους», διαπιστώνει ο Νόαμ Τσόμσκι. «Τόσο η κυβέρνησή του όσο και οι ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων ανησυχούν ιδιαίτερα γι΄ αυτό που συμβαίνει στη Λατινική Αμερική, με εξαίρεση την Κολομβία. Οι ΗΠΑ πάντα θεωρούσαν δεδομένο πως θα είχαν κάτω από την κυριαρχία τους και τον έλεγχό τους τη Λατινική Αμερική, τον φυσικό πλούτο της, τις επενδύσεις της, τις κυβερνήσεις της». Η λογική των αμερικανικών κυβερνήσεων ήταν απλή: Αν δεν μπορέσουμε να ελέγξουμε τη Λατινική Αμερική, πώς θα μπορέσουμε να ελέγξουμε τον υπόλοιπο κόσμο; «Τώρα, για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Λατινική Αμερική βρίσκεται εκτός ελέγχου. Και επιδιώκει την ενοποίησή της, όπως δείχνουν η συγκρότηση της Τράπεζας του Νότου και οι σύνοδοι κορυφής των ηγετών της στην Κοτσαμπάμπα, όπου συζητούν το ενδεχόμενο μιας ένωσης όπως η ευρωπαϊκή». Με όλες αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις όμως, προς τα πού κατευθύνεται τώρα η Λατινική Αμερική; «Για πρώτη φορά, οι περισσότερες χώρες της ηπείρου σκύβουν πάνω στα σοβαρά εσωτερικά προβλήματά τους. Και αυτή η εξέλιξη είναι πολύ ανησυχητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο παρελθόν μπορούσαν να ελέγχουν αυτές τις χώρες με δύο τρόπους: ο ένας ήταν η βία και ο άλλος ο οικονομικός στραγγαλισμός. Η Κολομβία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 1962, ο πρόεδρος Κέννεντυ έστειλε στην Κολομβία ειδικές δυνάμεις ως συμβούλους των κολομβιανών στρατιωτικών δυνάμεων. Η συμβουλή που τους έδωσαν ήταν να ελέγξουν τον πληθυσμό με παραστρατιωτική τρομοκρατία. Όσο κι αν ήταν ήδη βίαιη η κοινωνία της χώρας, αυτό άλλαξε τον χαρακτήρα των Κολομβιανών στρατιωτικών. Η αμερικανική συμβουλή εφαρμόστηκε με τρομερές συνέπειες».

Η χρήση…

… βίας για να ανατρέπονται κυβερνήσεις και να εγκαθίστανται δικτατορίες δεν είναι σήμερα τόσο εύκολη όσο ήταν κάποτε. Την τελευταία φορά που επιχειρήθηκε, λέει ο Τσόμσκι, στη Βενεζουέλα το 2002, απέτυχε, επειδή συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Όταν λοιπόν οι Αμερικανοί μιλούν σήμερα για την «απειλή του Τσάβες», απλώς ομολογούν την αποτυχία της πολιτικής τους στην περιοχή.

Ρουσσος Βρανάς από τα ΝΕΑ
salsa with fever for ever

Το πολωτικό κλίμα της Μέσης Ανατολής

John Lennon Imagine

Το 1973, λίγο μετά το τέλος της μεγάλης εβραϊκής γιορτής του Γιομ Κιπούρ, το Ισραήλ περικύκλωσε την Τρίτη Στρατιά της Αιγύπτου στη Χερσόνησο του Σινά και κατευθυνόταν προς το Κάιρο, προδιαγράφοντας ουσιαστικά μια συντριπτική ήττα της Αιγύπτου. Ο 4ος αραβο-ισραηλινός πόλεμος κινδύνευσε να λάβει διεθνείς διαστάσεις, καθώς η Σοβιετική Ενωση απείλησε με την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων. Κι ήταν τελικά ο Αμερικανός πρόεδρος Νίξον που σήκωσε το τηλέφωνο και «νουθέτησε» τους Ισραηλινούς, ανοίγοντας το δρόμο για την αποκλιμάκωση της κρίσης. Το 1982, στην εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο, τα ισραηλινά στρατεύματα προετοιμάζονταν πυρετωδώς να εισβάλουν στον μουσουλμανικό δυτικό τομέα της Bηρυτού μετά τη δολοφονία του Λιβανέζου προέδρου Τζεμαγιέλ. Μια τέτοια κίνηση θα ενέπλεκε τη Συρία και θα διεύρυνε το πολεμικό μέτωπο. Αυτή τη φορά ήταν ο Ρίγκαν αυτός που ζήτησε αυτοσυγκράτηση από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέγκιν, αλλάζοντας τη φορά των πραγμάτων. Το ίδιο συνέβη το 1991, στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Το Ιράκ εκτόξευσε 39 πυραύλους «Σκουντ» εναντίον του Ισραήλ, το οποίο ήταν έτοιμο να ανταποδώσει, καταφέροντας πλήγμα στην αντι-ιρακινή συμμαχία της εποχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απαίτησαν από το Ισραήλ να μην αναμειχθεί, όπως και συνέβη. Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει αυτού του είδους την παρεμβατική πολιτική πυροσβεστική.

 

Σήμερα η Ουάσιγκτον, έχει βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή της στο πολωτικό κλίμα της Μέσης Ανατολής, προϊδεάζοντάς μας για τη μεγαλύτερη γεωπολιτική και στρατηγική ανατροπή των τελευταίων δεκαετιών. Η δυνατότητα επομένως να επαναληφθεί το παράδειγμα του Νίξον, του Ρίγκαν, του Κλίντον ή του Αϊζενχάουερ το 1956 εξαφανίζεται μέσα στο ομιχλώδες τοπίο της συνεχούς και πολυεπίπεδης αντιπαλότητας. Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε παρέμβαση κάτω από τις παρούσες συνθήκες προϋποθέτει σαφή πολιτική βούληση των τοπικών παραγόντων, που όμως υφίσταται, καθώς φημολογείται η παραίτηση του Αμπάς. Αλλά πώς θα μπορούσε να προκύψει έστω κι αυτή όταν ο πρόεδρος Μπους επ’ ευκαιρία των 60 χρόνων από την ίδρυση του Ισραήλ εκφωνεί ενώπιον της Κνεσέτ μια ομιλία, γεμάτη πάθος και μονοδιάστατες δεσμεύσεις, ενώ αποφεύγει να αναφερθεί στο δράμα του παλαιστινιακού λαού; Οπως δε τόνισε Αραβας σχολιαστής, οι Ισραηλινοί έμειναν κατενθουσιασμένοι, όχι για όσα είπε ο πρόεδρος, αλλά για όσα δεν κατάφερε να πει! Τη μεθεπομένη, κι ενώ Αραβες και Παλαιστίνιοι ζουν σε συνθήκες απόλυτης σύγχυσης, ο ίδιος πρόεδρος εκφωνεί μια άλλη ομιλία στο Σαρμ ελ Σεΐχ -ενώπιον του αραβικού κόσμου αυτή τη φορά- όπου παρουσιάζει το διαβόητο όραμά του για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους, χωρίς να εξηγήσει πώς και με ποιο τρόπο θα το προωθήσει.

Ελάχιστοι γνωρίζουν τις λέξεις που χρησιμοποίησαν στο παρελθόν οι Αμερικανοί ηγέτες, θέλοντας να συγκρατήσουν την πολεμική ορμή του Ισραήλ, αν και κατανοούν ότι δεν συνέτρεχαν μόνο σοβαροί γεωπολιτικοί λόγοι, αλλά ότι και οι ΗΠΑ διέθεταν το ανάλογο κύρος. Να υποθέσουμε επομένως ότι εξέλειπαν οι προϋποθέσεις μιας πυροσβεστικής παρεμβατικής πολιτικής; Κι αν όχι, γιατί ο πρόεδρος Μπους αρνείται να αναφερθεί ενώπιον του Ισραήλ στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών; Γιατί κλείνει τα μάτια στην επέκταση των εβραϊκών εποικισμών και γιατί εμμέσως επικροτεί την πολιτική της συλλογικής τιμωρίας των ανθρώπων της Γάζας και του οικονομικού αποκλεισμού της;

Οσο η Αμερική δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα διακυβέρνησης της Χαμάς -κάτι που ήδη κάνει η Γαλλία- τόσο το κλίμα θα παραμένει βαθιά πολωτικό για όλους

 

rits

Δημοσιευθηκε στην Καθημερινή 22-5-2008

REM : Losing my religion

προχθές σε μεγάλη διεθνούς κύρους βρετανική εφημερίδα είδα μα τεράστια διαφήμιση περί…Θεού. Εγκριτοι επιστήμονες και σημαντικές προσωπικότητες τάσσονταν υπέρ ή κατά της θρησκείας. Ομολογώ ότι δεν αντελήφθην το νόημα αυτής της δημοσίευσης, θεωρώ όμως ότι όλη αυτή η κουβέντα γύρω από το θείον , το θεό και τις θρησκείες μάλλον αναμοχλεύει τα πάθη ( παντού στον κόσμο) αντί να αμβλύνει έννοιες που επί αιώνες καταδυνάστευσαν την ανθρωπότητα. Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα αυτορρυθμίζονται και το να επιμένεις προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση μόνο ζημιά προκαλεί και άλλου είδους συσπειρώσεις.

Ενα τραγούδι, αναλόγου περιεχομένου, μπορεί υπό προϋποθέσεις να φέρει καλύτερα αποτελέσματα από οποιαδήποτε άλλη βαθυστόχαστη ανάλυση που γίνεται από θρήσκους και μη θρήσκους ανθρώπους.

ριτς

Ο μύθος που λέγεται Ναταλία Μελά.

Το καλοκαίρι του 1983, φαντάζομαι στο σπίτι του στις Σπέτσες, ο αρχιτέκτονας Αρης Κωνσταντινίδης είχε σημειώσει στα χαρτιά του το εξής: «Αληθινό είναι και ό,τι έχει προϋπάρξει. Δηλαδή ό,τι έχει προκύψει σε περασμένα χρόνια και το ξαναβρίσκει μια σύγχρονη εποχή, μέσα από τους δικούς της πια τρόπους, κι αφού το ίδιο το είχε βρει η παλιά εποχή με τους δικούς της κι αυτή τρόπους. Μ’ άλλα λόγια ό,τι ξαναζωνταντεύει, επειδή το κρίνουμε αναγκαίο, ωφέλιμο και παραγωγικό…». (Αρης Κωνσταντινίδης «Η αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής, ημερολογιακά σημειώματα», εκδόσεις Αγρα).

Οταν το Σάββατο του Λαζάρου μπήκα φουριόζα στον καφενέ του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς -είχα ραντεβού μαζί της- είδα τη γλύπτρια Ναταλία Μελά περιτριγυρισμένη από το… κοινό της να τιτιβίζει σαν μαθητούδι των πρώτων τάξεων του γυμνασίου. Την πλησίασα και σκύβοντας να τη φιλήσω πρόσεξα ότι στο δεξί της χέρι φορούσε δύο βέρες: κάτι σαν διά βίου δέσμευση – υπόσχεση ζωής, ένας συνδετικός κρίκος με τον άνδρα της, τον αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη που έφυγε στα 80 του το 1993, όταν έκρινε (κακώς, ελέχθη εκ των υστέρων) ότι δεν είχε πια τίποτ’ άλλο να δώσει στην ελληνική κοινωνία και την αρχιτεκτονική.

Η Ναταλία Μελά με κοίταξε με αετίσιο βλέμμα -το να ‘σαι εγγονή του Παύλου Μελά δεν είναι αστεία υπόθεση- με περιεργάστηκε αστραπιαία και μου ‘κανε ένα κομπλιμάν από τα πιο ωραία που έχω ακούσει στη ζωή μου. Η ωριμότητα των κειμένων μου δεν ταιριάζει με τη νεανική μου παρουσία ή κάτι παρεμφερές, τέλος πάντων που μ’ έκανε να κοκκινίσω, αλλά και να απογειωθώ ταυτόχρονα. Προηγουμένως είχα περιπλανηθεί με μια αγαπημένη μου φίλη στις αίθουσες όπου το Μουσείο Μπενάκη παρουσίαζε την αναδρομική έκθεση της Ναταλίας Μελά με την αναπαράσταση και μερική μεταφορά του εργαστηρίου της από τον… στάβλο της Ρηγίλλης, όπως αποκαλούσε παλιότερα τον χώρο δημιουργίας της στην Αθήνα. Δεν είμαι μυημένη στη γλυπτική. Ανήκω στην κατηγορία του μέσου ανθρώπου που κρίνει με γνώμονα την υποκειμενική του αντίληψη. Ομως κάθε φορά που μπαίναμε σε μια καινούργια αίθουσα -η μια διαδέχονταν την άλλη, σαν να κινείτο πάνω σε ράγες η ίδια η ζωή της Ναταλίας- δεν μπορούσαμε να συγκρατήσουμε επιφωνήματα ενθουσιασμού. Είχαμε γίνει θορυβοποιοί. Κάθε χώρος κι ένα είδος τέχνης, ένας συμβολισμός, ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, η ίδια η ιστορία παρούσα.

Η Νάτα -το χαϊδευτικό της Ναταλίας- έχει δίπλωμα οξυγονοκολλητού. Ακου να δεις. Οχι τυχαία όμως. Μόνον έτσι κατάφερε να χρησιμοποιήσει έτοιμα υλικά, υλικά δουλεμένα στο χέρι από σιδεράδες της οδού Αθηνάς ή φερμένα από κάποιο ταξίδι της στη Μικρά Ασία για τις εξαιρετικά πρωτότυπες συνθέσεις της, όπως ο «Πολεμιστής», «οι Φρουροί», «ο Οίστρος», «ο αίγαγρος»… Ο Αρης Κωνσταντινίδης μοιράστηκε την αγάπη της Νάτας για τα εργαλεία. Εκείνη κοιτούσε πέρα από τα σχήματα, έφτιαχνε ιστορίες… Κάποτε ζήτησε τη γνώμη του Αρη για τον «Πολεμιστή» της. Εκείνος τον έπιασε ανάποδα και τον κοιτούσε ανάποδα. «Ωραίος είναι», της είπε. «Μα δεν τον κοιτάς σωστά», αντέτεινε εκείνη. «Δεν έχει σημασία», απάντησε ο Αρης, «έχει όμως ωραίο σχήμα». Για τη Ναταλία ωστόσο έχει σημασία να την ενδιαφέρει το θέμα. Ο ζωγράφος Αλέκος Λεβίδης που έχει γράψει ένα από τα πολλά κείμενα στην ανέκδοτη έκδοση του Μουσείου Μπενάκη την είχε ρωτήσει κάποια στιγμή: «Νάτα, με ποιο κριτήριο διαλέγεις τα εργαλεία σου;». Η ερώτηση την ξάφνιασε και παρόλα αυτά είπε: «ε, όταν μοιάζουν με κάτι….». Τι παραπλανητική απάντηση! Πόσο δηλαδή μοιάζει μια σέλα ποδηλάτου και το τιμόνι του με το κεφάλι ενός ταύρου ή ένας μπαλτάς κι ένα κομπάσο μ’ έναν αίγαγρο;

Εξαρτήματα από σαμάρι, ένα τρίποδο για το τζάκι, μεντεσέδες πόρτας, ένα καντάρι, μια σπάτουλα, στηρίγματα για υδρορροή είναι μερικά από τα δεκάδες εξαρτήματα που απαρτίζουν μια από τις πρώτες ομάδες των γλυπτών (με έτοιμα υλικά) της Νάτας, τα οποία τοποθετούνται γύρω στο 1957-58. Κι είναι εκεί, διεκδικητές του εκθεσιακού χώρου ο «Σάτυρος», ο «Μινώταυρος», η «Κοπέλα», ο «Πολεμιστής», αυτός ο άμαυρος, ο άκαμπτος, ο α-πρόσωπος, ο ντυμένος τη νύχτα, ο Χάρος που πάντα η Νάτα ήθελε να φτιάξει. Ομηρικό φως και σκότος και έρεβος. Η ζωή και το αντίθετό της. Η νύχτα είναι κελαινή, μέλαινα, ερεβεννή, μέλαινα και η γη, μέλας ο θάνατος και ο Αδης, μέλαν και κελαινόν το αίμα.

Δίπλα στους Μακεδονομάχους και τον Παύλο Μελά, δίπλα σε ζώα που συνουσιάζονται, δίπλα σε απεικονίσεις των Σπετσών, του λιμανιού, λίγο πιο πέρα από τα σκαριά των καϊκιών, βρίσκονται ο Ερμής, και η Αρτεμις… δέος μπροστά στο μεγαλείο της δημιουργού. Μορφές ιδανικές, και δωρικές ταυτόχρονα, ήρωες με πάθος διάπυρο (όπως είπε σε ομιλία του ο Δ. Πικιώνης) και θεοί, Απόλλωνες, ο Αη Γιώργης… Σιωπή στον χώρο, παιδιά μικρά που ανοίγουν τα μάτια τους διάπλατα για να αποτυπώσουν ό,τι μπορούν, μητέρες που σκύβουν και τους ψιθυρίζουν ποιος ξέρει τι. Για δες, είπα μέσα μου. Δεν είναι σχολικές τάξεις που υποχρεωτικά ήρθαν στην έκθεση. Είναι γονείς με τα παιδιά τους που θέλουν να διατηρήσουν ζωντανούς τους συνδετικούς κρίκους με το παρελθόν που όμως γίνεται ταυτόχρονα παρόν και μέλλον.

Αίσθηση απώλειας δυνάμεων ή μήπως ανείπωτος ενθουσιασμός η επιστροφή μου στο τραπεζάκι της Νάτας στο κυλικείο; Τι να της πω; Της μιλώ λίγο για τα βιβλία του Αρη, για την επιμονή μου να μεταφέρω παλιότερα αποσπάσματα της δικής του σκέψης στα κείμενά μου. Με κοιτάζει μ’ εκείνο το πανέξυπνο διερευνητικό της βλέμμα. Αρχίζει αυτή η περίεργη οικειότητα. «Μπα, δεν ήξερε ο Αρης να γράφει και του το ‘λεγα, του το ‘λεγα». «Μα», βιάζομαι να απαντήσω, «έχει σημασία ότι έλεγε αλήθειες, έστω τις δικές του αλήθειες που τις διατύπωνε στο χαρτί με ξεχωριστό τύπο. Εντάξει, ήταν ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας… αλλά» και σταμάτησα εκεί, θέλοντας να πω ότι ο καθένας μπορεί να διατυπώσει τις σκέψεις του στο χαρτί, δεν χρειάζεται να είναι συγγραφέας. Ξανακοίταξα τις δύο σφιχταγκαλιασμένες βέρες. Κι ύστερα πέρασε η κουβέντα στα γήινα, στις αναμνήσεις, στις Σπέτσες, στα παιδιά και τα εγγόνια της… άφησε ελεύθερο το καυστικό της χιούμορ, άναψε ένα… αποκρουστικό πουράκι… Κι όμως, είναι πάνω από 80, μπορεί και 85, δεν ξέρω (η φίλη της η Νέλλη Ανδρικοπούλου το λέει) και παρόλα αυτά νιώθει κοριτσόπουλο -«γιατί να υπάρχει ο θάνατος, με ρωτάει»- έτοιμη να ξαναστήσει τον κόσμο, τον ελληνικό κόσμο όπως τον έχει πλάσει στο μυαλό της.

«Αληθινό είναι ό,τι χθεσινό το παίρνει το σήμερα για να το δώσει στο αύριο. Που όταν το δεχτεί θα έχουμε την πλήρη απόδειξη για την… αληθινή αλήθεια», έγραφε ο Αρης Κωνσταντινίδης εκείνο το ζεστό καλοκαίρι στις Σπέτσες. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να χαιρετήσω τη Νάτα, τη σπουδαία γλύπτρια Ναταλία Μελά;

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 18-5-2008

Σημειωση : όσοι παρακολουθούν κατά καιρούς τούτο το μπλογκ ξέρουν ότι έχω ξαναγράψει για τη Ναταλία. Οχι ομως στην Καθημερινή. Το νέο κείμενο γράφτηκε μετά τη συνάντησή μου μαζί της στο Μουσείο Μπενάκη, οπου είχα την τιμή να με καλέσει

ριτς

Οργή Θεού ή φωνή λαού στη Βιρμανία;

Το επίπεδο διακυβέρνησης μιας χώρας κρίνεται, μεταξύ άλλων, από τον τρόπο που η συντεταγμένη πολιτεία αντιμετωπίζει μια μεγάλη φυσική καταστροφή, από το πώς παρακάμπτει τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία και από το πώς γίνεται αποδέκτης της διεθνούς βοήθειας. Επί τέσσερις δεκαετίες, η Βιρμανία ζει κάτω από την αυταρχική μπότα των στρατηγών, οι οποίοι με τη σιωπηλή στήριξη της Κίνας και της Ινδίας κρατούν έναν ολόκληρο λαό σε καθεστώς ομηρίας, οικειοποιούμενοι μια απλουστευτική σκέψη: ότι αυτοί είναι ο λαός και επομένως όσοι αντιτίθενται, στρέφονται εναντίον του!

Στις 2 Μαΐου, ο κυκλώνας Ναργκίς έπληξε τη Μιανμάρ, σκορπώντας τον θάνατο σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και αποκαλύπτοντας μέσα σε λίγους μήνες τη γύμνια, τον αυταρχισμό και τον απομονωτισμό της στρατιωτικής χούντας. Οσοι επλήγησαν, τιμωρήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο, στερούμενοι τη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στη διάθεση της Μιανμάρ.

Σήμερα, ημέρες μετά, η ανθρωπιστική βοήθεια χορηγείται με το σταγονόμετρο. Οι ηγέτες των μεγάλων κρατών της Δύσης συνεχίζουν να εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους, να κάνουν λόγο για νέο «σοκ και δέος», αλλά οι λέξεις, όσο ηχηρές κι αν είναι, δεν μπορούν να σκοτώσουν τέτοιου είδους απεχθή καθεστώτα ούτε μπορούν να γκρεμίσουν εύκολα τείχη. Και καθώς η Βιρμανία δεν είναι Κόσοβο ούτε Βοσνία, οι ηγέτες προσκολλώνται στο κλασικό δόγμα «Business as usual». Την ίδια ώρα η χούντα αρνείται να παραδεχτεί την τεράστια καταστροφή κι όταν στιγμιαία αφυπνίζεται, αναζητεί προδότες εντός και εκτός της χώρας. Και ο λαός;

Η πλειοψηφία των Βιρμανών ζει μέσα σε κλίμα άγνοιας. Ο κυκλώνας είναι ένα ακόμη μήνυμα θεού. Αλλά ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι που πιστεύουν ότι μπορεί να αποτελέσει την απαρχή ξηλώματος της χούντας. Οι στρατηγοί, λένε, χάνουν πλέον την «εξουσία των ουρανών», το υπερφυσικό δικαίωμά τους να κυβερνούν και ο δρόμος προς τη δημοκρατία δεν είναι μακριά.

Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι ακόμη και ήσσονος σημασίας κρίσεις μπορεί να αποβούν μοιραίες για ένα αυταρχικό καθεστώς. Το ερώτημα είναι αν το ξέρουν οι αυτουργοί ή πιστεύουν ότι ο κόσμος, περιέργως, παραμένει στατικός.

Σε παλιότερους χρόνους, παρεμφερές γεγονός στη γειτονική Κίνα θα αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο κλειστοφοβικό τρόπο. Από την εποχή του SARS, ωστόσο, η Κίνα συνειδητοποίησε ότι σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, όπως η σημερινή, ελάχιστα μπορούν να παραμείνουν εν κρυπτώ. Κανείς, βεβαίως, δεν περιμένει θαύματα από ένα σύστημα, το οποίο παραμένει δέσμιο της παλιάς κομμουνιστικής αντίληψης, από την άλλη όμως με τίποτα δεν δικαιολογείται η απόφαση του Πεκίνου να απομακρύνει αιφνιδίως τα ξένα σωστικά συνεργεία, τη μεθεπομένη του μεγάλου σεισμού στο Σετσουάν – ένας σεισμός που ουσιαστικά υπερκέρασε τον κυκλώνα της Μιανμάρ.

Προ μηνών, οι γενναίοι Βιρμανοί μοναχοί -μέλη της «Επανάστασης Σαφράν»- απέτυχαν να ταρακουνήσουν συθέμελα την κλίκα των στρατηγών. Αυτή τη φορά, όμως, η μετ’ εμποδίων διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια, μπορεί να γίνει ο πυρήνας μιας πιθανής αλλαγής, εφόσον βεβαίως δεν «προσγειωθεί» στις τσέπες ημετέρων. Σε τελευταία ανάλυση, η Φύση είναι αυτή που καταφέρει στη χούντα ένα από τα ισχυρότερα πλήγματα που δέχτηκε ποτέ στα σαράντα και πλέον χρόνια της εξουσίας της και όχι η διεθνής παρεμβατική πολιτική.

rits

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 15-5-2008

People have the power..και οι μανάδες επίσης !

Οι μποέμ τύποι ασκούσαν πάνω μου ακατανίκητη γοητεία. Προφανώς έφταιγε η αστική ανατροφή μου και η τάση μου να την κοντράρω. Θυμάμαι ότι ξέφευγα συχνά από την περίκλειστη πανεπιστημιακή παρέα και έπαιρνα σβάρνα τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, αναζητώντας στοιχεία για τους μποέμ των προηγούμενων καιρών. Και μέσα από τις σελίδες των βιβλίων γινόμουν λιλιπούτεια εικονική επαναστάτρια· έβλεπα τον εαυτό μου να φοράει σκισμένα ρούχα, βρωμερές μπότες, ένιωθα ότι το μαλλί μου στιγμιαία μάκραινε, φτάνοντας ώς τη μέση, γινόμουν ιέρεια της τέλειας ασάφειας, αλλά με στυλ, εξ αποστάσεως φιλενάδα των μποέμ της Μονμάρτρης, ένα χρωματικά μουντό κουβάρι μπροστά στα πόδια του Απολινέρ, του Σαρτρ και του Πικάμπια. Στιγμές, και μόνο στιγμές ήταν εκείνες. Αποδράσεις που με βοηθούσαν να ξεπερνώ τον συντηρητικό εαυτό, να ξεχνώ την αυστηρή μητέρα που, η αφιλότιμη, ήταν ικανή να εμφανιστεί από το πουθενά στη γωνία Σόλωνος και Σίνα και να μου κουνάει το δάχτυλο αυστηρά. (Ούτε στον εχθρό μου!)

Κι ύστερα, μεγαλώνοντας, απέκτησα τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του μέσου ανθρώπου που είχε πλέον το ταλέντο να μετράει τις αποστάσεις από το παρελθόν με υποτυπώδη σοφία, νοσταλγία ή και αδιαφορία. Πάντα ωστόσο μ’ έτρωγε το σαράκι των μποέμ, δεν έπαψα να διαβάζω γι’ αυτούς, να μεταφέρω στα δημοσιογραφικά, πια, κείμενα αποσπάσματα από τους «Μποέμ» του Νταν Φρανκ, ξορκίζοντας έτσι τον εχθρό της τρέχουσας ηλικίας που διεκδικούσε για τον εαυτό του εκείνα τα νιάτα. Και πάντα πίστευα ότι οι μποέμ, ναι μεν διαμόρφωναν τις τάσεις της εποχής τους, αλλά δεν θεωρούσα ότι κατείχαν εξουσία στα χέρια τους. Ψωμολυσσούσαν. Φαίνεται όμως ότι οι εξελίξεις επηρέασαν και αυτή τη συνομοταξία των ανθρώπων. Κι όπως διάβαζα στο βιβλίο της Γαλλίδας κοινωνιολόγου Ναταλί Ενίκ «Η καλλιτεχνική ελίτ», οι αρτίστες θεωρούνται οι καινούργιοι αριστοκράτες. Φυσικά, αφού τους παλιούς (τους μη καλλιτέχνες) τους χάσαμε κάτω από την ορμή της γκιλοτίνας κι αφού οι τάξεις με την παλιά παραδοσιακή έννοια σχεδόν καταργήθηκαν, τι πιο λογικό να βρεθούν νέες ομάδες να καλύψουν το κενό. Στήθηκαν, λοιπόν, θεατρικά σανίδια πάνω στα οποία διαγκωνίστηκαν και μέσα από τον καλλιτεχνίζοντα ελιτισμό τους άντεξαν όχι μόνο τη δοκιμασία, αλλά και την εξουσία που εμμέσως αποκτούσαν σταδιακά ενώπιον του κοινού.

Αυτό το συναίσθημα της εξουσίας το ‘νιωσα έντονα φέτος, όταν στο Παλλάς παρακολούθησα τη συναυλία της Μαριάν Φέιθφουλ. Και νομίζω ότι μπορεί να το ξαναζήσω αν καταφέρω να βρεθώ στην καλοκαιρινή συναυλία της Πάτι Σμιθ. Η Πάτι Σμίθ, στα 62 της χρόνια, είναι η επιτομή του μποέμ τύπου, αλλά και του αρτίστα που κατέχει εξουσία. Δεν ξέρω αν η ίδια το ξέρει ή κάνει ότι δεν το ξέρει. Αλλά, εφόσον δηλώνει πολιτική ακτιβίστρια, φίλη του διάσημου Αμερικανού δικηγόρου Ραλφ Νέιντερ (κόμμα των Πρασίνων) και οπαδός των Δημοκρατικών, κάτι θα αντιλαμβάνεται από την επικυριαρχία της εξουσίας. Στην εκστρατεία του Τζον Κέρι το 2004, το πασίγνωστο τραγούδι της «People have the power» ήταν το αντίστοιχο «Κάρμινα Μπουράνα» των προεκλογικών συγκεντρώσεων του Ανδρέα Παπανδρέου. Κι ήταν αυτή που με καμιά δεκαριά άλλους Αμερικανούς καλλιτέχνες ξέφυγε από τους μακαρθικούς φόβους του παρελθόντος και αντιστάθηκε δημόσια στον πόλεμο κατά του Ιράκ.

Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτήν την μποέμισσα της ζωής και του τραγουδιού. Το πρόσωπο της Σμιθ δεν με τραβούσε ιδιαίτερα: Λίγο ανδροπρεπές, οι γκριμάτσες της σκληρές, αλλά όταν η φωνή και η μουσική βγαίνουν μπροστά, αυτά τα χαρακτηριστικά γίνονται δευτερεύοντα, αμβλύνονται και έως την κορύφωση της μουσικής έχουν εξαφανιστεί (η σκηνική παρουσία της Σμιθ είναι η απόλυτη ροκ παρουσία). Ακουσα προχθές ένα παλιότερο σιντί της με τον τίτλο «Twelve», διασκευές κυρίως σε τραγούδια του Χέντριξ, του Ντίλαν, των Νιρβάνα, του Σάιμον, των Ρόλινγκ Στόουνς.

Η μποέμισσα, που γεννήθηκε το 1946 κάπου στο Σικάγο, έχασε νωρίς τον άνδρα της κι έμεινε να παλεύει με δύο παιδιά, αυτή που άθελά της ανήκει στην απαστράπτουσα τάξη των αριστοκρατών καλλιτεχνών -κι ας φοράει σκισμένο μπλουτζίν, βρώμικο μπλουζάκι και ακόμη πιο βρώμικες μπότες- λατρεύει τη φωτογραφία. Το να βγάζει φωτογραφίες είναι έξοδος παρηγοριάς. Διάβασα στο περιοδικό της ισπανικής εφημερίδας «El Pais» ότι η Πάτι Σμιθ εγκαινίασε τον Μάρτιο στο Παρίσι, στο Ιδρυμα Καρτιέ, έκθεση φωτογραφίας που θα διαρκέσει μέχρι τις 22 Ιουνίου. «Η φωτογραφία έγινε το καταφύγιό μου μετά τον θάνατο, το 1994, του Φρεντ, του άνδρα μου, κιθαρίστα στο ροκ γκρουπ MC5». «Οι φωτογραφίες είναι το οπτικό ημερολόγιο της ζωής μου και θυμάμαι κάθε στιγμή που τις τράβηξα. Πάντα ταξιδεύω μαζί με τη μηχανή μου».

Η Πάτι παρουσιάζει 250 φωτογραφίες. Ενα ζευγάρι παλιές μπότες, μια τίγρη σε ζωολογικό κήπο, η γραφομηχανή του Herman Hesse, μια λεπτομέρεια από την Guernica, περήφανα άλογα, το νυφικό της… Ολες, καρπός της παλιάς Polaroid, την οποία προ μηνός χρησιμοποίησε για να φωτογραφήσει το Μουσείο Πικάσο. Είναι η ίδια μηχανή με την οποία απαθανάτισε φανταστικές στιγμές του Λόρκα στη Γρανάδα, συνοδευόμενη από τη φίλη της Λάουρα Γκαρθία Λόρκα, ανιψιά του αγαπημένου ποιητή.

Η Πάτι ανοίγει τον κατάλογο της έκθεσης και σταματά σε μια από τις αγαπημένες φωτογραφίες: Ενα πολύ κοντινό πλάνο των χεριών του νεκρού Ρόμπερτ Μάλπθορπ, του αμφιφυλόφιλου φωτογράφου και συντρόφου της, το 1966. «Ο Ρόμπερτ», λέει, «ήταν όμορφος και όλοι πρόσεχαν το πρόσωπό του, μα το πιο υπέροχο ήταν τα χέρια του». Μαζί ζούσαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο στο ξενοδοχείο Τσέλσι στη Νέα Υόρκη. Εκείνος έβγαζε φωτογραφίες κι εκείνη έγραφε ποιήματα. (Μια από τις πιο όμορφες αν και μεταγενέστερες συλλογές της είναι η Auguries of Innocence.) «Δεν είχαμε λεφτά -θυμάται- ούτε πολύ χώρο, περνάγαμε, λοιπόν, τη ζωή μας στο κρεβάτι. Εκεί κοιμόμασταν, πίναμε, γράφαμε, ονειρευόμασταν, τη βρίσκαμε, κάναμε έρωτα…» Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος της ζωής της. Τέλειωσε όμως όταν η Πάτι άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους μουσικούς της πρώιμης νεοϋορκέζικης πανκ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε η προσωποποίηση του γαλλικού συμβολισμού με μεγάλες δόσεις ροκ εν’ ρολ. Ηθελε να μοιάζει με τον Κιθ Ρίτσαρντς, να καπνίζει σαν τη Ζαν Μορό, να βαδίζει σαν τον Μπομπ Ντίλαν και να γράφει σαν τον Αρθούρο Ρεμπό, λέει μια ηθοποιός, η οποία φαίνεται ότι είχε κάποια σεξουαλική σχέση με την Πάτι.

Η σπουδαία αυτή τραγουδίστρια έγινε σταρ όταν το γνωστό περιοδικό Rolling Stone την έκανε εξώφυλλο, το 1978. Στη φωτογραφία η Πάτι εμφανίζεται ιδρωμένη, ξεχτένιστη και με μια διάφανη μπλούζα που άφηνε να φαίνεται το μαύρο σουτιέν της… Ηταν η περίοδος που κάπνιζε μαριχουάνα, έπινε καφέδες και άλλα ναρκωτικά για… πνευματικούς λόγους. Σήμερα παραμένει παθιασμένη με τα παιδιά της, με την πολιτική, τη φωτογραφία και φυσικά με τη μουσική. Λατρεύει τους Radiohead και ονειρεύεται τη στιγμή που η επικυριαρχία της -αυτή η αριστοκρατική χροιά που κουβαλάει μέσα της- θα ολοκληρωθεί με την έκδοση του βιβλίου της The Traveller

Αν ζούσε ο Απολινέρ, φαντάζομαι ότι θα καθόταν οκλαδόν στην πλατεία ανάμεσα στο κοινό και θα προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον σύγχρονο τύπο των μποέμ που εμφανίζονται ως συνέχεια της δικής του γενιάς, αλλά που στην πραγματικότητα προσεγγίζουν από αντίθετη οπτική γωνία τη ζωή.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Μαίου 2008