Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία :διαδραστικές μνήμες


ριτς
Lena Platonos – Roza Rozalia

Ο πολύς κόσμος τη γνώρισε μέσα από τη «Λιλιπούπολη», την καθημερινή παιδική επομπή στο Γ΄ Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι, και το τραγούδι-φετίχ «Ρόζα Ροζαλία». Αλλά εκείνα τα χρόνια η Λένα Πλάτωνος ήταν περισσότερο μια πειραματική, αν όχι ιδιόρρυθμη, μουσικός που αναγνωριζόταν από έναν στενό κύκλο ανθρώπων. Σήμερα η Λένα Πλάτωνος είναι ίνδαλμα.

Αν ανοίξετε τη σελίδα της στο myspace θα δυσκολευθείτε να βρείτε άλλους Έλληνες καλλιτέχνες με περισσότερους «φίλους». Μετράει 2.245 ανθρώπους, αφήνοντας πίσω πολύ πιο αναγνωρίσιμους συναδέλφους της όπως τον Διονύση Σαββόπουλο (816) ή τη Χαρούλα Αλεξίου (1.870). Λόγια λατρείας γράφονται κάθε μέρα. Από Έλληνες και ξένους που με κάποιο μυστηριώδη τρόπο ανακαλύπτουν τη μουσική της. «Η μουσική σου με κάνει ευτυχισμένη. Είσαι σπουδαία!» διαβάζουμε σ’ ένα μήνυμα από την Ιαπωνία. «Άκουγα σήμερα τη Λιλιπούπολη κι αναρωτιόμουν πώς μπορεί τούτος ο μαγικός τόπος να παραμένει χρόνια τώρα μέσα στις καρδιές μας σαν ένας λυγμός, βαθύς, από κάτι πολύτιμο που πάντα θα το αναζητούμε», της γράφει η Natassa M.

Για τους Ελληνες «απογόνους» της, ανθρώπους σαν τον Κωνσταντίνο Β. και τον Νίκο Πατρελάκη, μουσικούς που κάνουν καλή ηλεκτρονική μουσική σχεδόν δύο δεκαετίες τώρα, η Λένα Πλάτωνος αποτελεί αξεπέραστο σημείο αναφοράς. «Έκανε πράγματα με την ηλεκτρονική μουσική όταν ακόμη στην Ελλάδα είχαμε μεσάνυχτα», έγραψε κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος Β.

Ο απόηχος της λατρείας τρυπώνει στο διαμέρισμα της Λένας Πλάτωνος, κάπου κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, χάρη στο Ίντερνετ αλλά και σε επίμονα τηλέφωνα θαυμαστών που θέλουν να της μιλήσουν. Αλλά η Λένα Πλάτωνος έχει ανάγκη και τον απόηχο και την ησυχία. Η δεκαετία του ’90 ήταν δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια. Δύο απώλειες την εξόρισαν σε τόπους οδύνης και μεγάλου, αβάσταχτου πόνου.

Δημητρης Ρηγοπουλος (Καθημερινή, 16,11,2007)

—————————————————————————————–

Συνέντευξη της Λένας Πλάτωνος

ΚΕΙΜΕΝΑ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΛΛΗ ΚΟΝΤΟΝΑΣΙΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΤ. ΑΝΔΡΙΑΝΕΣΗΣ

[26 Μαΐου,2006 Ναυτεμπορική] ( Από το μπλογκ του Μ.HULOT’S)

ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΣΕ, αλλά κι όταν σώπαινε, μας κοιτούσε ολόισια στα μάτια. Εξαιρετικό ταλέντο στη σύνθεση και στο πιάνο, η Λένα Πλάτωνος ξεδίπλωσε μπροστά μας ολόκληρη τη ζωή της. Ένα μαγιάτικο απόγευμα συναντήσαμε μουσικές και ανθρώπους, γευτήκαμε νότες και συναισθήματα. Ύστερα από τέσσερις ώρες, την καληνυχτίσαμε ευτυχισμένοι. Θα ακούσουμε σύντομα τα νέα της κομμάτια – το καλοκαίρι θα συνεργαστεί με το Vassiliko. Αλλά του χρόνου θα δούμε και τους πίνακές της. Ζωγραφίζει κιόλας. Το ξέρατε;
Πότε συναντήσατε τη μουσική;
Πολύ μικρή. Άκουγα τον πατέρα μου να παίζει και «βαπτίστηκα»! Ήταν πολύ σπουδαίος συνθέτης και πιανίστας. Δε θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς μουσική. Απ’ ό,τι μου είπαν, άρχισα να παίζω ενάμισι έτους, με το ένα χέρι – έπιανα μελωδίες! Δυόμισι χρονών, Χριστούγεννα, είχα σαράντα πυρετό. Μόλις έφυγαν τα παιδιά που είπαν τα κάλαντα, πετάχτηκα στο πιάνο και τα έπαιξα. Με τα δύο χέρια – έβαλα και τις αρμονίες! Μια φίλη της μαμάς μου ήταν εκεί και λιποθύμησε.
Μετά κάλεσαν και δημοσιογράφους στο σπίτι. Τριάμισι χρονών, μόλις τελείωσε μια συναυλία μαθητών του πατέρα μου στον Παρνασσό, ανέβηκα στη σκηνή κι έπαιξα μια σονατίνα. Ο κόσμος, που είχε αρχίσει να φεύγει, ξαναγύρισε, με άκουσε και με χειροκρότησε. Ό,τι έπαιζα -Μπετόβεν, Σοπέν, Μότσαρτ, Μπραμς και δικές μου συνθέσεις ή του πατέρα μου- το έπαιζα κυρίως «με το αφτί». Μαθήματα παρακολούθησα πολύ αργότερα. Δεκατριών χρονών συμμετείχα σε πανελλήνιο διαγωνισμό προχωρημένης μέσης σχολής προς τιμή της Καίτης Παπαϊωάννου, στο Ωδείο Αθηνών. Έπαιξα μια φούγκα του Μπαχ, μια σπουδή του Κράμερ, Χάιντν και τα «Τραγούδια χωρίς λόγια» του Μέντελσον. Το πρόγραμμα το έμαθα μέτρο-μέτρο, όπως μου το έπαιζε ο πατέρας μου.
Πήρα το πρώτο βραβείο και ο Μενέλαος Παλλάντιος, ο διευθυντής του Ωδείου, λέει στον πατέρα μου «και με τα θεωρητικά τι θα γίνει, Γιώργο;» «Άσε, θα την αναλάβω εγώ» του απάντησε. Μέσα στο καλοκαίρι, στη Ραφήνα όπου παραθερίζαμε, έβγαλα πέντε σολφέζ και τέσσερις θεωρίες. Από τη μελέτη, πονούσαν τα μάτια μου, έπαθα κατάθλιψη και νόμιζα ότι είχα όγκο στον εγκέφαλο και θα πέθαινα! Τελικά, απλά είχα μεγάλη μυωπία και αστιγματισμό. (γέλια) Φόρεσα γυαλιά και το πρώτο βράδυ ξάπλωσα στο κρεβάτι των γονιών μου, τους αγκάλιασα και τους λέω «γονείς, ξαναγεννήθηκα!»
Μετά μπήκα στο ωδείο κανονικά και σε πέντε χρόνια -πάντοτε με υποτροφία- πήρα το δίπλωμά μου στο πιάνο με τη Μαρίκα Παπαϊωάννου – δεκαεννέα ετών. Έπαιξα χωρίς ίχνος τρακ ωραία και δύσκολα κομμάτια – Μπετόβεν, Σούμαν, Ραβέλ, Λιστ. Ήταν καταπληκτική εμπειρία, από τις ωραιότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Από τότε είχα αποφασίσει να γίνω πιανίστρια.
Και μετά το πτυχίο;
Ήταν τα τέλη δεκαετίας του ’60, εποχή των χίπις και των γκρουπ με την τρομερή μουσική. «Την έκανα» και προς τα ‘κει. Μάλιστα, όταν, αμέσως μετά, πήγα στη Βιέννη -και εκεί με υποτροφία- για να συνεχίσω τις σπουδές μου στο πιάνο, οι μισές συναυλίες που παρακολουθούσα ήταν ροκ (Tζέθρο Tαλ, Πινκ Φλόιντ). Τη δεύτερη χρονιά, λίγο πριν από το Πάσχα του ’71, ήμουν με μια φίλη μου στο Ζάλτσμπουργκ και ρωτάμε ένα νεαρό πού έχει μπαρ εκεί κοντά.
Τελικά, πηγαίνουμε όλοι μαζί για καφέ και πάνω στην κουβέντα μού δίνει στίχους του στα Αγγλικά· έτσι φτιάχνω τα πρώτα μου τραγούδια, τα οποία ήταν τόσο απελευθερωτικά σε σχέση με την «καλογερική» στο πιάνο… Τότε ανακάλυψα ότι μου άρεσε πολύ η ενορχήστρωση και για φωνή σκέφτηκα αμέσως τη Σαβίνα (Γιαννάτου), την οποία γνώριζα από τη χορωδία του σχολείου – ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερή μου, κατάξανθη με μεγάλα, καστανά μάτια και φωνή αγγελική! Το 1971, στη Βιέννη, είχα στο νου μου αυτή τη φωνή και λέω «αυτή θα είναι η καινούργια φωνή στον ελληνικό χώρο!».
Γυρίζω στην Ελλάδα -χούντα τότε- όπου τραγουδούσαν πολλά μεταφρασμένα κομμάτια. Πάμε με τη Σαβίνα σε έναν παραγωγό, την ακούει και τη ρωτάει «θέλεις να τραγουδήσεις μεταφρασμένα;» κι αυτή του απαντά «όχι, δε με ενδιαφέρει». Έτσι, τα πρώτα μου τραγούδια δεν εκδόθηκαν ποτέ…
Ύστερα;
Ακολούθησε μια περίοδος πολύ άσχημη για μένα. Δεν ήξερα τι προσανατολισμό να πάρω και άρχισα να μην πολυπαίζω και πιάνο. Μετά, το ’75, ξαναδόθηκα στο πιάνο. Τότε παντρεύτηκα το Δημήτρη Μαραγκόπουλο και πήγαμε μαζί στο Βερολίνο. Επιστρέφουμε το 1978, τη χρυσή εποχή του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ, με διευθυντή το Μάνο Χατζιδάκι. Ήταν όλοι εκεί: Θάνος Μικρούτσικος, Σπύρος Σακκάς, Γιώργος Κουρουπός. Ήταν όλοι φίλοι του Δημήτρη, που μόλις είχε τελειώσει τις σπουδές του στη σύνθεση, και του λένε «έλα κι εσύ στην ομάδα, ετοιμάζουμε μια καθημερινή, παιδική εκπομπή».
Παραγωγός ήταν η Ελένη Βλάχου και στίχους έγραφαν η Ρεγγίνα Καπετανάκη και η Μαριανίνα Κριεζή. Η Μαριανίνα ήταν η «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη, ο οποίος είχε πει στο Χατζιδάκι «αυτή η κοπέλα γράφει πολύ ωραίους παιδικούς στίχους, πάρ’ τη στο Τρίτο». Δίνουν, λοιπόν, μερικά τραγούδια στο Δημήτρη, που όμως είχε κι άλλες δουλειές. Έτσι, του προτείνω να φτιάξω εγώ τα μισά και να βάλει το δικό του όνομα. «Και γιατί να μη σε προτείνω κι εσένα στην ομάδα;» μου απαντά. «Ωχ, ο Μαραγκόπουλος μας φέρνει τη γυναίκα του!» είπαν αυτοί στην αρχή. Αλλά όταν τους πάω τα τρία πρώτα -«Το Τσιφτετέλι της γρίπης», το «Περνά-περνά η ώρα» και τις «Μέρες της βδομάδας»- ενθουσιάζονται.
Φωνάζουμε και το Χατζιδάκι, που με ήξερε σαν πιανίστρια, ακούει το «Τσιφτετέλι της γρίπης» και, μπροστά σε όλους, λέει του Δημήτρη «Μαραγκόπουλε, σ’ έφαγε η γυναίκα σου!». Η αλήθεια είναι ότι ο Χατζιδάκις μου είχε αδυναμία μεγάλη και παρακολουθούσε στενά την εξέλιξή μου. Αυτός πήρε τηλέφωνο τον Πατσιφά και του είπε «έχω εδώ μια συνθέτρια καταπληκτική». «Τρελάθηκες, Μάνο, μου προτείνεις γυναίκα;» του απαντά αυτός. «Ναι, βρε, σου προτείνω γυναίκα. Τι θες; Αφού είναι μεγάλο ταλέντο!»
Την επιτυχία της «Λιλιπούπολης» ακολούθησε η μελοποίηση του Καρυωτάκη…
…Που, ουσιαστικά, βγήκε από τα «Ποιητικά πεντάλεπτα» του Τρίτου. Μου ανέθεσαν, Μάιο μήνα, να μελοποιήσω ένα ποίημά του. Τρόμαξα. Αγοράζω τα ποιήματά του, πάω σπίτι, τα ξαναδιαβάζω. Θαυμάσια ποιήματα. Μάιος, τώρα, και Καρυωτάκης… Οξύμωρο ακούγεται! Έμενα τότε σε ένα ρετιρέ στο Λυκαβηττό. Είχα φτιάξει κήπο με πολλά λουλούδια. Κάθε μέρα έβαζα ένα τριαντάφυλλο επάνω στο πιάνο με ουρά που είχα. Ένα δειλινό, κάτω έπαιζαν μπάλα τα παιδιά. Ιαχές ακούγονταν. Ανοίγω το βιβλίο και πέφτω στα «παιδάκια που παίζουν, τ’ ανοιξιάτικο δείλι». Αυτό ήταν. Το φτιάχνω αμέσως. Με πιάνουν τα κλάματα – δείγμα, για μένα, ότι ήταν καλό το τραγούδι. Τηλεφωνώ στον Άρη Χριστοφέλη, που είναι πολύ φίλος μου, και του λέω «νομίζω ότι έγραψα ένα πολύ καλό τραγούδι». «Τι φτιάξατε!» μου λέει μόλις το ακούει – μου μιλούσε στον πληθυντικό. Πάω στο Τρίτο, φωνάζω τη Σαβίνα και της κάνω τη δεύτερη φωνή.
Μόλις βγαίνω από το πλέιμπακ, η Ελένη Βλάχου με αγκαλιάζει κι αρχίζει να κλαίει. Αρχίζω, πλέον, να μελοποιώ Καρυωτάκη εκτός Τρίτου. Τα ακούει ο Χατζιδάκις, ενθουσιάζεται και μου λέει «τι τραγούδια είν’ αυτά, θέλω να στα κάνω δίσκο! Αλλά πρώτα θα τα παρουσιάσω στη συναυλία που θα κάνω στη μνήμη της μητέρας μου, μαζί με τη «Σκοτεινή μητέρα», με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Ηλία Λιούγκο και το Βασίλη Λέκκα.» Πράγματι, με παρουσιάζει στο κοινό λέγοντας «όλοι είναι καλοί, αλλά η πιο πολλά υποσχόμενη για το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού είναι η Λένα Πλάτωνος».
Μάλιστα, στις πρόβες, του λέω μια μέρα «να σας παίξω ένα τραγούδι, να σας το χαρίσω;» κι αφού τ’ ακούει, με μεγαλοθυμία τρομερή λέει μπροστά σε όλους τους μουσικούς «δεν το περίμενα ότι ο αντικαταστάτης μου θα ήταν γυναίκα!». Αμέσως μετά κι αφού είχα έτοιμο τον «Καρυωτάκη», έρχομαι σε επαφή με τον Πατσιφά, που μου προτείνει να βγάλουμε πρώτα κάτι άλλο. Έτσι, το 1981, αρχίζουμε σιγά-σιγά το «Σαμποτάζ», με τη Μαριανίνα. Συνεργαζόμασταν καθημερινά και με το Γιάννη (Παλαμίδα) και με τη Σαβίνα (Γιαννάτου).
Το καλοκαίρι κάναμε μαζί διακοπές. Εγώ με το Γιάννη πηγαίναμε για μπάνιο κι η Μαριανίνα έλεγε «δε θα ‘ρθω παιδιά, φτιάνω το «Χίλιες και μια νύχτες σινεμά»» και μετά μας ρωτούσε πώς μας φαίνεται. Από τα μαγικά καλοκαίρια της ζωής μου… Ήμουν μέσα στη μουσική από το πρωί ως το βράδυ. Το φθινόπωρο κάναμε πρόβες καθημερινά, τόσο εντατικά που κάποιοι γείτονες μου έστειλαν τρεις φορές εξώδικο. «Παιδάκι μου, τι τους έχεις κάνει και σε τρέχουν έτσι;» μου είπε ο δικαστικός κλητήρας. «Τι να σας πω» του απαντώ «μουσικός είμαι.» (γέλια) Το «Σαμποτάζ» το ηχογραφήσαμε το 1981, Οκτώβριο, μήνα που έχω τα γενέθλιά μου.
Την ημέρα εκείνη πήγα στο στούντιο με μία τούρτα. Τα πιο ευτυχισμένα γενέθλια της ζωής μου! Ήμασταν απόλυτα δοσμένοι σ’ αυτό που κάναμε. Είχαμε πολύ πάθος. Ο Πατσιφάς, όταν άκουσε τα τραγούδια, ενθουσιάστηκε. Ήταν υπέροχος άνθρωπος! Και του Χατζιδάκι του άρεσαν πολύ.
Σας είχε μεγάλη αδυναμία ο Χατζιδάκις.
Ναι. Με αγαπούσε πολύ. Όταν του έφτιαξα το δίσκο του («Το ’62 του Μάνου Χατζιδάκι») μου είπε «κανείς ποτέ δεν έχει αισθανθεί τις αρμονίες μου όπως εσύ. Άκουσες και πέρα απ’ αυτές. Θα ήθελα να κάνεις ακόμη πιο τολμηρή διασκευή.» «Τα βρίσκω πολύ τέλεια τα τραγούδια σας» του λέω «δεν τόλμησα να τα διασκευάσω περισσότερο».
Σε όλη την πορεία σας αισθάνεστε κοντά με άλλους έλληνες μουσικούς;
Όχι. Αισθάνομαι ότι κάνω κάτι μόνη μου. Δυστυχώς!
Θα θέλατε να ήταν κι άλλοι «μαζί» σας;
Ναι.
Γιατί δεν είναι;
Έλα ντε. Η μοίρα μου, φαίνεται, μου έγραψε μοναχική πορεία. Τι να πω;
Και για το επίπεδο της μουσικής σήμερα, τι λέτε; Παρακολουθήσατε τη Γιουροβίζιον;
Μα η τελετή έναρξης θύμιζε τις γιορτές της χούντας, που μας πήγαιναν πιτσιρίκια με το σχολείο. Τώρα ξανά τα ίδια; Η Δεξιά στην Ελλάδα! Πάλι έκανε το θαύμα της! Και όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτό το ανοσιούργημα, έχουν ευθύνη. Πολύ απογοητευμένη είμαι… Δε μ’ αρέσει το ελληνικό τραγούδι…
Πώς χάλασε; Τι φταίει;
Έχουμε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο. Πού συναντιέται σήμερα ο κόσμος; Δεν είμαστε αρκετά μόνοι μας; Εσείς, έχετε παρέες; Εγώ έχω μερικούς καλούς φίλους. Αλλά και με αυτούς πιο συχνά μιλάω στο τηλέφωνο…
Γενικά πέφτει το επίπεδο. Σε όλες τις τέχνες. Γιατί; Ίσως γιατί φτάσαμε στην ακμή και την ακμή την ακολουθεί πάντοτε παρακμή. Κι ύστερα πάλι ακμή. Στη μουσική φαίνεται περισσότερο, γιατί στην Ελλάδα αγαπάμε πολύ τη μουσική.
Βλέπετε σύντομα… ανάκαμψη;
Ναι. Για να ετοιμάζομαι εγώ να κάνω καινούργιο δίσκο… (γέλια)
Τι σας πρόσφερε η μουσική τόσα χρόνια;
Τη ζωή! Ολόκληρη τη ζωή. Η μουσική κι ο έρωτας. Μόνο που η μουσική δε μ’ έχει πληγώσει ποτέ…
Η «Λιλιπούπολη» και το «Ρόζα Ροζαλία»
Συνειδητοποιούσατε εκείνη την εποχή την τεράστια επιτυχία της «Λιλιπούπολης»;
Όχι. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσος κόσμος άκουγε φανατικά τη «Λιλιπούπολη» – παιδιά που αργούσαν να πάνε στο σχολείο, φοιτητές, εργαζόμενοι στις δουλειές τους. Το εισπράξαμε το καλοκαίρι του ’80, όταν -λίγο αφότου «έφυγε» ο Μάνος από το Τρίτο- οργάνωσε συναυλία με τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης», στο πλαίσιο του Μουσικού Αυγούστου στο Ηράκλειο της Κρήτης. Το τι κόσμος ήρθε εκεί και πόσο παράταιρος κόσμος ήρθε δε λέγεται. Το θέατρο φίσκα! Μπιζαρίστηκε ακόμη και το «Ρόζα Ροζαλία», τραγούδι δύσκολο.
Ένα βράδυ του ’80 μου το άφησε περνώντας απ’ το σπίτι μου η Μαριανίνα και μου είπε «πάρ’ το, βρε Λένα, το ‘γραφα για σένα έξι μήνες». Το ροζ είναι το αγαπημένο χρώμα και των δυο μας. Κάθομαι στο πιάνο και το παίζω. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε βγει! Μόλις το τελείωσα, το έπαιξα πολλές φορές. Έκλαψα πολύ. Είχα χωρίσει τότε, αλλά ήμουν πάλι ερωτευμένη. Μάλλον με τον έρωτα! Γι’ αυτό και το «αχ Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία» του τραγουδιού, σαν το «αχ» του έρωτα. Την άλλη μέρα, τηλεφωνώ στο Χατζιδάκι και του λέω «έφτιαξα ένα τραγούδι και σας το χαρίζω». Το ακούει… «Θαύμα είναι, παιδί μου, θαύμα… νευρωτικό πλάσμα!»
Πάω να το γράψω στο στούντιο της ΕΡΤ, δίπλα στην αίθουσα που ο Χατζιδάκις ηχογραφούσε το Φλωρινιώτη και μάλιστα μας πήρε τελικά τη μεγάλη αίθουσα, γιατί είχε περισσότερους μουσικούς από μας. Αφού περιφερόμαστε επί μία ώρα, μπαίνω στο στούντιο που ηχογραφούσε και του λέω «τι κάνετε, κύριε Χατζιδάκι; Δίπλα γράφουμε τη Ρόζα Ροζαλία κι εσείς ασχολείστε με το Φλωρινιώτη;» Δε μου ‘πε τίποτα. Μπήκα με τόση αυτοπεποίθηση -μόλις είχα γράψει τα μέρη του βιολιού και του μπάσου-, ήμουν σε οργασμό πνευματικό…
Μια μέρα, ύστερα από ηχογράφηση, πάμε για φαγητό, όλη η παρέα του Τρίτου – και ο Χατζιδάκις. Εκεί που τρώγαμε λέει ξαφνικά ο Μάνος «θα γράψω κι εγώ τραγούδι για τη «Λιλιπούπολη»!». «Ούτε να το συζητάτε, κύριε Χατζιδάκι. Δε σας θέλουμε» του λέει η Μαριανίνα. «Καλά, χρυσό μου, κάντε τη δουλειά σας. Είστε υπέροχοι!» Η «Λιλιπούπολη», για το Χατζιδάκι, ήταν κάτι μοναδικό.

Advertisements

8 thoughts on “Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία :διαδραστικές μνήμες

  1. 🙂

    Η Ρόζα Ροζαλία είναι από τα πιο αγαπημένα μου..
    και η Λιλιπούπολη -έχω αναφερθεί τόσες φορές σ’ αυτήν!

    Η Λένα Πλάτωνος μ’ αρέσει, ίσως γιατί είναι τόσο «διαφορετική» από μένα -ίσως γιατί συμπληρώνει μουσικά αυτό που σκέφτομαι και νιώθω 🙂

    Καλημέρες Ριτσάκι μου, πολύ όμορφο 🙂

  2. Πιτσιρικάς ων θυμάμαι αμυδρά, που ακούγαμε στο ραδιόφωνο το χοντρο μπιζέλι, τη Ρόζα Ροζαλία και άλλα τραγούδια της Λιλιπούπολης. Ξύπνησε όμορφες αναμνήσεις το κείμενο αυτό. Η στροφή πολλών νέων προς τη μουσική της Λένας Πλάτωνος ίσως δείχνει την απουσία σημαντικών νέων μουσικών, αν και στις μέρες μας με την επέλαση του MySpace, του YouTube και άλλων παρεμφερών προγραμμάτων βοηθάει όσο ποτέ άλλοτε ένα νέο δημιουργό να προβάλει τη δουλειά του. Και ποτέ δεν αποκλείεται κάποιος από τους σημερινούς αξιόλογους μουσικούς, που δεν προβάλλεται ιδιαίτερα, να γίνει πασίγνωστος μετά από 10 χρόνια. Βλέπετε, δεν υπάρχει, πλέον, Χατζιδάκις να αλιεύει σπουδαία ταλέντα από τα πιο απίθανα σημεία (Λουδοβίκος των Ανωγείων, Ορφέας Περίδης και πολλοί άλλοι, που μου διαφεύγουν).Την καλημέρα μου!

  3. Απλώς σημερα η Λένα Πλάτωνος ειναι τόσο βασανισμένη που δεν ξέρω αν μπορούν ολα αυτά να της προσφέρουν την ανακούφιση που χρειάζεται. Κι ειναι κρίμα, ενα κορίτσι τόσο προικισμένο να περνάει μεσα από τις συμπληγάδες του διαρκούς πόνου

  4. Αχ Ρίτσα, Ρίτσα…
    🙂
    Τι μας γράφεις, πού μας στέλνεις! Και το προηγούμενό σου ήθελα να σχολιάσω, αλλά εδώ που είμαι έχω μια σύνδεση για τα μπάζα και διάθεση απραξίας και ανυπαρξίας·και τώρα ακούω και για τη φωτιά στον Υμηττό.

    Εύχομαι για τη Λένα Πλάτωνος, να βγει κάποια στιγμή από τις «συμπληγάδες του διαρκούς πόνου» μετατρέποντας (όπως ήδη έχει τόσο επιτυχημένα κάνει) την απώλεια και την οδύνη σε καθαρτική δημιουργία· για να κοινωνούμε κι όσοι δεν έχουμε ευλογηθεί με τέτοια χάρη.

    Σε φιλώ, να είσαι καλά

  5. @@just me…. καιγόμαστε κλασσικά. Πόσο διαφορετική, άραγε, είναι η Κόλαση του Δάντη ;
    Η τιμωρία και η επιβράβευση είναι εδώ γύρω μας.
    Οσο για τη Λένα, δεν ξέρω τί γίνεται. Ελπίζω ότι θα τα καταφέρει.

  6. δε μένει πια στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. (το λέω γιατί αναπαράγεται συνέχεια)
    ίσως η καινούργια της δουλειά δείχνει σημάδια ανάκαμψης, σίγουρα είναι πολύ αξιόλογη και εξίσου καλή με τα σπουδαία έργα της νεανικής της περιόδου.

  7. Phevos..ευχαριστώ για την πληροφορια, αλλά δε νομίζω ότι εχει καμια σημασια αν κάπου αναφέρεται.Οπου κι αν κατοικεί, σημασια εχει ναναι καλά και να ανταπεξέρχεται στις δυσκολιες της ζωής. Αυτό
    χαιρετω
    ριτς
    Η καινουργια της δουλειά είναι εξίσου αξιολογη, ίσως λιγο διαφορετική θα την χαρακτήριζα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s