Εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση, μετανεωτερικότητα !!! Δύσκολα πράγματα.

Σημείωση δική μου : ούτε εγώ κατάλαβα τι ήθελα να πω, αλλά καμιά φορά χρειάζεται και αυτό. Προς αποζημίωση ,λοιπόν, ένα θεϊκό χορευτικό αγκάλιασμα

Richard Gere & Jennifer Lopez – La revencha del tango

Στις 21 Φεβρουαρίου του 2001, δημοσιογράφοι γαλλικού τηλεοπτικού δικτύου παρουσίασαν εκπομπή με τον τίτλο «Bouillon de culture» (εργαστηριακή καλλιέργεια κουλτούρας), συζήτηση αφιερωμένη στον πολύπαθο εκσυγχρονισμό. «Μπορούμε να κινήσουμε το κράτος;», ήταν η βασική ερώτηση, την οποίαν κλήθηκαν να απαντήσουν οι καλεσμένοι στην εκπομπή. «Ναι, να κινήσουμε το κράτος, αλλά προς ποία κατεύθυνση;», αναρωτήθηκαν. «Και γιατί; Να προχωρήσουμε, αλλά προς τι; Να κινηθούμε στο όνομα ποιας ιδέας και ποιας καινοτομίας; Να καλύψουμε το χαμένο έδαφος ή μάλλον καλύτερα να μη χάσουμε το τρένο του εκσυγχρονισμού. Και τι μ’ αυτό; Ποιος θα ωφεληθεί;» Αναπάντητα ερωτήματα, σε μια εποχή, όπου οι αμφισβητούμενες από πολλούς συνισταμένες του κράτους παρέμεναν ο βασικός εκφραστής των ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων, η κοινωνική συνοχή έμοιαζε αδιαπραγμάτευτη και η έννοια εκσυγχρονισμός – μεταρρύθμιση είχε μεν εισαχθεί στο λεξιλόγιο των πολιτικών και των κοινωνιολόγων, αλλά ήταν ραντισμένη με αρνητισμό. Ο κόσμος προτιμούσε να ξορκίζει το δίδυμο και όχι να το περιεργάζεται. Στο κάτω κάτω, ποιος εν έτη 2001 και μάλιστα πριν από την 11η Σεπτεμβρίου φανταζόταν όσα έμελλε να ακολουθήσουν; Όπως μάλιστα σημειώνει ο Γάλλος διανοητής Pierre-Andre Taguieff, αυτές οι έννοιες ήταν κούφιες διατυπώσεις που κατευθύνονταν σε άδεια ή λιγότερο άδεια κεφάλια.

( Μερελλό)

Αυτό που προέκυψε από την εκπομπή ήταν σίγουρα ασαφές: «κίνηση για την κίνηση», «αλλαγή για την αλλαγή», «εκσυγχρονισμός για τον εκσυγχρονισμό»…. αδιάκοπος κυματισμός της θάλασσας, χωρίς κανείς να ψάχνει το πολυπόθητο ιθακικό λιμάνι για να σταθμίσει τη στατικότητα της στεριάς. Μα, ούτε ο πολυμήχανος Οδυσσέας άντεξε τον διαρκή κυματισμό.

Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, με ή χωρίς προσόντα, καλείται να προσαρμοστεί στο καινούργιο, στη νεωτερικότητα, να τρέξει, να παραμείνει… σύγχρονος. Λογικό. Δουλειά της ανθρωπότητας είναι να κινείται προς τα εμπρός και να επιβιώνουν όσοι διαθέτουν υψηλά αποθέματα προσαρμογής. Όπως είναι επίσης αλήθεια πως σήμερα δεν υπάρχουν γύρω μας παρατηρητήρια σταθερότητας, διατήρησης, συντήρησης, κι ας πιστεύουμε πεισματικά το αντίθετο. Μόνο νεωτερικότητα και εκσυγχρονισμός. Εκσυγχρονίζομαι σημαίνει εξαλείφω το παρελθόν, βάζω στο πάνω πατάρι το παλιομοδίτικο λαμέ φορεματάκι των φοιτητικών μου χρόνων. Εκσυγχρονίζομαι σημαίνει αποδέχομαι και προσκολλώμαι στιγμιαία στο φευγαλέο παρόν, ασπάζομαι την όποια νεωτερικότητα, ακόμη κι αν υποψιάζομαι ότι νεωτερικότητα είναι η κίνηση συν την αβεβαιότητα. Στοίχημα λοιπόν η διαρκής νεωτερικότητα και ο αέναος εκσυγχρονισμός. Κι όμως, όπως λεει ο Γάλλος διανοητής, νεωτερικότητα (μοντερνισμός, ίσως;) με κυμαινόμενο ορισμό υπήρχε και χθες και σήμερα, θα υπάρξει και αύριο, πάντα η ίδια και πάντα διαφορετική. Το νεωτερικό – ριζοσπαστικό, άλλωστε, σημαίνει συμβαδίζω με την εποχή μου, ή είμαι μπροστά από την εποχή μου. Η Ιστορία διδάσκει ότι όλες οι εποχές έζησαν παρεμφερείς κυματισμούς. Στην αντίθετη περίπτωση θα είχαμε γίνει υμνητές της διαρκούς στασιμότητας και ο πλανήτης Γη θα είχε πεθάνει από πλήξη. Τα στοιχήματα ήταν ωστόσο διαφορετικά. Ήταν ας πούμε η φεουδαρχία και η απολυταρχία που όφειλαν να εξαλειφθούν. Ηταν ο ιδεολογικοπολιτικός αυταρχισμός που έπρεπε να απαλλαγεί από την υπεροψία του, ώστε ο πολιτικός να μπορεί να προσεγγίζει επίπλαστα τις μάζες. Ηταν το κράτος – έθνος που άπλωνε εγωιστικά τα πλοκάμια του, πνίγοντας τις κραυγές του νεογέννητου παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Ο Γκαίτε, στις αρχές του 19ου αιώνα παραπονιόταν στους φίλους του ότι η εποχή του είναι η εποχή των εξειδικεύσεων! Για φαντάσου!

«Les Deux Soeurs» του Renoir, (9.098.000-12.133.000 ευρώ), ένα κορυφαίο έργο, σημείο αναφοράς για την ιμπρεσιονιστική προσωπογραφία)

Οι καιροί μας αντιμετωπίζουν διαφορετικά σχήματα. Ο δυτικός κόσμος, πλεονέκτης κόσμος, ούτως ή άλλως, σε γενικές γραμμές έχει απαντήσει σε πολύ βασικά πολιτικοκοινωνικά ζητήματα, με αποτέλεσμα να μπορεί να ακολουθεί με υποτυπώδη άνεση τον διαρκή κυματισμό της νεωτερικότητας. Σ’ αυτόν τον κυματισμό, αφελώς θα προσέθετα και το κλίμα ή μάλλον οτιδήποτε ακούει στο όνομα Πράσινο (Green). Αέναη κίνηση είναι κι αυτή και παράλληλα ένα σπουδαίο στοίχημα που θα έβγαζε τον πολίτη της Δύσης από την πλήξη του. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι η συντηρητική Wall Street Journal στο ένθετο περιοδικό της έχει μια σελίδα με τον τίτλο «Η άνοδος των οικολόγων – πλουσίων», αναφέροντας περιπτώσεις ανθρώπων από το χώρο των τραπεζών και των επιχειρήσεων που στόχο έχουν να περάσουν το πράσινο μήνυμα στον κόσμο, ακριβώς στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού, πάντα μέσα από τις δικές τους πρωτοβουλίες. Προφανώς όταν έχεις χρήμα κάνεις ό,τι θες και πουλάς στυλ στον κοσμάκη. Ναι, αλλά υπάρχουν και δεκάδες χιλιάδες πλούσιοι που διεκδικούν το χρήμα στην παλιομοδίτική του εκδοχή.

Σήμερα θα αναφέρω λίγους από αυτούς που φιλοξενούνται στην αμερικανική εφημερίδα. Ο 51χρονος Αντρέα Κλαβαρίνο, πρόεδρος της εταιρείας Assocarboni, θέλοντας να φανεί χρήσιμος στο περιβάλλον αποφάσισε να κάνει ντους το πρωί και να τσαλαβουτάει στην μπανιέρα. Απενεργοποίησε δηλαδή και το τζακούζι; Ω! Στη συνέχεια περπατάει, χρησιμοποιεί το ποδήλατο και τις δημόσιες συγκοινωνίες, ενώ αποφεύγει… να τραβάει συχνά το καζανάκι της τουαλέτας! Ημαρτον, μίστερ Αντρέα μας. Ενας άλλος πολυεκατομμυριούχος, ο χρηματιστής Νίκολας Μπέργκρουεν πούλησε το πολυτελές σπίτι του και το ’ριξε στις αγροτικές εργασίες και τα κοινωνικά προγράμματα. Αυτός μάλλον θα κατήργησε τις τουαλέτες τελείως. Η εξοχή γαρ! «Επενδύω στον πραγματικό κόσμο», λέει στον έκπληκτο δημοσιογράφο της Wall Street.

Ο κατάλογος είναι μακρύς. Πολίτες του κόσμου που έχουν ξεπεράσει τον καθημερινό οικονομικό γολγοθά, ξανοίγονται τώρα στις σύγχρονες μετα- νεωτερικότητες, επενδύοντας στην Καλή Ενέργεια και στην Πράσινη Φιλανθρωπία. Στον μακρύ κατάλογο των Ευρωπαίων Πράσινων συμπεριλαμβάνονται οι γιοι του σερ Τζέιμς Γκόλντσμιθ, Ζακ και Μπεν (και νέοι και ωραίοι), οι οποίοι καταναλώνουν την τεράστια περιουσία της οικογένειας σε φιλανθρωπικές μετα-νεωτερικότητες και σε πράσινες καινοτόμες ιδέες. Συμπεριλαμβάνεται επίσης και ο πρίγκιπας Κάρολος, γνωστός για τις (Μερελλο)

ντοματούλες του, όπως και ο Γερμανός Φρανκ Ασμπεκ, παθιασμένος με την ηλιακή ενέργεια, την οποία θέλει να την κάνει πράξη στις αναπτυσσόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Και ο Δανός Γιόργκεν Κλάουζεν, πρόεδρος επιχείρησης που ασχολείται με συστήματα θέρμανσης, ο οποίος λέει ότι στην κατασκευή των προϊόντων του χρησιμοποιεί αυστηρότερους κανόνες από αυτούς της πολιτείας και ευελπιστεί να καταστήσει ένα μικρό νησί της Δανίας ελεύθερο διοξειδίου του άνθρακα!

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 29-6-2008

Advertisements

Το σημείο G

Το καλύτερο αφροδισιακό για μια γυναίκα είναι οι λέξεις. Το σημείο  G κρύβεται στ’ αυτιά των θηλυκών ( Ιζαμπέλ Αλλιέντε )…….. Και δεν θέλω ου…..

Οταν είσαι μ’ ένα όμορφο κορίτσι για δύο ώρες, σου φαίνεται ότι πέρασαν μόνο δύο λεπτά. Οταν κάθεσαι σ’ ένα αναμμένο κάρβουνο για δύο λεπτά, σου φαίνεται ότι πέρασαν δύο ώρες. Αυτό είναι η σχετικότητα ( Αλμπερτ Αϊστάιν, γνωστός γυναικοκατακτητής )

Καλό Σ/Κ

Θεσσαλονίκη μου , μεγάλα φτωχομάνα, πάντα με εκπλήσσεις.

Λέτε σήμερα η Θεσσαλονίκη να κάνει την έκπληξη ;

Γυμνοί στον δρόμο για το περιβάλλον.Θα μπορούσε να πει κανείς ότι θαταν κι αυτό μια λύση.

Ποδηλατοδρομία διαμαρτυρίας το απόγευμα στη Θεσσαλονίκη
Γυμνοί ποδηλάτες. Στο εξωτερικό �χουν διοργανωθεί πολλ�ς εκδηλώσεις διαμαρτυρίας με αδαμιαία περιβολή


Μπλοκάρει η αστυνομία τη διοργάνωση της γυμνής ποδηλατοδρομίας που έχει προγραμματιστεί για σήμερα το απόγευμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ως μήνυμα διαμαρτυρίας για τη μόλυνση του περιβάλλοντος από τα αυτοκίνητα.

«Θα συλληφθούν σύμφωνα με τον νόμο όσοι θα είναι γυμνοί», τόνισαν χθες ανώτεροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζοντας πως ενημέρωσαν τους διοργανωτές, οι οποίοι πάντως δηλώνουν πως η απόφαση αφορά τον καθέναν συμμετέχοντα ξεχωριστά.
«Θα είναι κρίμα να έχουμε τέτοια αντίδραση, η δική μας διαμαρτυρία είναι συμβολική και στόχο έχει να καταδείξουμε το πρόβλημα που δημιουργούν τα αυτοκίνητα στη ρύπανση του περιβάλλοντος», είπε στα «ΝΕΑ» ο διοργανωτής της γυμνής ποδηλατοδρομίας στη Θεσσαλονίκη και μέλος του παγκόσμι- ου κινήμα- τος Κωνσταντί- νος Τερζόπουλος.
«Θα είναι άκαιρη οποιαδήποτε σύλληψη όταν το γυμνό προβάλλεται παντού για εμπορικούς λόγους και δεν γίνεται τίποτε. Εμείς προκαλούμε ειρηνικά με το σώμα μας για την προστασία του περιβάλλοντος», επισήμανε.
Η ποδηλατοδρομία έχει προγραμματιστεί για σήμερα στις 8 το βράδυ και σύμφωνα με το πρόγραμμα οι ποδηλάτες- «γυμνοί ή με κάτι ελαφρύ πάνω τους», όπως λένε οι διοργανωτές- θα ξεκινήσουν από το λιμάνι, θα περάσουν από τον Λευκό Πύργο και μέσω της Τσιμισκή θα καταλήξουν πάλι στο λιμάνι.
«Ήρθε η ώρα να βάλουμε ένα στοπ στην άσεμνη έκθεση των ανθρώπων και του πλανήτη στα αυτοκίνητα και στη ρύπανση που δημιουργούν», είναι το σύνθημα της διοργάνωσης. «Το γεγονός ότι κατεβαί νουμε γυμνοί το κάνουμε για να δείξουμε ότι το γυμνό δεν είναι το άσεμνο, αλλά άσεμνο είναι αυτό που προκαλεί τη ρύπανση, το αυτοκίνητο», επισήμανε ο κ. Τερζόπουλος. «Το σώμα μας είναι ό,τι πιο φυσικό έχουμε και είναι πιο όμορφο από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων μας», υπογραμμίζουν οι διοργανωτές.
Παρόμοιες ποδηλατοδρομίες με γυμνούς ποδηλάτες έχουν οργανωθεί σε 70 πόλεις 21 χωρών του κόσμου ενώ σε λίγες περιπτώσεις δημιουργήθηκαν προβλήματα. Για τη συγκεκριμένη ποδηλατοδρομία τις προηγούμενες μέρες έγινε σύσκεψη στην εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και αποφασίστηκε πως πρόκειται για «προσβολή δημοσίας αιδούς» και ότι όποιος κυκλοφορήσει γυμνός θα συλληφθεί.
Πάντως η συμμετοχή από ποδηλάτες που επιθυμούν να ανέβουν γυμνοί στα ποδήλατά τους είναι αυξημένη, σύμφωνα με τον κ. Τερζόπουλο. «Ήδη έχουν δηλώσει ότι θα έρθουν περίπου 100 άτομα και η ποδηλατοδρομία θα πραγματοποιηθεί κανονικά, όποιοι θέλουν να είναι ολικά γυμνοί μπορεί να το τολμήσουν», συμπλήρωσε. Οι συμμετέχοντες εκτός από γυμνοί μπορούν να κάνουν ποδήλατο και ημίγυμνοι, «με ένα ελαφρύ μαγιό», όπως λένε οι διοργανωτές, ή ακόμη και να ζωγραφίσουν το σώμα τους. Όλα τα ποδήλατα θα είναι στολισμένα με μπαλόνια και κορδέλες. ( Από την εφημερίδα Τα ΝΕΑ)

ΥΓ. Τα ποστ τα ανεβάζω δυό δυό για γούρι. Επειδή καποια στιγμή θα παω διακοπές κι εγω σαν κλασσικός αστός ή μάλλον νεοαστός, και θα πάσχω από συνδρομο στέρησης, ξεσπάω τωρα, όσο αντέχω δηλαδή. Το αλλο ποστ ( σημερινο,  φρεσκο) ειναι για τη Διδω Σωτηρίου και μια τουρκαλα δημοσιογραφο legend

Αγαπημένη Διδώ Σωτηρίου σε είδα,αίφνης, μέσα από τα μάτια της Λεϊλά Ουμάρ

http://www.rosetteguitar.com

Leaving Istanbul from the Chan Center for the Performing Arts in Vancouver

—————————

Ενα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Λεϊλά Ουμάρ  «Απέμειναν μόνο τα γραπτά», από την οποίαν ευελπιστώ να πάρω συνέντευξη σύντομα.

» Κάθε φορά που πήγαινα στην Αθήνα μ’έπιανε μια αγωνία. Μια φωνή μέσα μου μούλεγε : «Αν δεν υπάρχει πια ;» και μ’έπιανε μια μελαγχολία. Μετά άρπαζα το τηλέφωνο κι ώσπου ν ‘ ακούσω τη φωνή της η αγωνία μου κορυφωνόταν. Μόλις άκουγα τη χαρούμενη φωνή της της φώναζα «Διδώ, Διδώ, σ’ επεθύμησα πολύ» κι εκείνη απαντούσε :»Αφού είναι έτσι, έλα γρήγορα» Ετρεχα τότε σ’εκεινη την πολυκατοικία που βρίσκεται σε μια συνοικία με ανηφόρες και μόλις τη συναντούσα αγκαλιαζόμασταν σφιχτά και δεν την άφηνα για αρκετή ώρα. Μετά μ ‘ έπαιρνε και με οδηγούσε στο μικρό καθιστικό της και με κάθιζε δίπλα σ’ ένα τραπέζι που ήταν γεμάτο με σπιτίσιους κουραμπιέδες με κυπελάκια γεμάτα φιστίκια και φουντούκια, ακόμη και κάποια ποτά. Σ ένα  βάζο υπήρχαν πάντα φρέσκα λουλούδια και παραδίπλα στίβα βιβλίων….( ΦΩΤΟ : Η Λειλά Ουμάρ στην Πολη)

Πάντοτε μ ‘ εκείνο το παιδικό και σκαμπρόζικο βλέμμα της και σκάζοντας στα γέλια μου έλεγε : Ξέρεις ; Το σκαπούλαρα πάλι το δωδέκατο εγκεφαλικό μου αυτή τη φορά…Νόμιζα ότι αστειεύεται. Ομως η αδελφή της το επιβεβαίωνε : Πραγματικά πέρασε δώδεκα εγκεφαλικά. Σε όλες τις περιπτώσεις έμεινε σε κώμα για μέρες. Κάθε φορά απελπιζόμαστε και ξαφνικά την βλέπαμε να ανοίγει τα πανέξυπνα μάτια της και να μας χαμογελάει…

Η Διδώ Σωτηρίου στο αθάνατο έργο της με τον τίτλο «Χαιρετισμούς απ την Μικρά Ασία» ( «Ματωμένα Χώματα «)  περιγραφει τη ζωή ενός Μικρασιάτη Ρωμιού του Μανώλη Αξιώτη που μεταξύ του 1914 και 1918 εντάχτηκε στον ελληνικό στρατό. Σ’ αυτο το βιβλίο αναφωνεί : «Χαιρετίστε μου τη Μικρά Ασία…την πατρίδα μου. Ας μην μας μισήσει επειδή ποτίσαμε τα χώματά της με αίμα. Ο Θεός ας τιμωρήσει τους δήμιους που εξώθησαν τα αδέλφια να πολεμήσουν μεταξύ τους «…….»Αχ, ας ήταν ένα απλό όνειρο όλος αυτός ο πόνος που τραβήξαμε… Ας μπορούσαμε να πηγαίνουμε και πάλι στα χωράφια μας όλοι μαζί,  βοηθώντας ο ένας τον άλλον….Ας μπορούσαμε όλοι με τις αγαπημένες μας χέρι χέρι να ξεκινούμε από τα χωράφια με τις ανθισμενες κερασιές και να παίρνουμε το δρόμο για τις πλατείες όπου θα γλεντήσουμε. Στα καλά καθούμενα μαχαιρώσαμε ο ένας τον άλλον, κατασπαράξαμε τις ψυχές μας. Μια ολόκληρη γενιά κατέσφαξε τον εαυτό της …»

Μόλις καθήσαμε στις θέσεις μας μου έλεγε η Διδώ : «Κοίταξε με. Πόσο θάθελα το βιβλίο μου να διδάσκεται στα σχολεία των βαλκανικών χωρών. Τότε δεν θα συνέβαινε αυτός ο ελεεινός πόλεμος στη Βοσνία. Βέβαια, ένα βιβλίο μόνο του δεν φέρνει την ειρήνη, αλλά τουλάχιστον όσοι το διαβάσουν θα καταλάβουν το πώς τους βάζουν να πολεμήσει ο ένας τον άλλο, το πώς βάφουν τα χέρια τους με αίμα. Το πρωϊνό της της 24ης Ιουλίου του 1974 όταν άκουσα από το ραδιόφωνο την επιστροφή στην Κύπρο φώναξα προς τον ελληνικό λαό : «Δεν φταίει ο τουρκικός λαός. Οι πολιτικοί είναι οι ένοχοι. Οσοι με ακούτε συμφιλιωθείτε με τους γειτονες σας» Ομως σε τέτοιες σκληρες περιόδους οι άνθρωποι δεν θέλουν τα δουν την αλήθεια και τα βιβλία παραμερίζονται.»

Οταν γνώρισα τη Διδώ  στην Αθήνα την έπεισα ύστερα από 65 χρόνια να επισκεφθεί τα χώματα όπου είχε γεννηθεί. Είχε απογοητευτεί από τα αλλεπάλληλα εγκεφαλικά που περνούσε. Πίστευε ότι ο οργανισμός της δεν θα άντεχε τη μεγάλη συγκίνηση που θα δοκίμαζε όταν θα έκανε ένα ταξιδι κι όταν θα επισκεπτόταν την κωμόπολη Σίριντζε του Αϊδινίου που ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα της. Εκείνος που τη διευκόλυνε να επισκεφθεί την Τουρκία ήταν ο επιχειρηματίας Μπεσίμ Τουμπούκ, ένας άνθρωπος που πίστευε στην τουρκοελληνική φιλία. Σε μια περίοδο που ετοιμάζαμε μια καινόύργια εκδοση του βιβλίου της είχαμε προγραμματίσει να επισκεφθεί πρώτα την Πόλη σαν μια σταχτομπούτα και μετά να παει ως το Σίριντζε ξεκούραστη. Δεν θα ξεχάσω το πόσο είχαν κοκκινήσει τα μάγουλα της από τη συγκίνηση της την πρώτη ημέρα που τη δεξιωθήκαμε στην Πόλη. Ολοι οι προσκεκλημένοι είχαν κάνει μια μακριά ουρά για να υπογράψει τα βιβλία τους. Την αγκάλιαζαν με πολυ θέρμη. Ενα Σαββατοκύριακο την στειλαμε στην ιδιαίτερη πατρίδα της.Η Διδώ κάθε φορά που βλεπόμασταν και θυμόταν εκείνο το ταξίδι της συγκινιόταν το ίδιο . Τρελλαινόταν να μου δείχνει φωτογραφίες της με τους κατοίκους της περιοχής και με το μενού του εστιατορίου στο οποίο είχαν δώσει το όνομά της.

Από τα εικοσιπέντε χρόνια που είχε ζήσει με το συζυγο της, τον Πλάτωνα, δραστηριοποιημενο στην Αριστερά, τα οκτώ τα είχε περάσει περιθάλπτοντας τον η ίδια , καθώς  ηταν κατάκοιτος από εγκεφαλικό. Οταν μου τα εξηγούσε αγωνιούσε σαν μικρό παιδί. Οταν μου έδειχνε τις φωτογραφίες του γινόταν ρομαντική. «Πολύ τον αγάπησα. Ηταν ένας τίμιος άνθρωπος.Ποτέ δεν πρόδωσε τις αρχές του. Επί πλέον ήταν ένας θαυμάσιος σύζυγος. Ποτέ δεν μου περιόρισε τα ταξίδια μου, τις διαλέξεις μου», μου έλεγε.

Μια μέρα τη ρώτησα : » Διδώ, δεν ερωτεύτηκες άλλον άνδρα ;» Εβαλε τα γέλια. Γελώντας τσαχπινικα μου είπε : ¨Μη τα σκαλίζεις τώρα αυτά » Στα τελευταία δέκα ταξίδια μου διαπίστωνα ότι αγωνιούσε να τελειώσουν μια ώρα αρχίτερα οι επισκευές του «Οικου των Συγγραφέων». Μια μέρα, γελώντας παλι μου ειχε πει : » Μια μέρα μερκοί εργάτες που κάνανε τις επισκευές μου δείξανε κατι αποκόμματα εφημερίδων που τα είχαν βρει κρυμμένα μέσα στους τοίχους. Οταν τα διάβασα συγκινήθηκα. Ολα τα άρθρα που έγραφα στην Κατοχή εναντίον των Ναζιστών τα έκρυβα μεσα σε τρύπες που άνοιγα στους τοιχους και απο πάνω έβαζα τσιμέντο…..

—————————

Η πραγματική δύναμη της Διδούς Σωτηρίου είναι το πάθος και η ανθρωπιά. «Οι ήρωές της ένας κόσμος ολόκληρος με δικά του χαρακτηριστικά. Εκείνα τα δευτερεύοντα πρόσωπα με τα πρωτεύοντα δράματά τους ο καθένας αντιπροσωπεύει κι έναν κόσμο κι όλοι μαζί την ανθρώπιμη μάζα. Και πόσο κοντινοί μας», εγραψε γι αυτήν ο Ν.Βρεττάκος. Είχε την επίγνωση του μυθιστορηματικού εγχειρήματος που υπηρετούσε και την ευθύνη που κουβαλούσε η πένα της. «Το μεγαλείο και το βόγγο αυτής της αδούλωτης γενιάς τρομάζεις και που το αγγίζεις καθώς πασχίζεις να δώσεις κάτι από κείνα τα χρόνια» θα προλογίσει στην «Εντολή». Και ακόμη: «Τούτο το βιβλίο τό ‘γραψα σαν παθός που βλέπει τα χρόνια να φεύγουν και βιάζεται να ξεπληρώσει ένα χρέος», για να καταλήξει: «ποτέ πια άνθρωποι στην ήμερη πατρίδα μας να μην ξαναδοκιμάσουν τέτοια δεινά. Κι ούτε συγγραφέας να βρεθεί μπροστά σε τόσο δύσκολο χρέος».
Το έργο της Διδούς Σωτηρίου μεταφράστηκε στα γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ρουμάνικα, ουγγαρέζικα, βουλγάρικα, τούρκικα, με πολύ μεγάλη απήχηση. Τα «Ματωμένα χώματα» θα χαρακτηριστούν «κάστρο σωστό λόγου, ενάντια στον καιρό, τη λησμονιά και το ψέμα».

The New Hijab ( άσχετο και μόνο προς διάνθιση του ποστ)

Ο παλιός και ο καινούργιος άνθρωπος

Στο μεταίχμιο της αβεβαιότητας

Tης Ριτσας Μασουρα

Η αισιοδοξία ήταν πάντα το μυστικό της υπέρβασης των προβλημάτων του παλιότερου ανθρώπου. Ακόμη και στη χειρότερη των περιπτώσεων, ο άνθρωπος πάσχιζε να αδράξει την αισιοδοξία, μοναδική προωθητική δύναμη της ζωής. Και παρά τα μεγάλα ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα και τις κοινωνικές αντιξοότητες πορευόταν πάνω σε άγνωστες ράγες, αλλά πεπεισμένος ότι στο τέλος θα γινόταν φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση. Δεν διέσχιζε τις εποχές μονάχος. Συνοδοιπόρους είχε τις αξίες που αγόγγυστα είχε επωμιστεί από τις προηγούμενες γενιές, πυρσοί, ικανοί να φέγγουν ακόμη και τις κατασκότεινες νύχτες. Και είχε επεξεργαστεί στο μέτρο των δυνατοτήτων του την έννοια της αγάπης και της προσφοράς, του σεβασμού, της γενναιοδωρίας και της ανιδιοτέλειας. Θεματοφύλακας σπουδαίος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν διατηρούσε βέβαια όλον αυτό τον πακτωλό των αξιών σε κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης, δεν ξημεροβραδιαζόταν μελετώντας καλύτερους τρόπους εφαρμογής τους στο πρακτικό σκέλος της ζωής, αλλά τουλάχιστον παίδευε τον νου, πασχίζοντας για την κατάκτηση της αυτοσυνειδησίας. Κι όταν τα αποτελέσματα της όποιας προσπάθειάς του δεν ήταν τα αναμενόμενα στον κοινωνικό χώρο, δεν εγκατέλειπε, δεν παραδιδόταν στο έρεβος, δεν εγκαταλειπόταν στα υποτακτικά στο μαγικό ραβδί της Κίρκης, αλλά ξανάπιανε το νήμα απ’ την αρχή.

Κανείς δεν αντιλέγει ότι αυτός ο ημι-ιδανικός, απών σήμερα, άνθρωπος είχε πολύ γήινες ανάγκες και βίωνε όπως και τόσοι άλλοι μαζί του τη ματαιότητα και την αμείλικτη πραγματικότητα της φθοράς. Προφανώς, όμως, διέθετε αντισώματα, τα οποία συνέβαλαν στο να παρεκκλίνει της συνήθους πορείας των πολλών και να επιστρέφει εκεί, όπου ο ίδιος επιθυμούσε να σταθεί. Σήμερα, ο τύπος αυτός έχει εκλείψει και πιθανότατα ανευρίσκεται στα ράφια του μουσείου. Εξέλιπε, όπως νομοτελειακά εκλείπουν τα εξαιρετικά όμορφα είδη του ζωικού βασιλείου.

Ο καινούργιος άνθρωπος, λάτρης της επιτάχυνσης, αρέσκεται στην ορθοπεταλιά. Απολαμβάνει με τις ώρες τον εαυτό του στον καθρέφτη, γίνεται σχεδόν μόνιμος συνομιλητής του, απελπιστικά νάρκισσος. Δεν πληροί παρά ελάχιστα από τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια του πολίτη, όπως τη δίδαξε ο Αριστοτέλης. Μη στοχαστικός, μη ανθεκτικός στις ιδιαιτερότητες της ζωής, δέσμη ακόρεστων ορέξεων, ματαιόδοξος μέχρις εσχάτων, θεωρεί πολύ λογικό να αυτοπροβάλλεται ακόμη κι όταν οι άλλοι τον προσπερνούν, εφευρίσκει τρόπους επικυριαρχίας και βλάπτει επί μονίμου βάσεως τον διπλανό του. Ο υλισμός και ο καταναλωτισμός γίνονται γι’ αυτόν ένα είδος σύγχρονης θεότητας και όντας προκλητικά χορτάτος, θεωρεί ότι του αξίζει ακόμη περισσότερη ευημερία, η οποία αναγκαστικά περνάει μέσα από τα λαγούμια της διαφθοράς, κρατικά ή μη. Ενα περίεργο ανθρώπινο είδος ο καινούργιος άνθρωπος (δεν εξυπακούεται η γενικότητα), χωρίς εσωτερικότητα, με υπέρμετρο ατομικισμό και απέχθεια για οτιδήποτε συλλογικό, δείχνει να απολαμβάνει τον κατακερματισμό της ζωής, όπως ο εμπρηστής απολαμβάνει εκ του μακρόθεν τη φωτιά στις μεγάλες δασικές εκτάσεις. Γιατί, όντας πλεονέκτης, ελπίζει ότι τα περισσότερα κομμάτια γης θα περιέλθουν στην ιδιοκτησία του.

Η ζωή του σύγχρονου ανθρώπου βρίσκεται στο μεταίχμιο της αβεβαιότητας ως προς τη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών της. Κι είναι μάλλον απίθανο να γίνουν προβλέψεις. Ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι, όμως, αντιλαμβάνονται ότι τέτοιοι πολίτες, σαν αυτούς που προαναφέραμε, δεν μπορούν να αποτελούν πλατφόρμες μεταφοράς μας στο μέλλον, ούτε να μένουν στο απυρόβλητο στο διηνεκές.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 25-6-2008

ΥΓ. Πολλοί θα πείτε ότι ολα τουτα ειναι αμπελοφιλοσοφίες και αοριστίες. Η ζωή ειναι κατι πολυ πιο χειροπιαστό. Αλλά νομίζω ότι απο τη θεωρία ξεκινάμε για να φτάσουμε στην πράξη. Αν κανω λαθος, διορθώστε με.

Ετσι, για να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή

Περίπου 42 εκατομμύρια είναι ο πληθυσμός των αλλοδαπών που ζουν στη Δυτική Ευρώπη – μια αύξηση άνω του 30% συγκριτικά με το 1995. Και αν οι Οδηγίες για την υποδοχή αιτούντων άσυλο (2003) και την παροχή καθεστώτος πρόσφυγα (2005) αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υλοποίησης, κυρίως στα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου, η νέα στρατηγική της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής δημιουργεί σε πολλούς βάσιμες ανησυχίες, η κριτική που ασκείται κάνει λόγο για σκληρά έως εκδικητικά μέτρα, που δεν συνάδουν με το πολιτιστικό υπόβαθρο της Ε.Ε. και τις αξίες που αυτή εκφράζει. Η Οδηγία για τις «επιστροφές» (που αφορά τους παράνομους μετανάστες) υπερψηφίσθηκε την περασμένη Τετάρτη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με απόρριψη των τροπολογιών που είχαν καταθέσει οι Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι και η Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά.

Τα κύρια σημεία της είναι τα εξής:

– Η Οδηγία παρέχει δυνατότητα κράτησης έως 18 μήνες,

– Απαγορεύει την επανεισδοχή για πέντε έτη σε όσους δεν αναχωρούν εθελοντικά,

– Αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας,

– Δεν διασφαλίζει τις ευάλωτες ομάδες (παιδιά και μητέρες, ασυνόδευτοι ανήλικοι, ηλικιωμένοι κ.ά.).

Η Υπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες σε κείμενο θέσεών της εκτιμά ότι η Οδηγία:

– Δεν διασφαλίζει επιστροφές (εθελοντική, απέλαση ή επαναπροώθηση) με ασφάλεια και σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,

– Θέτει σε αμφιβολία τα δικαιώματα όσων λαμβάνουν απορριπτική απάντηση σε αίτημα ασύλου ή ανθρωπιστικού καθεστώτος από κράτος-μέλος

– Δημιουργεί προσκόμματα σε όσους θέλουν να προσβάλλουν αποφάσεις απέλασης.

——————-

Στην Ιταλία εχουν πρόβλημα με τους ηλικιωμένους Αν ανακοπεί η επέλαση των μεταναστών, οι γέροι θα μεινουν χωρίς φροντίδα. Σας λέει κάτι αυτο ; Εχετε ποτέ σκεφτεί το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος ολων αυτων των ξενιτεμένων ανθρώπων – των γυναικών κυριως – που αναλαμβάνουν εναντι πινακίου φακής να ξεσκατώνουν και να νταντεύουν αυτούς που μας αγαπησαν, που μας ντάντεψαν και μας ξεσκάτωσαν χωρίς να βγάζουν αχνα; Τόχετε ποτέ σκεφτεί ; Αν ‘όχι ριξτε μια ματιά στο άρθρο και στη συνέχεια σε μια άλλη εξίσου σκοτεινή ιστορία:

Αντιδράσεις εξακολουθεί να προκαλεί ο νέος μεταναστευτικός νόμος τον οποίο προωθεί η δεξιά κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, καθώς εκτιμάται ότι θα δημιουργήσει σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα αναφορικά με τη φροντίδα των ηλικιωμένων στη χώρα, της οποίας ο πληθυσμός γερνά με δραματικούς ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, ο εμπνευστής της μεταναστευτικής πολιτικής του Μπερλουσκόνι, ο Ουμπέρτο Μπόσι, ηγέτης του ξενοφοβικού κόμματος Λέγκα του Βορρά και εταίρος του στην κυβέρνηση, άφησε αιχμές κατά του Ιταλού πρωθυπουργού, λέγοντας ότι ο Καβαλιέρε φοβάται πολύ μήπως καταλήξει στη φυλακή. Παράλληλα, στο πλαίσιο της προσπάθειας να δώσει λύση στο ζήτημα των σκουπιδιών στη Νάπολη, η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δημιουργεί νέο χώρο υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) στο Κιαϊάνο, κοντά στην πόλη.Πλήθος επικρίσεων

Σύμφωνα με τη νέα αυστηρή νομοθεσία της Ιταλίας, η λαθρομετανάστευση θα θεωρείται αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης. Τα προτεινόμενα μέτρα προκαλούν τις επικρίσεις της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, των ανθρωπιστικών οργανώσεων, του Βατικανού, των Ηνωμένων Εθνών, ενώ και οι Ιταλοί δικαστές προβληματίζονται για τον αριθμό των δικών που θα αυξηθεί σημαντικά. Ακόμη και ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσον είναι εφικτό το ιταλικό κράτος να φυλακίζει εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες. Πρόσθεσε όμως ότι πρόκειται για προσωπική του άποψη, προφανώς για να αποφύγει τη σύγκρουση με τη Λέγκα του Μπόσι.

Παρατηρητές επισημαίνουν ότι καθώς το προσδόκιμο ζωής στην Ιταλία αυξάνεται ενώ η υπογεννητικότητα είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο -μετά 10 χρόνια, το ένα τέταρτο των Ιταλών, περί τα 13,4 εκατομμύρια άνθρωποι, θα είναι άνω των 65 ετών- η αγορά για τους λαθρομετανάστες που φροντίζουν ηλικιωμένους, γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Κλείνοντας τις πόρτες στους μετανάστες, θα δημιουργηθεί πρόβλημα σε μια κοινωνία που αρνείται να αφήσει τη φροντίδα των ηλικιωμένων στα γηροκομεία. Οι Ιταλοί ωστόσο είναι αμφίθυμοι καθώς ενώ μια σημαντική μερίδα τους επιζητεί αυστηρότερα μέτρα κατά της μετανάστευσης, οι ίδιοι άνθρωποι δηλώνουν ότι έχουν απόλυτη ανάγκη τους μετανάστες.


——————————–

Προσθέτω μια εξαιρετικά σπάνια μαρτυρία , της Μαρίας από την Ηρακλειά, την οποία παρουσιάζει ο Τάκης Καμπύλης στην» Κ». Αυτη η ιστορια αποτελεί τον άλλο μας εαυτό. Αυτόν για τον οποίον πότε πότε πρεπει να ντρεπόμαστε. Διαβάστε την/

Ενστολος ρατσισμός

Tου Τακη Καμπυλη

— Η αίτηση για νέο διαβατήριο είναι άκυρη.

— Γιατί;

— Η αιτούσα προέρχεται από ύποπτη χώρα.

— Μα είναι Ελληνίδα, έχει ταυτότητα, ψηφίζει στις εκλογές και είναι υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών.

— Μπορεί να έβγαλε ταυτότητα με πλαστά πιστοποιητικά.

— Μα εσείς, η αστυνομία εξέδωσε την ταυτότητά της.

— Πρέπει να αποδείξει ότι τα πιστοποιητικά ιθαγένειας δεν είναι πλαστά.

— Μα εσείς τα ελέγξατε.

— Μπορεί να μας ξεγέλασε.

— Ποιο στοιχείο σας οδηγεί σ’ αυτή την πιθανότητα;

— …

Η Μαρία έμεινε να απορεί…

Η Μαρία ζει στην Ηρακλειά, το νησάκι των μικρών Ανατολικών Κυκλάδων κοντά στη Νάξο.

Η ιστορία ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, από ένα άλλο νησί, την Ικαρία. Στη διάρκεια της Κατοχής δύο αδέλφια διωγμένα από την πείνα και τον πόλεμο περνούν στην Τουρκία. Από ’κει Αίγυπτο κι από ’κει οι Αγγλοι τους προωθούν στην Τανζανία. Η αδελφή μένει εκεί, στο Μορογκόρο, μια πόλη περίπου δύο ώρες από το Dar-es-Salaam. Ο αδελφός επιστρέφει στην Ικαρία, αλλά τα πράγματα ήταν ακόμη δύσκολα. «Ελα στην Τανζανία, εδώ έχει δουλειές», του έγραψε η αδελφή του. Και πήγε. Γνώρισε τη γυναίκα του (Τανζανή) και απέκτησαν οκτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ενα από αυτά και η Μαρία. Ο Ικαριώτης τη δήλωσε, όπως και τα άλλα παιδιά του στο ελληνικό προξενείο και απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια. Τα «γονίδια» έκαναν το δικό τους και τα οκτώ παιδιά πήραν ελληνική μόρφωση σε μαύρα κεφαλάκια. Η Μαρία αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα. Το 1986 ξεκινάει σπουδές στη Βιολογία, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ολοκληρώνει το 1990 και πριν επιστρέψει στην Τανζανία περνάει από την Ηρακλειά για να αποχαιρετήσει μια θεία της, αδελφή του πατέρα της. Εκεί γνωρίζει τον Αντώνη. Αλλη ιστορία αυτός. Ηρακλειανός από το Μπραχάμι βαρέθηκε την Αθήνα και είχε αποφασίσει –εκείνο το καλοκαίρι– να μείνει μόνιμα στο νησάκι. Να γίνει ψαράς. Εκείνο το καλοκαίρι ο Αντώνης και η Μαρία παντρεύτηκαν. Μια μαύρη στην Ηρακλειά ήταν όπως και να το κάνουμε κάτι ξεχωριστό για τους λιγοστούς νησιώτες. Αλλά το αγκάλιασαν το ζευγάρι και το βοήθησαν. Ηξεραν ότι θα φέρει ζωή στο νησί τους. Και είχαν δίκιο. Σήμερα, τα τρία από τα επτά-οκτώ παιδιά που ζουν μόνιμα στην Ηρακλειά είναι δικά τους.

Η περιπέτεια της Μαρίας

Το 1999 η Μαρία διορίστηκε στο ΚΕΠ Ηρακλειάς – στο πλαίσιο των τότε προσπαθειών για να κρατηθεί και να διευκολυνθεί ο κόσμος της άγονης γραμμής στον τόπο του. Και η ζωή τους κυλούσε μια χαρά.

Τα ευχάριστα νέα ήρθαν για τη Μαρία πριν από μερικούς μήνες. Η μικρότερη αδελφή της, που ζει μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα στην Τανζανία, επρόκειτο να παντρευτεί χθες. Ολα τα αδέλφια, μοιρασμένα σε τρεις ηπείρους, αποφάσισαν να ξαναβρεθούν και να γιορτάσουν με τη μικρή τους αδελφή στο σπίτι τους στο Μορογκόρο. Και η Μαρία. Πήγαν λοιπόν με τον Αντώνη στο Αστυνομικό Τμήμα Νάξου και στις 29 Μαΐου καταθέτουν αίτηση για τα νέα διαβατήρια. Λίγες μέρες μετά ειδοποιείται ο Αντώνης να παραλάβει το διαβατήριό του.

«Και της Μαρίας;» ρωτάει τον αξιωματικό υπηρεσίας. Κάτι μισόλογα που πήρε για απάντηση τον πονήρεψαν. Τα αεροπορικά εισιτήρια είχαν κλειστεί για το προπερασμένο Σάββατο. (Δεν βρίσκεις και κάθε μέρα πτήση για Τανζανία).

Η Μαρία δεν έχει πάρει καμία επίσημη απάντηση. Μαθαίνει τελικά (με τη βοήθεια της «Καθημερινής») πως η αίτησή της έχει ακυρωθεί! Διότι «η Τανζανία συμπεριλαμβάνεται στις ύποπτες χώρες προέλευσης». Μα είναι Ελληνίδα, μα είναι υπάλληλος του ίδιου υπουργείου… Τίποτα. Ενας τοίχος στο υπουργείο Εσωτερικών, στην ΕΛ.ΑΣ., στο τμήμα Διαβατηρίων.

Σαν τελευταία «υποχώρηση» στον δικό τους παραλογισμό, οι αξιωματικοί στην Αθήνα ζητούν από το Α.Τ. Νάξου να γίνει επανέλεγχος των πιστοποιητικών ιθαγένειας. Δηλαδή να σταλούν ταχυδρομικώς τα χαρτιά από το υπουργείο Εσωτερικών (Αθήνα) στη Νάξο κι από ’κει να ξανασταλούν (πάλι ταχυδρομικώς) στην υπηρεσία Διαβατηρίων στην Αθήνα! Δηλαδή το υπουργείο επικοινώνησε με τον «εαυτό του» μέσω Νάξου.

Οχι, δεν σκέφτηκαν να πάρουν τα έγγραφα απευθείας οι αξιωματικοί της Αθήνας από το υπουργείο τους. Ας «χάσει η μαύρη το αεροπλάνο».

Τέτοιες στιγμές το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι. Αλλά ο Αντώνης και η Μαρία είπαν να το παλέψουν. Ετσι –χάρη και στη βοήθεια του αστυνομικού στη Νάξο– τα χαρτιά έφυγαν την ίδια μέρα από το νησί. Μία μέρα πριν από την πτήση, η Μαρία αποφασίζει να έρθει στην Αθήνα και να παρακαλέσει να πάρει το διαβατήριο από τη διεύθυνση Διαβατηρίων στην Αθήνα.

Αμ δε… «Υπηρεσιακώς θα τα πάρεις (σ.σ. ο ενικός απαραίτητος, εξουσιαστικός). Από τη Νάξο».

«Μα θα χάσω το αεροπλάνο και τα εισιτήρια για την Τανζανία».

Καμία σημασία, καμία απάντηση.

Ηττα, αλλά ποιου;

«Τελικά, λέει η Μαρία, έχασα την πτήση μου στις 13/6 και δεν έβρισκα θέση σε άλλη πτήση για να φτάσω έγκαιρα στο γάμο. Είχα ελπίσει ότι θα έβλεπα την αδελφή μου τη Κατερίνα που πήρε μόνο 10 μέρες άδεια για να κατέβει στον γάμο (τα τελευταία χρόνια ζει στις ΗΠΑ) να βρεθούμε γιατί έχω να τη δω από το 1995. Η άλλη μου αδελφή, η Ελίζα, παντρεύτηκε τον Δεκέμβρη (δεν μπορούσα να πάω) και θα μείνει στον Καναδά και ποιος ξέρει πότε θα τη ξαναδώ. Τους γονείς μου έχω να τους δω δύο χρόνια, και όσο να ’ναι, μεγαλώσανε κι αυτοί».

«Αν δεν σου έχει συμβεί να αμφισβητούν αυτό που είσαι, δεν μπορείς να καταλάβεις. Οταν έχεις ζήσει 40 χρόνια ως Ελληνίδα είναι σοκ το ελληνικό κράτος να σου λέει ότι πρέπει να ελέγξουν πώς έγινες Ελληνίδα. Ολα αυτά, όταν ο πατέρας μάς μιλούσε ελληνικά από μωρά, μας βάφτισε ορθόδοξους και μας πήγαινε στην Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία του Dar-es-Salaam στις γιορτές του Πάσχα και τα Χριστούγεννα, μας έστειλε να μάθουμε γράμματα στο μοναδικό ελληνικό σχολείο της Ανατολικής Αφρικής που ήταν 800 χλμ. από το σπίτι μας, ακούγαμε Νταλάρα, Ξυλούρη και Καζαντζίδη και μας είχε δηλώσει στο ελληνικό προξενείο του Dar-es- Salaam. (Ειρωνεία: στην Τανζανία δεν επιτρέπεται η διπλή υπηκοότητα και επειδή είχα πάντα ελληνικό διαβατήριο, χρειάζομαι βίζα για να πάω στην άλλη μου πατρίδα). Καλώς ή κακώς οι δύο εθνικότητες συνυπάρχουν στο άτομό μου!

Κατά τα άλλα, οι κ. Παυλόπουλος και Χηνοφώτης μεταρρύθμισαν τις σχετικές διαδικασίες.

Τουλάχιστον η Μαρία δεν έχασε τα εισιτήρια. Εξήγησε στους υπαλλήλους το πρόβλημά της, ότι αυτή δεν ευθύνεται και οι άνθρωποι (με επιπλέον 75 ευρώ ) το μετέτρεψαν ανοιχτό για ένα χρόνο…

Περίπου 2.500 Αφροελληνάκια ζουν σήμερα στην Ελλάδα. (Τρία στην Ηρακλειά)… Θα ρωτήσουν άραγε την υπηρεσία Διαβατηρίων τι είναι; Ο ρατσισμός είτε ένστολος (όπως εν προκειμένω) είτε χωρίς στολή δεν αντιμετωπίζεται με υπουργικά ευχολόγια. Ιδίως στην καθημερινότητα.

Για την Αφρική, γράφει ο Jared Diamond (καθηγητής στο UCLA), μάθαμε από τους τυχοδιώκτες και από τους φανατικούς ιεραποστόλους. Ετσι ξεκίνησαν όλα τα στερεότυπα. Από αυτούς που νομίζουν πως αυτό που «είναι» εξαρτάται από αυτό που «βλέπουν»

Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία :διαδραστικές μνήμες

ριτς
Lena Platonos – Roza Rozalia

Ο πολύς κόσμος τη γνώρισε μέσα από τη «Λιλιπούπολη», την καθημερινή παιδική επομπή στο Γ΄ Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, και το τραγούδι-φετίχ «Ρόζα Ροζαλία». Αλλά εκείνα τα χρόνια η Λένα Πλάτωνος ήταν περισσότερο μια πειραματική, αν όχι ιδιόρρυθμη, μουσικός που αναγνωριζόταν από έναν στενό κύκλο ανθρώπων. Σήμερα η Λένα Πλάτωνος είναι ίνδαλμα.

Αν ανοίξετε τη σελίδα της στο myspace θα δυσκολευθείτε να βρείτε άλλους Έλληνες καλλιτέχνες με περισσότερους «φίλους». Μετράει 2.245 ανθρώπους, αφήνοντας πίσω πολύ πιο αναγνωρίσιμους συναδέλφους της όπως τον Διονύση Σαββόπουλο (816) ή τη Χαρούλα Αλεξίου (1.870). Λόγια λατρείας γράφονται κάθε μέρα. Από Έλληνες και ξένους που με κάποιο μυστηριώδη τρόπο ανακαλύπτουν τη μουσική της. «Η μουσική σου με κάνει ευτυχισμένη. Είσαι σπουδαία!» διαβάζουμε σ’ ένα μήνυμα από την Ιαπωνία. «Άκουγα σήμερα τη Λιλιπούπολη κι αναρωτιόμουν πώς μπορεί τούτος ο μαγικός τόπος να παραμένει χρόνια τώρα μέσα στις καρδιές μας σαν ένας λυγμός, βαθύς, από κάτι πολύτιμο που πάντα θα το αναζητούμε», της γράφει η Natassa M.

Για τους Ελληνες «απογόνους» της, ανθρώπους σαν τον Κωνσταντίνο Β. και τον Νίκο Πατρελάκη, μουσικούς που κάνουν καλή ηλεκτρονική μουσική σχεδόν δύο δεκαετίες τώρα, η Λένα Πλάτωνος αποτελεί αξεπέραστο σημείο αναφοράς. «Έκανε πράγματα με την ηλεκτρονική μουσική όταν ακόμη στην Ελλάδα είχαμε μεσάνυχτα», έγραψε κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος Β.

Ο απόηχος της λατρείας τρυπώνει στο διαμέρισμα της Λένας Πλάτωνος, κάπου κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, χάρη στο Ίντερνετ αλλά και σε επίμονα τηλέφωνα θαυμαστών που θέλουν να της μιλήσουν. Αλλά η Λένα Πλάτωνος έχει ανάγκη και τον απόηχο και την ησυχία. Η δεκαετία του ’90 ήταν δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια. Δύο απώλειες την εξόρισαν σε τόπους οδύνης και μεγάλου, αβάσταχτου πόνου.

Δημητρης Ρηγοπουλος (Καθημερινή, 16,11,2007)

—————————————————————————————–

Συνέντευξη της Λένας Πλάτωνος

ΚΕΙΜΕΝΑ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΛΛΗ ΚΟΝΤΟΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΤ. ΑΝΔΡΙΑΝΕΣΗΣ

[26 Μαΐου,2006 Ναυτεμπορική] ( Από το μπλογκ του Μ.HULOT’S)

ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΣΕ, αλλά κι όταν σώπαινε, μας κοιτούσε ολόισια στα μάτια. Εξαιρετικό ταλέντο στη σύνθεση και στο πιάνο, η Λένα Πλάτωνος ξεδίπλωσε μπροστά μας ολόκληρη τη ζωή της. Ένα μαγιάτικο απόγευμα συναντήσαμε μουσικές και ανθρώπους, γευτήκαμε νότες και συναισθήματα. Ύστερα από τέσσερις ώρες, την καληνυχτίσαμε ευτυχισμένοι. Θα ακούσουμε σύντομα τα νέα της κομμάτια – το καλοκαίρι θα συνεργαστεί με το Vassiliko. Αλλά του χρόνου θα δούμε και τους πίνακές της. Ζωγραφίζει κιόλας. Το ξέρατε;
Πότε συναντήσατε τη μουσική;
Πολύ μικρή. Άκουγα τον πατέρα μου να παίζει και «βαπτίστηκα»! Ήταν πολύ σπουδαίος συνθέτης και πιανίστας. Δε θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς μουσική. Απ’ ό,τι μου είπαν, άρχισα να παίζω ενάμισι έτους, με το ένα χέρι – έπιανα μελωδίες! Δυόμισι χρονών, Χριστούγεννα, είχα σαράντα πυρετό. Μόλις έφυγαν τα παιδιά που είπαν τα κάλαντα, πετάχτηκα στο πιάνο και τα έπαιξα. Με τα δύο χέρια – έβαλα και τις αρμονίες! Μια φίλη της μαμάς μου ήταν εκεί και λιποθύμησε.
Μετά κάλεσαν και δημοσιογράφους στο σπίτι. Τριάμισι χρονών, μόλις τελείωσε μια συναυλία μαθητών του πατέρα μου στον Παρνασσό, ανέβηκα στη σκηνή κι έπαιξα μια σονατίνα. Ο κόσμος, που είχε αρχίσει να φεύγει, ξαναγύρισε, με άκουσε και με χειροκρότησε. Ό,τι έπαιζα -Μπετόβεν, Σοπέν, Μότσαρτ, Μπραμς και δικές μου συνθέσεις ή του πατέρα μου- το έπαιζα κυρίως «με το αφτί». Μαθήματα παρακολούθησα πολύ αργότερα. Δεκατριών χρονών συμμετείχα σε πανελλήνιο διαγωνισμό προχωρημένης μέσης σχολής προς τιμή της Καίτης Παπαϊωάννου, στο Ωδείο Αθηνών. Έπαιξα μια φούγκα του Μπαχ, μια σπουδή του Κράμερ, Χάιντν και τα «Τραγούδια χωρίς λόγια» του Μέντελσον. Το πρόγραμμα το έμαθα μέτρο-μέτρο, όπως μου το έπαιζε ο πατέρας μου.
Πήρα το πρώτο βραβείο και ο Μενέλαος Παλλάντιος, ο διευθυντής του Ωδείου, λέει στον πατέρα μου «και με τα θεωρητικά τι θα γίνει, Γιώργο;» «Άσε, θα την αναλάβω εγώ» του απάντησε. Μέσα στο καλοκαίρι, στη Ραφήνα όπου παραθερίζαμε, έβγαλα πέντε σολφέζ και τέσσερις θεωρίες. Από τη μελέτη, πονούσαν τα μάτια μου, έπαθα κατάθλιψη και νόμιζα ότι είχα όγκο στον εγκέφαλο και θα πέθαινα! Τελικά, απλά είχα μεγάλη μυωπία και αστιγματισμό. (γέλια) Φόρεσα γυαλιά και το πρώτο βράδυ ξάπλωσα στο κρεβάτι των γονιών μου, τους αγκάλιασα και τους λέω «γονείς, ξαναγεννήθηκα!»
Μετά μπήκα στο ωδείο κανονικά και σε πέντε χρόνια -πάντοτε με υποτροφία- πήρα το δίπλωμά μου στο πιάνο με τη Μαρίκα Παπαϊωάννου – δεκαεννέα ετών. Έπαιξα χωρίς ίχνος τρακ ωραία και δύσκολα κομμάτια – Μπετόβεν, Σούμαν, Ραβέλ, Λιστ. Ήταν καταπληκτική εμπειρία, από τις ωραιότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Από τότε είχα αποφασίσει να γίνω πιανίστρια.
Και μετά το πτυχίο;
Ήταν τα τέλη δεκαετίας του ’60, εποχή των χίπις και των γκρουπ με την τρομερή μουσική. «Την έκανα» και προς τα ‘κει. Μάλιστα, όταν, αμέσως μετά, πήγα στη Βιέννη -και εκεί με υποτροφία- για να συνεχίσω τις σπουδές μου στο πιάνο, οι μισές συναυλίες που παρακολουθούσα ήταν ροκ (Tζέθρο Tαλ, Πινκ Φλόιντ). Τη δεύτερη χρονιά, λίγο πριν από το Πάσχα του ’71, ήμουν με μια φίλη μου στο Ζάλτσμπουργκ και ρωτάμε ένα νεαρό πού έχει μπαρ εκεί κοντά.
Τελικά, πηγαίνουμε όλοι μαζί για καφέ και πάνω στην κουβέντα μού δίνει στίχους του στα Αγγλικά· έτσι φτιάχνω τα πρώτα μου τραγούδια, τα οποία ήταν τόσο απελευθερωτικά σε σχέση με την «καλογερική» στο πιάνο… Τότε ανακάλυψα ότι μου άρεσε πολύ η ενορχήστρωση και για φωνή σκέφτηκα αμέσως τη Σαβίνα (Γιαννάτου), την οποία γνώριζα από τη χορωδία του σχολείου – ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερή μου, κατάξανθη με μεγάλα, καστανά μάτια και φωνή αγγελική! Το 1971, στη Βιέννη, είχα στο νου μου αυτή τη φωνή και λέω «αυτή θα είναι η καινούργια φωνή στον ελληνικό χώρο!».
Γυρίζω στην Ελλάδα -χούντα τότε- όπου τραγουδούσαν πολλά μεταφρασμένα κομμάτια. Πάμε με τη Σαβίνα σε έναν παραγωγό, την ακούει και τη ρωτάει «θέλεις να τραγουδήσεις μεταφρασμένα;» κι αυτή του απαντά «όχι, δε με ενδιαφέρει». Έτσι, τα πρώτα μου τραγούδια δεν εκδόθηκαν ποτέ…
Ύστερα;
Ακολούθησε μια περίοδος πολύ άσχημη για μένα. Δεν ήξερα τι προσανατολισμό να πάρω και άρχισα να μην πολυπαίζω και πιάνο. Μετά, το ’75, ξαναδόθηκα στο πιάνο. Τότε παντρεύτηκα το Δημήτρη Μαραγκόπουλο και πήγαμε μαζί στο Βερολίνο. Επιστρέφουμε το 1978, τη χρυσή εποχή του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ, με διευθυντή το Μάνο Χατζιδάκι. Ήταν όλοι εκεί: Θάνος Μικρούτσικος, Σπύρος Σακκάς, Γιώργος Κουρουπός. Ήταν όλοι φίλοι του Δημήτρη, που μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του στη σύνθεση, και του λένε «έλα κι εσύ στην ομάδα, ετοιμάζουμε μια καθημερινή, παιδική εκπομπή».
Παραγωγός ήταν η Ελένη Βλάχου και στίχους έγραφαν η Ρεγγίνα Καπετανάκη και η Μαριανίνα Κριεζή. Η Μαριανίνα ήταν η «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη, ο οποίος είχε πει στο Χατζιδάκι «αυτή η κοπέλα γράφει πολύ ωραίους παιδικούς στίχους, πάρ’ τη στο Τρίτο». Δίνουν, λοιπόν, μερικά τραγούδια στο Δημήτρη, που όμως είχε κι άλλες δουλειές. Έτσι, του προτείνω να φτιάξω εγώ τα μισά και να βάλει το δικό του όνομα. «Και γιατί να μη σε προτείνω κι εσένα στην ομάδα;» μου απαντά. «Ωχ, ο Μαραγκόπουλος μας φέρνει τη γυναίκα του!» είπαν αυτοί στην αρχή. Αλλά όταν τους πάω τα τρία πρώτα -«Το Τσιφτετέλι της γρίπης», το «Περνά-περνά η ώρα» και τις «Μέρες της βδομάδας»- ενθουσιάζονται.
Φωνάζουμε και το Χατζιδάκι, που με ήξερε σαν πιανίστρια, ακούει το «Τσιφτετέλι της γρίπης» και, μπροστά σε όλους, λέει του Δημήτρη «Μαραγκόπουλε, σ’ έφαγε η γυναίκα σου!». Η αλήθεια είναι ότι ο Χατζιδάκις μου είχε αδυναμία μεγάλη και παρακολουθούσε στενά την εξέλιξή μου. Αυτός πήρε τηλέφωνο τον Πατσιφά και του είπε «έχω εδώ μια συνθέτρια καταπληκτική». «Τρελάθηκες, Μάνο, μου προτείνεις γυναίκα;» του απαντά αυτός. «Ναι, βρε, σου προτείνω γυναίκα. Τι θες; Αφού είναι μεγάλο ταλέντο!»
Την επιτυχία της «Λιλιπούπολης» ακολούθησε η μελοποίηση του Καρυωτάκη…
…Που, ουσιαστικά, βγήκε από τα «Ποιητικά πεντάλεπτα» του Τρίτου. Μου ανέθεσαν, Μάιο μήνα, να μελοποιήσω ένα ποίημά του. Τρόμαξα. Αγοράζω τα ποιήματά του, πάω σπίτι, τα ξαναδιαβάζω. Θαυμάσια ποιήματα. Μάιος, τώρα, και Καρυωτάκης… Οξύμωρο ακούγεται! Έμενα τότε σε ένα ρετιρέ στο Λυκαβηττό. Είχα φτιάξει κήπο με πολλά λουλούδια. Κάθε μέρα έβαζα ένα τριαντάφυλλο επάνω στο πιάνο με ουρά που είχα. Ένα δειλινό, κάτω έπαιζαν μπάλα τα παιδιά. Ιαχές ακούγονταν. Ανοίγω το βιβλίο και πέφτω στα «παιδάκια που παίζουν, τ’ ανοιξιάτικο δείλι». Αυτό ήταν. Το φτιάχνω αμέσως. Με πιάνουν τα κλάματα – δείγμα, για μένα, ότι ήταν καλό το τραγούδι. Τηλεφωνώ στον Άρη Χριστοφέλη, που είναι πολύ φίλος μου, και του λέω «νομίζω ότι έγραψα ένα πολύ καλό τραγούδι». «Τι φτιάξατε!» μου λέει μόλις το ακούει – μου μιλούσε στον πληθυντικό. Πάω στο Τρίτο, φωνάζω τη Σαβίνα και της κάνω τη δεύτερη φωνή.
Μόλις βγαίνω από το πλέιμπακ, η Ελένη Βλάχου με αγκαλιάζει κι αρχίζει να κλαίει. Αρχίζω, πλέον, να μελοποιώ Καρυωτάκη εκτός Τρίτου. Τα ακούει ο Χατζιδάκις, ενθουσιάζεται και μου λέει «τι τραγούδια είν’ αυτά, θέλω να στα κάνω δίσκο! Αλλά πρώτα θα τα παρουσιάσω στη συναυλία που θα κάνω στη μνήμη της μητέρας μου, μαζί με τη «Σκοτεινή μητέρα», με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Ηλία Λιούγκο και το Βασίλη Λέκκα.» Πράγματι, με παρουσιάζει στο κοινό λέγοντας «όλοι είναι καλοί, αλλά η πιο πολλά υποσχόμενη για το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού είναι η Λένα Πλάτωνος».
Μάλιστα, στις πρόβες, του λέω μια μέρα «να σας παίξω ένα τραγούδι, να σας το χαρίσω;» κι αφού τ’ ακούει, με μεγαλοθυμία τρομερή λέει μπροστά σε όλους τους μουσικούς «δεν το περίμενα ότι ο αντικαταστάτης μου θα ήταν γυναίκα!». Αμέσως μετά κι αφού είχα έτοιμο τον «Καρυωτάκη», έρχομαι σε επαφή με τον Πατσιφά, που μου προτείνει να βγάλουμε πρώτα κάτι άλλο. Έτσι, το 1981, αρχίζουμε σιγά-σιγά το «Σαμποτάζ», με τη Μαριανίνα. Συνεργαζόμασταν καθημερινά και με το Γιάννη (Παλαμίδα) και με τη Σαβίνα (Γιαννάτου).
Το καλοκαίρι κάναμε μαζί διακοπές. Εγώ με το Γιάννη πηγαίναμε για μπάνιο κι η Μαριανίνα έλεγε «δε θα ‘ρθω παιδιά, φτιάνω το «Χίλιες και μια νύχτες σινεμά»» και μετά μας ρωτούσε πώς μας φαίνεται. Από τα μαγικά καλοκαίρια της ζωής μου… Ήμουν μέσα στη μουσική από το πρωί ως το βράδυ. Το φθινόπωρο κάναμε πρόβες καθημερινά, τόσο εντατικά που κάποιοι γείτονες μου έστειλαν τρεις φορές εξώδικο. «Παιδάκι μου, τι τους έχεις κάνει και σε τρέχουν έτσι;» μου είπε ο δικαστικός κλητήρας. «Τι να σας πω» του απαντώ «μουσικός είμαι.» (γέλια) Το «Σαμποτάζ» το ηχογραφήσαμε το 1981, Οκτώβριο, μήνα που έχω τα γενέθλιά μου.
Την ημέρα εκείνη πήγα στο στούντιο με μία τούρτα. Τα πιο ευτυχισμένα γενέθλια της ζωής μου! Ήμασταν απόλυτα δοσμένοι σ’ αυτό που κάναμε. Είχαμε πολύ πάθος. Ο Πατσιφάς, όταν άκουσε τα τραγούδια, ενθουσιάστηκε. Ήταν υπέροχος άνθρωπος! Και του Χατζιδάκι του άρεσαν πολύ.
Σας είχε μεγάλη αδυναμία ο Χατζιδάκις.
Ναι. Με αγαπούσε πολύ. Όταν του έφτιαξα το δίσκο του («Το ’62 του Μάνου Χατζιδάκι») μου είπε «κανείς ποτέ δεν έχει αισθανθεί τις αρμονίες μου όπως εσύ. Άκουσες και πέρα απ’ αυτές. Θα ήθελα να κάνεις ακόμη πιο τολμηρή διασκευή.» «Τα βρίσκω πολύ τέλεια τα τραγούδια σας» του λέω «δεν τόλμησα να τα διασκευάσω περισσότερο».
Σε όλη την πορεία σας αισθάνεστε κοντά με άλλους έλληνες μουσικούς;
Όχι. Αισθάνομαι ότι κάνω κάτι μόνη μου. Δυστυχώς!
Θα θέλατε να ήταν κι άλλοι «μαζί» σας;
Ναι.
Γιατί δεν είναι;
Έλα ντε. Η μοίρα μου, φαίνεται, μου έγραψε μοναχική πορεία. Τι να πω;
Και για το επίπεδο της μουσικής σήμερα, τι λέτε; Παρακολουθήσατε τη Γιουροβίζιον;
Μα η τελετή έναρξης θύμιζε τις γιορτές της χούντας, που μας πήγαιναν πιτσιρίκια με το σχολείο. Τώρα ξανά τα ίδια; Η Δεξιά στην Ελλάδα! Πάλι έκανε το θαύμα της! Και όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτό το ανοσιούργημα, έχουν ευθύνη. Πολύ απογοητευμένη είμαι… Δε μ’ αρέσει το ελληνικό τραγούδι…
Πώς χάλασε; Τι φταίει;
Έχουμε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο. Πού συναντιέται σήμερα ο κόσμος; Δεν είμαστε αρκετά μόνοι μας; Εσείς, έχετε παρέες; Εγώ έχω μερικούς καλούς φίλους. Αλλά και με αυτούς πιο συχνά μιλάω στο τηλέφωνο…
Γενικά πέφτει το επίπεδο. Σε όλες τις τέχνες. Γιατί; Ίσως γιατί φτάσαμε στην ακμή και την ακμή την ακολουθεί πάντοτε παρακμή. Κι ύστερα πάλι ακμή. Στη μουσική φαίνεται περισσότερο, γιατί στην Ελλάδα αγαπάμε πολύ τη μουσική.
Βλέπετε σύντομα… ανάκαμψη;
Ναι. Για να ετοιμάζομαι εγώ να κάνω καινούργιο δίσκο… (γέλια)
Τι σας πρόσφερε η μουσική τόσα χρόνια;
Τη ζωή! Ολόκληρη τη ζωή. Η μουσική κι ο έρωτας. Μόνο που η μουσική δε μ’ έχει πληγώσει ποτέ…
Η «Λιλιπούπολη» και το «Ρόζα Ροζαλία»
Συνειδητοποιούσατε εκείνη την εποχή την τεράστια επιτυχία της «Λιλιπούπολης»;
Όχι. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσος κόσμος άκουγε φανατικά τη «Λιλιπούπολη» – παιδιά που αργούσαν να πάνε στο σχολείο, φοιτητές, εργαζόμενοι στις δουλειές τους. Το εισπράξαμε το καλοκαίρι του ’80, όταν -λίγο αφότου «έφυγε» ο Μάνος από το Τρίτο- οργάνωσε συναυλία με τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης», στο πλαίσιο του Μουσικού Αυγούστου στο Ηράκλειο της Κρήτης. Το τι κόσμος ήρθε εκεί και πόσο παράταιρος κόσμος ήρθε δε λέγεται. Το θέατρο φίσκα! Μπιζαρίστηκε ακόμη και το «Ρόζα Ροζαλία», τραγούδι δύσκολο.
Ένα βράδυ του ’80 μου το άφησε περνώντας απ’ το σπίτι μου η Μαριανίνα και μου είπε «πάρ’ το, βρε Λένα, το ‘γραφα για σένα έξι μήνες». Το ροζ είναι το αγαπημένο χρώμα και των δυο μας. Κάθομαι στο πιάνο και το παίζω. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε βγει! Μόλις το τελείωσα, το έπαιξα πολλές φορές. Έκλαψα πολύ. Είχα χωρίσει τότε, αλλά ήμουν πάλι ερωτευμένη. Μάλλον με τον έρωτα! Γι’ αυτό και το «αχ Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία» του τραγουδιού, σαν το «αχ» του έρωτα. Την άλλη μέρα, τηλεφωνώ στο Χατζιδάκι και του λέω «έφτιαξα ένα τραγούδι και σας το χαρίζω». Το ακούει… «Θαύμα είναι, παιδί μου, θαύμα… νευρωτικό πλάσμα!»
Πάω να το γράψω στο στούντιο της ΕΡΤ, δίπλα στην αίθουσα που ο Χατζιδάκις ηχογραφούσε το Φλωρινιώτη και μάλιστα μας πήρε τελικά τη μεγάλη αίθουσα, γιατί είχε περισσότερους μουσικούς από μας. Αφού περιφερόμαστε επί μία ώρα, μπαίνω στο στούντιο που ηχογραφούσε και του λέω «τι κάνετε, κύριε Χατζιδάκι; Δίπλα γράφουμε τη Ρόζα Ροζαλία κι εσείς ασχολείστε με το Φλωρινιώτη;» Δε μου ‘πε τίποτα. Μπήκα με τόση αυτοπεποίθηση -μόλις είχα γράψει τα μέρη του βιολιού και του μπάσου-, ήμουν σε οργασμό πνευματικό…
Μια μέρα, ύστερα από ηχογράφηση, πάμε για φαγητό, όλη η παρέα του Τρίτου – και ο Χατζιδάκις. Εκεί που τρώγαμε λέει ξαφνικά ο Μάνος «θα γράψω κι εγώ τραγούδι για τη «Λιλιπούπολη»!». «Ούτε να το συζητάτε, κύριε Χατζιδάκι. Δε σας θέλουμε» του λέει η Μαριανίνα. «Καλά, χρυσό μου, κάντε τη δουλειά σας. Είστε υπέροχοι!» Η «Λιλιπούπολη», για το Χατζιδάκι, ήταν κάτι μοναδικό.

Κόκκοι φιλίας και εμπιστοσύνης , το ζητούμενο

(το ακουσα στο Μαυρο γατο και το ζηλεψα…Andrea Bocelli e Dulce Pontes – o mare e tu)

Τελικά, τι είναι αυτό που δημιουργεί γύρω μας ατμόσφαιρα εχθρική; Ένα κλίμα όπου ευδοκιμούν όχι τόσο οι αγαθές προθέσεις και οι αρετές, αλλά η εναντίωση στον άλλο και η διχαστική αντίληψη; Όλοι εναντίον όλων και ο καθένας μοναχός του;

Για δες, όσο λιγοστεύει ο χώρος που ο καθένας από μας καταλαμβάνει, τόσο σκληρότερος γίνεται ο αγώνας για τη διατήρηση των αγαθών και των προνομίων του. Η επιθυμία να υποσκελίσω τον άλλον, να τον παραγκωνίσω, για να αναδειχθώ και να απολαμβάνω έτσι «ευγενή» προνόμια, αποτελεί πλέον υποχρέωση του σύγχρονου πολίτη. Αυτό βεβαίως δεν συμβαίνει μόνο στον επαγγελματικό χώρο, όπου τα πράγματα χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό δυσκολίας. Συμβαίνει και στον καθημερινό περίγυρο, τουλάχιστον όσον αφορά στις σχέσεις με τον διπλανό μας. Ο διαχωρισμός των τάξεων επιστρέφει και όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα απομονώνονται σε περίκλειστες πόλεις–φρούρια, αφήνοντας εκτός εκείνους που η ανάσα τους προδίδει την «ταπεινή» καταγωγή τους. Την ίδια απόμακρη αντιμετώπιση επιφυλάσσουμε στους μετανάστες, νόμιμους και μη, προς τους οποίους φερόμαστε με προσποιητή ευγένεια, αλλά μόλις διαβούν τη διαχωριστική γραμμή, πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων την ευγένεια και εκχυδαΐζουμε τη γλώσσα μας.

Αφορμή γι’ αυτές τις κοινότοπες περί μοναξιάς, εχθρικής ατμόσφαιρας και κοινωνικοταξικών κριτηρίων σκέψεις ήταν η απόφαση–κόλαφος της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι να αναπτύξει στρατεύματα στους δρόμους των μεγάλων ιταλικών πόλεων για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Νάτος πάλι ο Καβαλιέρε. Λοιπόν, αυτός ο «λιφταρισμένος» ματσό τύπος, αν μη τι άλλο, δεν μας αφήνει να πλήττουμε. Εν ριπή οφθαλμού ρίχνει στο καλάθι της ευρωπαϊκής αμηχανίας κάτι λίαν «εξευγενισμένες» ιδέες, αφήνοντας έκπληκτους ακόμη και τους ψυχραιμότερους των ηγετών της Ευρώπης. Ο λόγος για τον οποίον ο Μπερλουσκόνι πήρε αυτή την απόφαση είναι ότι η Ιταλία αντιμετωπίζει προβλήματα με την εγκληματικότητα. Κάτι ακούστηκε για πορτοφολάδες. Οι βιασμοί όμως και οι δολοφονίες αθώων πολιτών, η τραγική υπόθεση με τους Ρουμάνους εγκληματίες φαίνεται ότι έκαναν το ποτήρι να ξεχυλίσει, και ο Μπερλουσκόνι, πατερναλιστικά σκεπτόμενος, έκρινε ότι μόνον ο στρατός και όχι η καθ’ ύλην αρμόδια αστυνομία θα μπορέσει να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Πώς το ακούτε; Κάτι από δημοκρατική «δικτατορία» σας φέρνει; Ε, λοιπόν, κρατήστε το.

Στη φασαριόζικη Ιταλία, όσοι διαθέτουν οικονομική ευμάρεια περιχαρακώνονται. Οι άλλοι, κομμάτια να γίνουν. Οι πλούσιοι δεν κυκλοφορούν σε φτωχικές συνοικίες και δεν διανοούνται να πλησιάσουν στις άκρες των μεγάλων πόλεων, εκεί όπου καταφθάνουν κάθιδροι οι μετανάστες, αναζητώντας δουλειά και κατάλυμα. Αντιθέτως, κινούνται συνοδεία ανδρών ασφαλείας (αόρατων ανδρών), οι οποίοι προσέχουν τους ίδιους και τα παιδιά τους. (Συμβαίνει και στην ημεδαπή αυτό, μην παραμυθιαζόμαστε.) Στις πολυτελείς επαύλεις τους υπάρχει πληθωρισμός συστημάτων ενδοεπικοινωνίας, ηλεκτρονικές κάμερες, πύλες που χωρίζουν τον μέσα από τον έξω κόσμο, θυροτηλεοράσεις από τις οποίες ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βλέπει ποιος μπαίνει από την κεντρική πύλη… κι άλλα, πολλά «πολιτισμένα» πράγματα.

Σε ταξίδι μου στη Βρετανία βρέθηκα προσκεκλημένη σε μια από τις ακριβότερες περιοχές του Σάρεϊ, έξω από το Λονδίνο – εν έτη 1998. Καθώς περιφερόμουνα πεζή η ανόητη για να πάρω μια εικόνα της περιοχής, έπεσα πάνω σε τεράστιες σιδηρόφρακτες γειτονιές προς τις οποίες δεν υπήρχε η παραμικρή πρόσβαση για τον ξένο. Είχα ομολογουμένως εντυπωσιαστεί και ούσα γεμάτη απορίες, ρώτησα κι… έμαθα για τις γειτονιές–φρούρια, τα γκέτο των πλουσίων, για τις μικρές πόλεις όπου ο φόβος για τον «άλλο», πέραν του ότι είναι τεράστιος, αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης μιας τεράστιας συνομοταξίας επιχειρηματιών που πουλάνε όσο όσο την πανοπλία «καταφυγής» του φοβισμένου πλούσιου πολίτη. Βεβαίως, έκτοτε φρόντισα και έμαθα για όσα προ πολλών ετών συμβαίνουν στην Αμερική ή στη Γαλλία. Εμαθα για τις ιδιωτικές πόλεις στο Ορλάντο της Φλόριντα που προορίζονταν για 20.000 κατοίκους, για την «Πράσινη Κοιλάδα» λίγο έξω από το Λας Βέγκας, για το νησί Σόρμπερντ στην Καλιφόρνια, που συνδέεται με την ακτή με γέφυρα, η οποία σηκώνεται και πέφτει αυτόματα. Στη Γαλλία, το παράδειγμα της ιδιωτικής πόλης μέσα στην πόλη της Τουλούζης ήταν η μεγάλη μου έκπληξη… γιατί είχα κι έναν φιλαράκο από εκεί και ποτέ δεν μου ’χε πει το παραμικρό. Μα το αποκορύφωμα της έκπληξής μου ήταν όταν πληροφορήθηκα ότι στο Διαδίκτυο υπάρχει ιστοσελίδα της Διεθνούς των Οχυρωμένων Κοινοτήτων και ότι στην κομμουνιστική Κίνα κατασκευάζονται εδώ και χρόνια τέτοια συγκροτήματα.

Παλιότερα οι πόλεις–φρούρια και ο αυτοπεριορισμός των κατοίκων τους, παράδειγμα η Μονεμβασιά, είχαν να κάνουν με κλασικούς κανόνες επιβίωσης. Οι πολεμίστρες ήταν εκεί για να διώξουν τους πειρατές ή τους επίδοξους κατακτητές. Σήμερα οι πολεμίστρες είναι τα υπερσύγχρονα τηλεπικοινωνιακά συστήματα και οι πειρατές μπορεί να είναι άνθρωποι κατώτερης οικονομικής στάθμης, φτωχοί και μετανάστες που εποφθαλμιούν τον πλούτο των εγκλείστων. Εκείνοι κι εμείς, είναι η εύκολη περιγραφή αυτής της κεκλεισμένων των θυρών κατάστασης, όπου κανείς δεν ανταλλάσσει κουβέντα με κανέναν. Ο κοινωνικός ρατσισμός και παροξυσμός ενδυναμωμένος, σε μια εποχή, που η αστική βία στις μεγαλουπόλεις –απ’ όπου κι αν προέρχεται– μεγαλοποιείται τεχνηέντως και αναζητεί θύματα ανάμεσα στον πληθυσμό. Στη Γαλλία το φαινόμενο αποκαλείται ειρηνική εξέγερση της μπουρζουαζίας και στην Αμερική, επανάσταση των μεγαλοαστών.

Στην Ελλάδα, οι πόλεις–φρούρια δεν ευδοκιμούν… Προς το παρόν, δηλαδή. Φαντάζομαι ότι είναι θέμα ελληνικής ιδιαιτερότητας. Nα υπενθυμίσω όμως ότι οι διαχωριστικές γραμμές υπάρχουν σε σχέση με τους λαθρομετανάστες. Ποιος από μας κατηφορίζει άφοβα στην Ομόνοια και στην πλατεία Κουμουνδούρου αργά το βράδυ; Ποιος αντέχει να δει τι γίνεται τις νύχτες στην πλατεία Κλαυθμώνος; Ποιος δεν άκουσε την ηθοποιό Aννα Βαγενά, η οποία ζητάει να παρέμβει ο δήμος γιατί η ευρύτερη περιοχή της Κουμουνδούρου μετατρέπεται τις νύχτες σε παζάρι ομοφυλοφίλων;

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στις αρχές του 21ου αιώνα, όπου ο «άλλος» μπορεί να είναι από μετανάστης έως «τρομοκράτης» μουσουλμάνος. Οπου οι αλώσεις των σταθερών αξιών (δημοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη) είναι συνεχείς και η λέξη «εμπιστεύομαι τον διπλανό μου» μοιάζει με το φάλτσο που κάνει ο αρχάριος πιανίστας όταν παίζει το «Φύρε Λίζε». Οι κόκκοι φιλίας και εμπιστοσύνης δεν ανευρίσκονται πλέον εύκολα και όλα δείχνουν ότι αυτή η απεχθής δημοκρατική «δικτατορία» του Μπερλουσκόνι με τον στρατό στους δρόμους αποτελεί τον προπομπό όσων μέλλουν να συμβούν παντού στην πολιτισμένη Ευρώπη.

ριτς

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 22-6-2008

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: