People have the power..και οι μανάδες επίσης !

Οι μποέμ τύποι ασκούσαν πάνω μου ακατανίκητη γοητεία. Προφανώς έφταιγε η αστική ανατροφή μου και η τάση μου να την κοντράρω. Θυμάμαι ότι ξέφευγα συχνά από την περίκλειστη πανεπιστημιακή παρέα και έπαιρνα σβάρνα τα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος, αναζητώντας στοιχεία για τους μποέμ των προηγούμενων καιρών. Και μέσα από τις σελίδες των βιβλίων γινόμουν λιλιπούτεια εικονική επαναστάτρια· έβλεπα τον εαυτό μου να φοράει σκισμένα ρούχα, βρωμερές μπότες, ένιωθα ότι το μαλλί μου στιγμιαία μάκραινε, φτάνοντας ώς τη μέση, γινόμουν ιέρεια της τέλειας ασάφειας, αλλά με στυλ, εξ αποστάσεως φιλενάδα των μποέμ της Μονμάρτρης, ένα χρωματικά μουντό κουβάρι μπροστά στα πόδια του Απολινέρ, του Σαρτρ και του Πικάμπια. Στιγμές, και μόνο στιγμές ήταν εκείνες. Αποδράσεις που με βοηθούσαν να ξεπερνώ τον συντηρητικό εαυτό, να ξεχνώ την αυστηρή μητέρα που, η αφιλότιμη, ήταν ικανή να εμφανιστεί από το πουθενά στη γωνία Σόλωνος και Σίνα και να μου κουνάει το δάχτυλο αυστηρά. (Ούτε στον εχθρό μου!)

Κι ύστερα, μεγαλώνοντας, απέκτησα τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του μέσου ανθρώπου που είχε πλέον το ταλέντο να μετράει τις αποστάσεις από το παρελθόν με υποτυπώδη σοφία, νοσταλγία ή και αδιαφορία. Πάντα ωστόσο μ’ έτρωγε το σαράκι των μποέμ, δεν έπαψα να διαβάζω γι’ αυτούς, να μεταφέρω στα δημοσιογραφικά, πια, κείμενα αποσπάσματα από τους «Μποέμ» του Νταν Φρανκ, ξορκίζοντας έτσι τον εχθρό της τρέχουσας ηλικίας που διεκδικούσε για τον εαυτό του εκείνα τα νιάτα. Και πάντα πίστευα ότι οι μποέμ, ναι μεν διαμόρφωναν τις τάσεις της εποχής τους, αλλά δεν θεωρούσα ότι κατείχαν εξουσία στα χέρια τους. Ψωμολυσσούσαν. Φαίνεται όμως ότι οι εξελίξεις επηρέασαν και αυτή τη συνομοταξία των ανθρώπων. Κι όπως διάβαζα στο βιβλίο της Γαλλίδας κοινωνιολόγου Ναταλί Ενίκ «Η καλλιτεχνική ελίτ», οι αρτίστες θεωρούνται οι καινούργιοι αριστοκράτες. Φυσικά, αφού τους παλιούς (τους μη καλλιτέχνες) τους χάσαμε κάτω από την ορμή της γκιλοτίνας κι αφού οι τάξεις με την παλιά παραδοσιακή έννοια σχεδόν καταργήθηκαν, τι πιο λογικό να βρεθούν νέες ομάδες να καλύψουν το κενό. Στήθηκαν, λοιπόν, θεατρικά σανίδια πάνω στα οποία διαγκωνίστηκαν και μέσα από τον καλλιτεχνίζοντα ελιτισμό τους άντεξαν όχι μόνο τη δοκιμασία, αλλά και την εξουσία που εμμέσως αποκτούσαν σταδιακά ενώπιον του κοινού.

Αυτό το συναίσθημα της εξουσίας το ‘νιωσα έντονα φέτος, όταν στο Παλλάς παρακολούθησα τη συναυλία της Μαριάν Φέιθφουλ. Και νομίζω ότι μπορεί να το ξαναζήσω αν καταφέρω να βρεθώ στην καλοκαιρινή συναυλία της Πάτι Σμιθ. Η Πάτι Σμίθ, στα 62 της χρόνια, είναι η επιτομή του μποέμ τύπου, αλλά και του αρτίστα που κατέχει εξουσία. Δεν ξέρω αν η ίδια το ξέρει ή κάνει ότι δεν το ξέρει. Αλλά, εφόσον δηλώνει πολιτική ακτιβίστρια, φίλη του διάσημου Αμερικανού δικηγόρου Ραλφ Νέιντερ (κόμμα των Πρασίνων) και οπαδός των Δημοκρατικών, κάτι θα αντιλαμβάνεται από την επικυριαρχία της εξουσίας. Στην εκστρατεία του Τζον Κέρι το 2004, το πασίγνωστο τραγούδι της «People have the power» ήταν το αντίστοιχο «Κάρμινα Μπουράνα» των προεκλογικών συγκεντρώσεων του Ανδρέα Παπανδρέου. Κι ήταν αυτή που με καμιά δεκαριά άλλους Αμερικανούς καλλιτέχνες ξέφυγε από τους μακαρθικούς φόβους του παρελθόντος και αντιστάθηκε δημόσια στον πόλεμο κατά του Ιράκ.

Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτήν την μποέμισσα της ζωής και του τραγουδιού. Το πρόσωπο της Σμιθ δεν με τραβούσε ιδιαίτερα: Λίγο ανδροπρεπές, οι γκριμάτσες της σκληρές, αλλά όταν η φωνή και η μουσική βγαίνουν μπροστά, αυτά τα χαρακτηριστικά γίνονται δευτερεύοντα, αμβλύνονται και έως την κορύφωση της μουσικής έχουν εξαφανιστεί (η σκηνική παρουσία της Σμιθ είναι η απόλυτη ροκ παρουσία). Ακουσα προχθές ένα παλιότερο σιντί της με τον τίτλο «Twelve», διασκευές κυρίως σε τραγούδια του Χέντριξ, του Ντίλαν, των Νιρβάνα, του Σάιμον, των Ρόλινγκ Στόουνς.

Η μποέμισσα, που γεννήθηκε το 1946 κάπου στο Σικάγο, έχασε νωρίς τον άνδρα της κι έμεινε να παλεύει με δύο παιδιά, αυτή που άθελά της ανήκει στην απαστράπτουσα τάξη των αριστοκρατών καλλιτεχνών -κι ας φοράει σκισμένο μπλουτζίν, βρώμικο μπλουζάκι και ακόμη πιο βρώμικες μπότες- λατρεύει τη φωτογραφία. Το να βγάζει φωτογραφίες είναι έξοδος παρηγοριάς. Διάβασα στο περιοδικό της ισπανικής εφημερίδας «El Pais» ότι η Πάτι Σμιθ εγκαινίασε τον Μάρτιο στο Παρίσι, στο Ιδρυμα Καρτιέ, έκθεση φωτογραφίας που θα διαρκέσει μέχρι τις 22 Ιουνίου. «Η φωτογραφία έγινε το καταφύγιό μου μετά τον θάνατο, το 1994, του Φρεντ, του άνδρα μου, κιθαρίστα στο ροκ γκρουπ MC5». «Οι φωτογραφίες είναι το οπτικό ημερολόγιο της ζωής μου και θυμάμαι κάθε στιγμή που τις τράβηξα. Πάντα ταξιδεύω μαζί με τη μηχανή μου».

Η Πάτι παρουσιάζει 250 φωτογραφίες. Ενα ζευγάρι παλιές μπότες, μια τίγρη σε ζωολογικό κήπο, η γραφομηχανή του Herman Hesse, μια λεπτομέρεια από την Guernica, περήφανα άλογα, το νυφικό της… Ολες, καρπός της παλιάς Polaroid, την οποία προ μηνός χρησιμοποίησε για να φωτογραφήσει το Μουσείο Πικάσο. Είναι η ίδια μηχανή με την οποία απαθανάτισε φανταστικές στιγμές του Λόρκα στη Γρανάδα, συνοδευόμενη από τη φίλη της Λάουρα Γκαρθία Λόρκα, ανιψιά του αγαπημένου ποιητή.

Η Πάτι ανοίγει τον κατάλογο της έκθεσης και σταματά σε μια από τις αγαπημένες φωτογραφίες: Ενα πολύ κοντινό πλάνο των χεριών του νεκρού Ρόμπερτ Μάλπθορπ, του αμφιφυλόφιλου φωτογράφου και συντρόφου της, το 1966. «Ο Ρόμπερτ», λέει, «ήταν όμορφος και όλοι πρόσεχαν το πρόσωπό του, μα το πιο υπέροχο ήταν τα χέρια του». Μαζί ζούσαν σ’ ένα μικρό δωμάτιο στο ξενοδοχείο Τσέλσι στη Νέα Υόρκη. Εκείνος έβγαζε φωτογραφίες κι εκείνη έγραφε ποιήματα. (Μια από τις πιο όμορφες αν και μεταγενέστερες συλλογές της είναι η Auguries of Innocence.) «Δεν είχαμε λεφτά -θυμάται- ούτε πολύ χώρο, περνάγαμε, λοιπόν, τη ζωή μας στο κρεβάτι. Εκεί κοιμόμασταν, πίναμε, γράφαμε, ονειρευόμασταν, τη βρίσκαμε, κάναμε έρωτα…» Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος της ζωής της. Τέλειωσε όμως όταν η Πάτι άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους μουσικούς της πρώιμης νεοϋορκέζικης πανκ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε η προσωποποίηση του γαλλικού συμβολισμού με μεγάλες δόσεις ροκ εν’ ρολ. Ηθελε να μοιάζει με τον Κιθ Ρίτσαρντς, να καπνίζει σαν τη Ζαν Μορό, να βαδίζει σαν τον Μπομπ Ντίλαν και να γράφει σαν τον Αρθούρο Ρεμπό, λέει μια ηθοποιός, η οποία φαίνεται ότι είχε κάποια σεξουαλική σχέση με την Πάτι.

Η σπουδαία αυτή τραγουδίστρια έγινε σταρ όταν το γνωστό περιοδικό Rolling Stone την έκανε εξώφυλλο, το 1978. Στη φωτογραφία η Πάτι εμφανίζεται ιδρωμένη, ξεχτένιστη και με μια διάφανη μπλούζα που άφηνε να φαίνεται το μαύρο σουτιέν της… Ηταν η περίοδος που κάπνιζε μαριχουάνα, έπινε καφέδες και άλλα ναρκωτικά για… πνευματικούς λόγους. Σήμερα παραμένει παθιασμένη με τα παιδιά της, με την πολιτική, τη φωτογραφία και φυσικά με τη μουσική. Λατρεύει τους Radiohead και ονειρεύεται τη στιγμή που η επικυριαρχία της -αυτή η αριστοκρατική χροιά που κουβαλάει μέσα της- θα ολοκληρωθεί με την έκδοση του βιβλίου της The Traveller

Αν ζούσε ο Απολινέρ, φαντάζομαι ότι θα καθόταν οκλαδόν στην πλατεία ανάμεσα στο κοινό και θα προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον σύγχρονο τύπο των μποέμ που εμφανίζονται ως συνέχεια της δικής του γενιάς, αλλά που στην πραγματικότητα προσεγγίζουν από αντίθετη οπτική γωνία τη ζωή.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Μαίου 2008
Advertisements