Μη φεύγετε Κύριε Ευχέτη…. όπως ποιητής, όπως δημοσιογράφος

Tίνος το άλλοθι ;

Των βαρβάρων. Οι ποιητές είμαστε το άλλοθι των βαρβάρων σε κάθε εποχή. Μας θέλουν, μας συντηρούν, κι ας μην τολμούν ή μπορούν να πλησιάσουν εμάς ή το έργο μας. Κι έτσι νοιώθουν ανθρωποι τάχα, γιατί με ποιητές ανάμεσα τους ποιός θα τους κατηγορήσει για βαρβάρους….


Εάλω το σαρκίο μου. Σε εντατικά λευκά υπόγεια. Ασπρα, μετακινούμενα σεντόνια. Σύρματα μέσα σε φλέβες, αρτηρίες, καρδιά. Σαρκίο παραδομένο σε χέρια γιατρών, νοσηλευτών. Χάος λευκού και μαύρου, πιεστικό στο στήθος, στην καρδιά , στο νου. Λιγο πριν από την ολοκληρωτική αίσθηση του τίποτα. Του απόλυτου κενού.

Σωστά. Αν σταματήσουν οι καρδιακοί παλμοί, θα έχω γεγονός. Αν σταματήσει η ροή του αίματος στις φλέβες μου θα έχω γεγονός. Δηλαδή και η μη κίνηση, η οριακή στιγμή παύσης της κίνησης , είναι γεγονός. Αν σταματήσει η ζωή με ενδείξεις σε ένα μηχάνημα έχουμε γεγονός. Γεγονός ρουτίνας για τους άλλους,, μοναδικό τεράστιο ως την τελευταία πράξη της δικής σου ζωής. Ετσι αποκτά υπόσταση ο χρόνος και συχνά σημαδεύεται. Το ίδιο γεγονός είναι για άλλους μικρό και γι άλλους μεγάλο. Πόσο με αφορά προσωπικά, πόσο κοντά μου έγινε, πόσο αφορά ανθρώπους που αγαπώ, πόσες και ποιές επιπτώσεις έχει στη ζωή μου κι άλλα τέτοια….

Πόσα κομμάτια της ψυχής μου απόθεσα σε λιμάνια και πόσα πήραν καράβια για ταξίδια μακρινά. Αναρωτιέμαι, αν επέστρεφαν αυτά τα κομμάτια της ψυχής τα ταξιδεμένα στις θάλασσες, θα συνέθεταν τί, πότε, πώς , πού και επιτέλους γιατί ; Διότι για να επιστρέψουν οι ταξιδεμένοι, πρέπει να έχουν κάποιον πειστικό λόγο. Οπως για παράδειγμα ότι κρατούν απλά στη χούφτα τους ένα σπουργίτι. Εχεις νοιώσει πώς κτυπάει η καρδιά του ; Πώς χάνονται οι μικρές ανάσες του στους ορίζοντες της αδράνειας;  Γιατί πώς μπορεί να υπάρχει κίνηση χωρίς αιτία και κυρίως χωρίς δικαιολογία; Και πες μου μια δικαιολογία ισχυρότερη από ένα μικρό σπουργίτι…..

Τα αποσπάσματα που παραθέτω από το εξαιρετικό βιβλίο του φίλου μου Γιώργου Δουατζη «Μη φευγετε κύριε Ευχέτη» ( Εκδόσεις Λιβάνη) δεν είναι τόσο αντιπροσωπευτικά της ιστορίας που εκτυλίσσεται ανάμεσα σ έναν νεαρο δημοσιογράφο, τον Τέρπανδρο Σακελλάρη κι έναν μεσήλικα ποιητή , τον Μιχαήλ Ευχέτη, που συναντιούνται στην ακινησία του χρόνου και παρά το χάσμα των ηλικιών καταφέρνουν να ξεγελάσουν τον αναγνώστη και να τον υποχρεώσουν να αναλογιστεί ποιός τελικά είναι ο ποιητής και ποιός ο δημοσιογράφος. Ομως επέλεξα αυτά τα κομμάτια γιατί ταιριάζουν στη δική μου σκέψη, και όντας ον εγωίστικό και ναρκισσος αρκετά, θέλησα να περάσει το δικό μου.Στο κάτω κάτω το βιβλίο ειναι ολοκληρο μια προσπάθεια επιστροφής στην αφετηρία και συνομιλία με το νεανικό είδωλο. Μήπως κι εγω, πολλές φορές δεν πέφτω σ αυτή την παγίδα της αναδρομής ; Πέφτω, πέφτω, παρ ότι ως τύπος ανθρώπου κοιτάζω πολυ πιο συχνά μπροστά μου και λιγότερο πίσω μου….

Το βιβλίο ( αναρτημένο στη δεξιά μπάρα του μπλογκ μου μαζί με τις φιλενάδες μου) ρέει για όσους εξακολουθούν να παθιάζονται με τη δομημένη σκέψη, την ποίηση και τη λογοτεχνική γραφή.

ριτς

ΥΓ λέω να φυγω , γιατί οσο μενω, γράφω…. τόσο βαρετό κι αυτό πια…Νυσάφι.

Αλεφ, όπως Ελένη, όπως Υγρός Χρόνος…..


Το αφιερώνω στην αγαπημένη Αλεφ, τη φίλη εκ βαθέων που ελπίζω να συνεχίσουμε δια βίου τούτη τη διαδρομή. Αγαπάει τον Μπόρχες, μπαίνει στις φλέβες του κατά καιρούς, φτάνει στην καρδιά του και αφουγκράζεται την ανάσα του. Έτσι, για να μας εκπλήσσει η Αλεφ, κάθε φορά που εκδίδει ένα βιβλίο, το δικό της βιβλίο. Νάσαι καλά μικρό Αλεφ και ναναι Υγρός ο Χρόνος που μας συντροφεύει.

Ριτς

«Τι σημαίνει για μένα να είμαι συγγραφέας; Σημαίνει απλώς το να είμαι πιστός στη φαντασία μου. Όταν γράφω κάτι, το σκέφτομαι όχι ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό ως προς κάτι βαθύτερο. Όταν καταστρώνω μια πλοκή, τη γράφω γιατί κατά κάποιον τρόπο πιστεύω σ’ αυτήν – όχι όπως πιστεύει κάποιος στην ιστορία αλλά όπως πιστεύει σε ένα όνειρο ή σε μιαν ιδέα».

«Εάν πρέπει να ορίσω την ποίηση και νιώθω κάπως αμήχανα γι αυτό, εάν δεν είμαι πολύ σίγουρος γι αυτό, λέω κάτι όπως: Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους.Αυτός ο ορισμός μπορεί να είναι αρκετά καλός για ένα λεξικό ή ένα εγχειρίδιο, αλλά όλοι νιώθουμε πως είναι κάπως αδύνατος. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο – κάτι που θα μπορούσε να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε όχι μόνο προσπαθώντας να γράψουμε ποίηση, αλλά και να την ευχαριστιόμαστε, και να νιώθουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι αυτήν. Αυτό είναι ότι ξ έ ρ ο υ μ ε τι είναι ποίηση. Το ξέρουμε τόσο καλά που δεν μπορούμε να το ορίσουμε με άλλες λέξεις, όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τη γεύση του καφέ, το κόκκινο ή το κίτρινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, της αγάπης, του μίσους, της ανατολής, του ηλιοβασιλέματος, ή της αγάπης μας για την πατρίδα μας. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που μπορούν να εκφραστούν μόνο με εκείνα τα κοινά σύμβολα που μοιραζόμαστε. Έτσι, γιατί να χρειαστούμε άλλες λέξεις;».

Χορχέ Λουίς Μπόρχες : Η Τέχνη του στίχου

ουτοπικές καταστάσεις

Tindersticks – Can We Start Again

PHOTO TECHNOLOGY FROM ICELAND AND GREENLAND PHOTO ESSAY BY NATHAN MYHRVOLD

    Επειδή οι περισσότεροι είμαστε λολαμένοι με τις ελληνικές θάλασσες και πλήρως απασχολημένοι με τα μπάνια του λαού ( Ο Αλογοσκούφης τέτοιες μέρες βρίσκει και μιλάει)  είπα να πάω λίγο κόντρα στον καιρό και να ανεβάσω μερικές φωτογραφίες από την Ισλανδία μέσα από το φακό ενός ταλαντούχου CEO ( Λεπτομέρειες στο τέλος του ποστ, με όλες τις πληροφορίες που μπορεί να ενδιαφέρουν κάποιον).

gardar

ουαου

road

Αν αυτό δεν είναι καλλιτεχνική μαγεία, τότε ποιο είναι ;

glacier_face

gullfoss

highland_road

http://www.edge.org/3rd_culture/bios/myhrvold.html

This feature contains some panoramic shots that are created by stitching together multiple frames into one picture. These were mostly taken during my recent trip to Iceland and Greenland.

DR. NATHAN MYHRVOLD is CEO and managing director of Intellectual Ventures, a private entrepreneurial firm. Before Intellectual Ventures, Dr. Myhrvold spent 14 years at Microsoft Corporation. In addition to working directly for Bill Gates, he founded Microsoft Research and served as Chief Technology Officer.

nathan-myhrvold

Τα τζαμιά στην Ευρώπη και το δικαίωμα της λατρείας του Θεού

Σεράγεβο

Προ ετών βρέθηκα να περιπλανώμαι στη Βοσνία. Ήταν στο πλαίσιο νατοϊκής αποστολής με τη συμμετοχή Ευρωπαίων και Τούρκων δημοσιογράφων. Να δούμε τα νατοϊκά επιτεύγματα και να γράψουμε γι’ αυτά, μας είχαν πει. Πώς αλλιώς δηλαδή; Ανταποδοτικά είναι αυτά τα ταξίδια. Μου θυμίζουν τα ταξίδια κυβερνητικών αξιωματούχων που αποδέχονται τις προσκλήσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Εμ, επιστρέφοντας, δεν θα ανταποδώσουν; Προφανώς και θα ανταποδώσουν. Κάπως έτσι κι εμείς, αν και στο επίπεδο της μικρότερης δυνατής ευθύνης, θα έλεγα. Βλέπαμε, ακούγαμε, συζητούσαμε, φωτογραφίζαμε και βγάζαμε τα συμπεράσματά μας, εκ των οποίων κάποια επιστρέφοντας δημοσιεύσαμε και κάποια άλλα τα κρατήσαμε βαθιά μέσα μας για να μας ταλανίζουν ως σήμερα, σκοτεινά κομμάτια μιας ιστορίας που γράφτηκε με γνώμονα τα ανθρώπινα πάθη και το βαθύ κυριαρχικό ένστικτο των ηγετών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η διαδρομή ήταν τυποποιημένη: Σεράγεβο, Σρεμπρένιτσα, Τούζλα στην αρχή και ύστερα «εισβολή» στο σερβοβοσνιακό κομμάτι, εκεί όπου υποτίθεται ότι κρύβονταν ο Μλάντιτς και ο Κάρατζιτς. (Τελικά, ο συλληφθείς Κάρατζιτς ζούσε και εργαζόταν κανονικά στο Βελιγράδι, ως τη στιγμή που ο κρίκος της ομερτά έσπασε και ανέδειξε άλλες, ευρωπαϊκές αυτή τη φορά προτεραιότητες. Το να θυσιαστεί ένας ακόμη πολίτης για το καλό του τόπου είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Η Ιστορία από αρχαιοτάτων χρόνων βρίθει τέτοιων περιστατικών, όπου η μονάδα, ο άνθρωπος υποχωρεί μέχρι θανάτου προκειμένου να προκύψει ουσιαστικό όφελος για τον λαό.) Το θέμα μου σήμερα όμως δεν είναι ο Κάρατζιτς, ούτε ο εξουθενωτικός εμφύλιος της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Είναι κάτι άλλο που φτάνει ως τις μέρες μας ενδυναμωμένο, ενδεχομένως αυταρχικό και νομίζω μονοδιάστατο, καθώς αφορά τη λατρεία του Θείου.

Αν κάτι με είχε εντυπωσιάσει σ’ εκείνο το ταξίδι στη Βοσνία δεν ήταν τα νατοϊκά μυστικά. Ήταν ο απίστευτα μεγάλος αριθμός των μιναρέδων που υψώνονταν παντού, ακόμη και σε γειτονιές 50 νοματαίων. Ρώτησα τους συνοδούς μας και μου είπαν ότι μετά το τέλος του πολέμου, οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας άρχισαν να κτίζουν τζαμιά, την ίδια ώρα που αυξάνονταν οι τουρκικές τράπεζες και τα τουρκικά σωματεία, ενώ στο Σεράγεβο αυξάνονταν παράλληλα και οι γυναίκες με τσαντόρ. Το Ισλάμ, μου εξήγησαν, διείσδυε πλέον παντού, κατακτούσε τον χαμένο ζωτικό χώρο, βοηθούσε πολλούς αποπροσανατολισμένους μουσουλμάνους να επιστρέψουν στο φως -το ισλαμικό φως- και τους παρείχε γι αυτό θρησκευτική, πνευματική και οικονομική βοήθεια. Ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του, μου έλεγε αργότερα ένας ηλικιωμένος μουσουλμάνος έξω από τη μαρτυρική Σρεμπρένιτσα, προσθέτοντας ότι η οικοδόμηση τόπων λατρείας του Ισλάμ ήταν γι’ αυτόν βάλσαμο ή μάλλον πενικιλίνη πάνω στις πληγές που άφησε πίσω του ο πόλεμος. Τρία μέλη της οικογένειάς του ήταν θαμμένα στο νεκροταφείο της Σρεμπρένιτσα.

Έκτοτε πέρασαν χρόνια, με τις αισθήσεις σε ύφεση. Να, όμως, που όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γερμανία οδηγούν σε ολική επαναφορά του θέματος για τους τόπους λατρείας του Ισλάμ και την ανοικοδόμηση τζαμιών. Η Κολωνία βράζει, το ίδιο και η Φρανκφούρτη και το Βερολίνο. Μουσουλμανικές – τουρκικές οργανώσεις προετοιμάζονται για την ανοικοδόμηση στην Κολωνία του μεγαλύτερου τζαμιού που έχει οικοδομηθεί ποτέ στην Ευρώπη, το οποίο θα διαθέτει τον υψηλότερο μιναρέ (55 μέτρα). Κανείς δεν ξέρει αν το οθωμανικού τύπου κτίσμα θα είναι απλώς ένα τζαμί ή ένας πολυχώρος, με τηλεοπτικά στούντιο, φαρμακεία, ιατρεία, δικηγορικά γραφεία, αρτοπωλεία, κομμωτήρια, σούπερ μάρκετ, τράπεζες, νηπιαγωγεία και κοσμηματοπωλεία ή ακόμη και θρησκευτικά σχολεία ή γραφεία κηδειών. Στη Φρανκφούρτη, αντίστοιχες τουρκικές οργανώσεις δίπλα στα δύο μεγάλα τζαμιά θέλουν να κτίσουν και ένα τρίτο, αξίας 3 εκατ. ευρώ. Οι κάτοικοι των περιοχών που «πλήττονται» μαζεύουν υπογραφές και πιέζουν τις τοπικές αρχές να αντισταθούν. Ο ίδιος αναβρασμός επικρατεί στο Βερολίνο, καθώς εκκρεμούν αιτήσεις για την ανέγερση νέων τζαμιών. Πίσω από τις αιτήσεις, καταγγέλλουν οι πολέμιοι, κρύβονται σαουδαραβικά σωματεία και συμφέροντα.

Ο φόβος μπροστά στην περαιτέρω δυναμική εξάπλωση του Ισλάμ στην ευρωπαϊκή ήπειρο και η ανέγερση 180 νέων τζαμιών σε διάφορες γερμανικές πόλεις έχει τρελάνει τους Γερμανούς ακροδεξιούς. Δεν είναι τυχαίο ότι με τη συνεργασία του Λεπέν διοργανώνεται τον Σεπτέμβριο στην Κολωνία συνέδριο κατά της ισλαμοποίησης! Το ίδιο ανήσυχοι είναι και οι αριστεροί, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Φοβούνται ότι μέσα από τα τζαμιά θα δημιουργηθούν παράλληλες, πλην απομονωμένες, εχθρικές ισλαμικές κοινωνίες. Προφανώς και έχουν δίκιο, αν θυμηθούμε λίγο τον Ερντογάν όταν έλεγε ότι «τα τζαμιά μας είναι τα στρατόπεδά μας, οι μιναρέδες οι ξιφολόγχες μας, οι τρούλοι τα κράνη μας, οι πιστοί οι στρατιώτες μας». Παρόμοια περιστατικά ζούμε στη Βρετανία ή στην Ελβετία, όπου μεταξύ άλλων γίνονται προσπάθειες συνταγματικής απαγόρευσης για την ανέγερση μιναρέδων!

Ο τόπος λατρείας του Θείου υπήρξε πάντοτε ένα από τα δυσκολότερα σημεία αναφοράς του ανθρώπου. Το άγνωστο, το μακρινό, το ανέγγιχτο, το μη κοσμικό, το απαγορευμένο, το θόλο τοπίο του Παράδεισου και της Κόλασης συνέθεταν και εξακολουθούν να συνθέτουν μια εξωπραγματική εικόνα, παγιδεύοντας τον πιστό σε δύσβατες ατραπούς, όπου οι απαιτήσεις είναι αυξημένες και μόνο εκ του γεγονότος ότι προέρχονται Άνωθεν. Η Ιστορία βρίθει αναφορών για καταστροφές των χώρων λατρείας από τις αντίπαλες θρησκευτικά ομάδες, για τους πρώτους χριστιανούς που καταδιωκόμενοι λάτρευαν τον Θεό τους στις κατακόμβες, όπου έθαβαν τους νεκρούς τους, ενώ οι πρώτοι χριστιανικοί ναοί κτίστηκαν δίπλα στους αρχαίους ή και πάνω στα ερείπιά τους, προφανώς σε μια προσπάθεια όχι τόσο εξάλειψής τους όσο επίδειξης της δύναμης της συνέχειας. Στην Αθήνα, εν έτη 2008, παλιά εργοστάσια και εγκαταλελειμμένες αυλές έχουν μετατραπεί σε τόπους λατρείας για πολλούς μουσουλμάνους μετανάστες, ενώ οι συζητήσεις γύρω από την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους ξεπέρασαν κάθε όριο κωλυσιεργίας και προκατάληψης, την ίδια ώρα που στη Θράκη φουντώνουν τα δημοσιεύματα των ελληνικών εφημερίδων για τα «πανωσηκώματα» των μιναρέδων. Μικροπολιτική, με φόντο τη μεταθανάτια αγωνία του ατόμου!

Όμως ο κόσμος φτιάχτηκε πολυπολιτισμικός. Για να αντέχει όλες τις φυλές και μαζί τους τις θρησκείες που κουβαλούν. Για να μην υπάρχουν ανώτερες ή κατώτερες θρησκείες. Για να κοιτάζουν όλες προς τον μοναδικό Δημιουργό, προς τον οποίο εκφράζουν τη λατρεία και τον σεβασμό τους. Πίσω από αυτήν την απλή διαπίστωση, δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνισμός και δη οικοδομικός ανταγωνισμός! Τα μεγέθη των ναών δεν αποκαλύπτουν παρά μόνο την κενότητα των ανθρώπων ή τη μεγαλομανία τους. Γι’ αυτό και οι ευρωπαϊκές αρχές θα πρέπει να είναι φειδωλές στους χειρισμούς τους. Στο κάτω κάτω, ο καθένας έχει δικαίωμα στην πίστη και στη λατρεία του δικού του Θεού. Αρκεί αυτή η σπουδαία εκδοχή του ανθρώπου να μην προσκρούει στα δικαιώματα του διπλανού του.

ριτς

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 27-07-2008

Μια αστραπιαία βόλτα στον ελληνικό βορρά

Ιμαρέτ, χαμένο στα κτιρια της πολης της Καβάλας, κι όμως απιστευτα επιβλητικό

Μπείτε στο σάιτ αυτό και δειτε τις φωτογραφίες του εκπληκτικού ξενοδοχείου Ιμαρέτ στην Καβάλα. Μμμμ, οι οσμές της ανατολής φτάνουν ως εδώ, αποπνικτικές, ηδονιστικές.

Aν ο φοβερός Μωχάμετ Αλή επέστρεφε στην Καβάλα, τη γενέτειρά του, θα αναγνώριζε μεν το Ιμαρέτ του, εντούτοις θα απορούσε βλέποντας  κομψές σύγχρονες παρουσίες να κάνουν check in για να προσκυνήσουν τον χώρο που δώρισε τον 19ο αιώνα στην αγαπημένη του πόλη.

Καβάλα, οπως Καστέλα, Φρεατυδα

Καβαλα, μια ομορφη πλατεία κοντά στο λιμάνι

Νεστος, on the road

παλια πολη της Ξανθης

τοξότες, μαγευτικό χωριο πριν από την Ξάνθη

Το τρένο, τσαφ, τσουφ

Ο υιός στο Ξενία της Ξάνθης

Ακολουθεί ο Νέστος, τον βλέπω ακίνδυνο να κυλάει δίπλα μου, συλλαμβάνω το τρένο, πλησιάζω στην κοίτη, ανθρωποι δροσίζονται, τα κουνουπια βουίζουν, ο ουρανός είναι έτοιμος να ρίξει καταιγίδες.φωτογραφίζω, φωτογραφίζω, πώς αλλιώς να αιχμαλωτίσεις τόση ομορφιά γύρω σου ; Η Ξάνθη, παλιά και καινούργια πολη. Το χθες αντάμα με το σημερα. Σκληρή η αντιπαράθεση, σπουδαία αρμονία.

αρχαια μαρμαρα, ελεγα μικρη

κι αλλα αρχαια μαρμαρα

Ναοί, τειχη, αγορά....

Η σειρά των Φιλίππων, του αρχαιολογικού χώρου έξω από την Καβάλα. Η αρχαία πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε στις παρυφές των ελών που κάλυπταν το νοτιοανατολικό τμήμα της πεδιάδας της Δράμας. Οι πρώτοι οικιστές ήταν άποικοι από τη Θάσο, οι οποίοι γνωρίζοντας τον πλούτο της περιοχής σε πολυτιμα μέταλλα, ξυλεία και γεωργικά προϊόντα ιδρυσαν το 360 πΧ την αποικία των Κρηνίδων. Πολύ γρήγορα η νέα αποικία που απειλείται από τους θράκες ζητά τη βοήθεια του Φιλιππου του Β, βασιλιά της Μακεδονίας. Αυτός διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημαία της πόλης την καταλαμβάνει, την οχυρώνει και της δίνει το όνομα Φίλιπποι.Εκεί ιδρύει την πρώτη χριστιανική εκκλησία ο Αποστολος Παύλος και βαπτίζει την πρώτη χριστιανή, τη Λυδία. Εκεί πήγαμε κι εμείς και αναζητήσαμε απαντήσεις ανάμεσα στα ζωντανά χαλάσματα.

Και τωρα η σειρά του Δίου..

Στους βόρειους πρόποδες του Ολύμπου, σε περιοχή που εξασφαλίζει τον απόλυτο έλεγχο της στενής διάβασης από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία, δεσπόζει το Δίον. Άλλοτε σε απόσταση μόλις επτά σταδίων από τις ακτές του Θερμαϊκού, το Δίον υπήρξε η κατ’ εξοχήν ιερή πόλη των Μακεδόνων. Τραγουδώντας ο Ησίοδος γύρω στο 700 π.Χ τον έρωτα του Δία για τη Θυία, την κόρη του προπάτορα των Ελλήνων Δευκαλίωνα, αναφέρει ότι αυτή έμεινε έγκυος και γέννησε δυο παιδιά, το Μάγνητα και το Μακεδόνα, που έζησαν στην Πιερία γύρω από τον Όλυμπο. Ο ιερός χώρος του Δία στην περιοχή αυτή ήταν το Δίον. Έφτασε σε μεγάλη ακμή κατά τους ελληνιστικούς χρόνους αλλά και στα ρωμαϊκά χρόνια, καθώς ήταν μια από τις πρωιμότερες αποικίες των Ρωμαίων στο μακεδονικό χώρο. Ωστόσο το Δίον, με περίμετρο τειχών 2550 μ. ούτε στα χρόνια του Θουκυδίδη ούτε, όμως, και πολύ αργότερα – στα ρωμαϊκά χρόνια – ξεπέρασε το επίπεδο ενός πολίσματος

ριτς στο Δίον

από το έργο των ανασκαφών στο Δίον

Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα

Η ανασκαφική έρευνα στο Δίον ξεκίνησε το 1928 από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γ. Σωτηριάδη, για να σταματήσει το 1931, αφού είχε επιτύχει να κατασκευαστεί το πρώτο κτίσμα για τη στέγαση των κινητών ευρημάτων. Έπειτα από διακοπή 30 χρόνων, η έρευνα στο χώρο άρχισε εκ νέου από τον καθηγητή Γ. Μπακαλάκη, με πρωταρχικό ανασκαφικό στόχο την αποκάλυψη του οχυρωματικού περιβόλου. Η τρίτη ανασκαφική περίοδος εγκαινιάζεται το 1973 από τον Δ. Παντερμαλή και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι ανασκαφές συνεχίζονται έως σήμερα, εντός και εκτός της πόλης του Δίου. Βέβαιο είναι ότι η έρευνα θα πρέπει να συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμα, προκειμένου να αποκαλυφτεί το σύνολο της αρχαίας πόλης και τα ιερά. Αν και ο αρχαιολογικός χώρος του Δίου είναι αρκετά εκτεταμένος, η οργάνωσή του είναι σχεδόν υποδειγματική, καθώς προσφέρει στον επισκέπτη σαφείς διαδρομές για να περιηγηθεί ανάμεσα στα μνημεία.

Αγιος Σωφρονιος..Την ειχα υποσχεθεί στον Πανο πέρσι.

Γυναίκες, άλλοτε και τώρα…

Pablo Picasso – Sleeping Woman

Αν διατρέξουμε βιαστικά τη μισή χιλιετία που κύλησε από τον Όμηρο ως τον Μέγα Αλέξανδρο, δεν θα βρούμε πουθενά αλλού στην παγκόσμια ιστορία μια τόσο συνεπή απόρριψη της γυναίκας όσο από τους πατέρες του πολιτισμού μας. «Δεν υπάρχει στη γη πιο απαίσιο, πιο ξεδιάντροπο πλάσμα από τη γυναίκα», λέει ο Ομηρος στην Οδύσσεια. Και ο κυνικός Διογένης, βλέποντας μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά, αναφωνεί περιχαρής: «Μακάρι να είχαν όλα τα δένδρα τέτοιους καρπούς».

Ο Ησίοδος λέει ότι τα κυριότερα δώρα που έκανε η Αφροδίτη στη γυναίκα είναι η φλυαρία, το μοχθηρό της γέλιο και οι πονηριές της. «Ποτέ μην αφήσεις να σε ξεμυαλίσει η γυναίκα η κουνοκώλα, ούτε οι κολακείες της, που μ’ αυτές να σε τυλίξει θέλει»!

Κατά τον Ησίοδο, με αφορμή την Πανδώρα, η γυναίκα είναι συμφορά, μια ωραία συμφορά, μια καλοστημένη παγίδα που μέσα της πέφτουν οι άνθρωποι. Ακόμη και ο Ιπποκράτης λέει ότι η γυναίκα χρειάζεται σωφρονιστή, γιατί από τη φύση της έχει μέσα την αχαλινωσία, που αν δεν ξεριζώνεται κάθε μέρα σαν τα δένδρα, θα φουντώσει σαν αγριοβότανο. Στο βιβλίο της «Περικλής», η Μαρί Ντελκούρ (Παρίσι, 1939) σημειώνει: Κανένας δεν θα κατηγορούσε τον Περικλή αν είχε ερωτικές σχέσεις με αγόρια ή μεταχειριζόταν ωμά τη γυναίκα του. Αλλά ο κόσμος το θεώρησε σκάνδαλο ότι αντιμετώπιζε την Ασπασία ως ανθρώπινο πλάσμα, την είχε στα δικά του δώματα αντί να την κλείνει στον γυναικωνίτη και σαν να μην έφταναν όλα αυτά περίμενε από τους φίλους του που τον επισκέπτονταν να φέρνουν μαζί τους και τις γυναίκες τους. («Η Πατριαρχία», του Ernest Borneman – Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης)

Το να ανατρέχεις στα σκονισμένα ράφια της Ιστορίας προϋποθέτει θάρρος. Η αναζήτηση απαντήσεων γύρω από τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη γυναίκα, απαιτεί αφενός εξειδικευμένη γνώση, αφετέρου το ταλέντο να κατανοείς τις αποστάσεις του χρόνου. Μας λείπουν και τα δύο, δεδομένου ότι ο σύγχρονος άνθρωπος κινείται μέσα σ’ έναν πεπερασμένο ιστορικό χρόνο που δεν του δίνει τη δυνατότητα ψύχραιμης αναδρομής στο παρελθόν. Ολα τα κρίνει με τα σημερινά δεδομένα. Κάτι που τότε θεωρείτο συνήθης τρόπος ζωής, σήμερα στα μάτια του πολίτη της δυτικής κοινωνίας αποτελεί ντροπή, όνειδος, εγκληματική συμπεριφορά. Λογικό, από τη στιγμή που η γυναίκα αποδεδειγμένα κατακτά το ένα μετά το άλλο τα ανδρικά οχυρά, καταρρίπτοντας τον καλοδουλεμένο μύθο του ισχυρού ανδρικού προτύπου.

Και που βεβαίως χάνει ένα κομμάτι της κλασικής θηλυκότητάς της, αλλά που ταυτοχρόνως παλεύει με νύχια και με δόντια για την ανέλιξή της, ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί τι σημαίνει γι’ αυτήν η «φενακική» ιδέα της πλήρους ισότητας.

Αυτόν τον χειμώνα, με αφορμή την υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον, γράφτηκαν εκατοντάδες άρθρα για τον ρόλο και τους στόχους της σημερινής γυναίκας και για το κατά πόσον μπορεί να διεκδικήσει και να κατακτήσει, για παράδειγμα, πολιτικά αξιώματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ποσοστό των γυναικών που κατέχουν υψηλά πολιτικά αξιώματα, είναι το καλύτερο στην ιστορία της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, το ποσοστό των γυναικών βουλευτών στο αμερικανικό Κογκρέσο δεν ξεπερνά το 16%, περίπου ο παγκόσμιος μέσος όρος.

Κι όμως, προ ημερών, παρακολουθώντας σκηνές από την τελετή αποφοίτητης στο Χάρβαρντ, παρατήρησα ότι υπήρχαν πάρα πολλές γυναίκες, όλων των χρωματικών αποχρώσεων κι όλων των φυλών. Τι επιφυλάσσει το μέλλον γι’ αυτές τις φοβερές επιστημόνισσες που φωτογραφίζονται κρατώντας τον παγκόσμιο άτλαντα στα χέρια τους; Είναι ένα σοβαρό ερώτημα αυτό, στο οποίο συνήθως απαντούν με το ανάλογο σεξιστικό ύφος κοινωνιολόγοι, δηλώνοντας, μάλλον ισοπεδωτικά, ότι τελικά η γυναίκα δεν διαθέτει τα «γκατς» για να προχωρήσει ώς την κορυφή. Για παράδειγμα, λένε, δεν γίνεται σπουδαία αρθρογράφος, γιατί φοβάται να καταθέσει ευθέως την άποψή της. Δείτε την «Ουάσιγκτον Ποστ»: βρήκε μόνο δύο γυναίκες αρθρογράφους, ενώ οι άνδρες ξεπερνούν τους 19! Και καταλήγουν ότι η γυναίκα ξεκινάει πολύ δυναμικά, αλλά στη συνέχεια επιλέγει τη μητρότητα και την… κουζίνα. Ευσεβείς πόθοι…

Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν ότι η Χίλαρι Κλίντον έχασε γιατί είναι γυναίκα και γιατί επέτρεψε στον εαυτό της να υποστεί τον απόλυτο εξευτελισμό του φύλου της από τον σύζυγό της. Η συγγραφέας Γκλόρια Στέινεμ έγραψε ότι το φύλο παραμένει η πλέον ανασταλτική δύναμη στη ζωή των Αμερικανών, για να τη σιγοντάρει η παλιά υποψήφια για την αντιπροεδρία των ΗΠΑ Τζέραλντιν Φεράρο, προειδοποιώντας ότι ο τρόπος που χειρίστηκαν οι ψηφόφοροι και τα πολιτικά τζάκια τη Χίλαρι στέλνει στη διεθνή κοινότητα σαφή μηνύματα σεξισμού. Προφανώς μια δόση αλήθειας υπάρχει στις διαπιστώσεις των δύο γυναικών, αλλά η προώθηση της γυναικείας προσωπικότητας μέσα από τα αμερικανικά ΜΜΕ δεν είναι ό,τι καλύτερο. Οταν το μέσο κοινό βομβαρδίζεται με τηλεοπτικές σειρές, όπως οι Desperate Wives και το Sex and the City (αναφέρομαι σε δύο πολύ γνωστές σειρές, γιατί υπάρχουν πολλές άλλες χαμηλότερου βαρομετρικού) και όντας μιμητικό ον, είναι φυσικό να ταυτίζεται με τέτοιου είδους εικόνες και συμπεριφορές, παραμερίζοντας τη ζέση και την ορμή που κάνει τη γυναίκα να θέλει να διακριθεί, όχι χρησιμοποιώντας το φύλο της, αλλά το μυαλό της. (Οι άνδρες θα ’χουν φρικάρει, φαντάζομαι).

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η γυναίκα των δυτικών κοινωνιών έχει κόψει το νήμα πολλών μαραθωνίων. Ξεπέρασε την εκ γενετής υπόδειξη ότι οφείλει να προσαρμόζεται στην ανδροκρατούμενη κοινωνία και προχωράει, αφήνοντας πίσω της απορημένους τους μεγάλους φιλοσόφους. Κανείς πια δεν την απορρίπτει φανερά. Η χειραφέτησή της μέσα από την πάλη για ίσα πολιτικά και επαγγελματικά δικαιώματα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Αλλά οι ανάγκες του 21ου αιώνα είναι διαφορετικές. Εμπεριέχουν την τεχνολογική επανάσταση του Διαδικτύου, αλλά και την έγερση των μεγαλύτερων ερωτημάτων γύρω από τον ρόλο των φύλων. Η αντίληψη, βαθιά πατριαρχική, ότι η γυναίκα είναι ο αγρός και ο άνδρας το αλέτρι μάλλον φθίνει, αλλά δεν αντικαθίσταται από κάποια άλλη. Η γυναίκα διεισδύει στην πολιτική, αλλά δεν σημαίνει ότι η πολιτική αλλάζει, αντίθετα παραμένει υπόθεση αυστηρά ανδρική. Οι κυβερνήσεις θεσπίζουν νόμους και επαίρονται για τις ποσοστώσεις υπέρ των γυναικών, αλλά οι ποσοστώσεις αποκτούν τη μορφή δουλείας για τα κόμματα. Επόμενως, πόση βαρύτητα έχουν όλα αυτά στον αιώνα μας, όταν η γυναίκα πασχίζει να διαμορφώσει το κοινωνικό προφιλ της, αγγίζει με σχεδόν παιδικό φόβο την περιοχή της κοιλιάς της και κοιτάζει τον άνδρα χωρίς το πλεονέκτημα της εμπιστοσύνης; Ιδού το ερώτημα του 21ου αιώνα για την πορεία της χειραφετημένης πια γυναίκας.

ριτς

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 20-8-2008

Bond, James Bond


Παρακολουθούσα προχθές στο σινεμά τον Πιρς Μπρόσναν στο Mamma mia. Οι κινήσεις του, η θετική αύρα που σκορπίζει γύρω του ένας χαρισματικός ηθοποιός…. όλα ωραία. Όμως, ό,τι κι αν έκανε ο Μπρόσναν μέσα σε ένα όμορφο ελληνικό, νησιωτικό καλοκαιρινό τοπίο, η σύγκριση με τον πράκτορα 007 ήταν αναπόφευκτη. Μποντ, Τζέιμς Μποντ. Ο αγαπημένος πράκτορας όλων των εποχών έχει αναδείξει μια κινηματογραφική σχολή που όμοιά της δύσκολα θα αναπαραχθεί στο μέλλον. Όχι μόνο γιατί σε όλες τις ταινίες που πρωταγωνιστούσε η «γοητεία» του Ψυχρού Πολέμου ήταν συγκλονιστικά αφαιρετική, αλλά γιατί ο θεατής πίσω από κάθε σκηνή διέκρινε αμυδρά τον εαυτό του, ακόμη και όταν οι πρωταγωνιστές πραγματοποιούσαν φανταστικά ακροβατικά, «έριχναν» τη γυναίκα – πράκτορα ή το διακινδύνευαν (ακόμη χειρότερα) και αυθαδίαζαν μπροστά στην πιο εξελιγμένη θανατηφόρο μηχανή της τότε ΕΣΣΔ. Η περιπέτεια, στοιχείο γονιδιακό του πρωτόγονου ανθρώπου που μετεξελίχθηκε σε τέχνη επιβίωσης, ενυπάρχει στον καθέναν από εμάς, έστω και σε αδράνεια. Γι’ αυτό και όταν ξεφυλλίζοντας τους «Τάιμς» του Λονδίνου έπεσα πάνω σε ένα σπάνιο αφιέρωμα για τον Τζέιμς Μποντ και τον «πατέρα» του Ιαν Φλέμινγκ (συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του συγγραφέα), θέλησα να ξεκλέψω κάτι από τον ορυμαγδό των αναφορών και να το μοιραστώ μαζί σας. Το ξεσκόνισμα της μνήμης κατά διαστήματα βοηθάει πολύ.

Κάποιο πρωινό του 1952 στην Τζαμάικα, ένας μεσήλιξ Βρετανός δημοσιογράφος κάθησε στην καρέκλα του γραφείου και σκιαγράφησε την προσωπικότητα ενός μυστικού πράκτορα, ο οποίος επρόκειτο να εξελιχθεί σε μία από τις επιτυχέστερες δημιουργίες στον χώρο της λογοτεχνίας. Ως εκείνη την ημέρα ο Ιαν Φλέμινγκ δεν είχε ξαναγράψει. Είχε δοκιμάσει την τύχη του στην τράπεζα, στο χρηματιστήριο και στην εφημερίδα. Μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όντας αξιωματικός των ναυτικών μυστικών υπηρεσιών βρήκε αυτό που στη συνέχεια τον ανέδειξε… Εκείνο το πρωινό στην Τζαμάικα, ο Φλεμινγκ έκανε βιαστικά ντους -είχε προηγηθεί ένα άθλιο ξενύχτι με πιοτό και γυναίκες- και κάθησε στο γραφείο του, κτυπώντας με έξι δάκτυλα τα πλήκτρα μιας παμπάλαιης Royal. «Τα αρώματα, ο καπνός και ο ιδρώτας στο καζίνο προκαλούσαν ναυτία στις τρεις τα ξημερώματα…», ήταν η πρώτη γραμμή του κειμένου του. Ενα μήνα μετά, δακτυλογράφησε τις τελευταίες λέξεις του έργου του «… τώρα η σκύλα είναι νεκρή». Το Casino Royal είχε ολοκληρωθεί και ο Τζέιμς Μποντ μόλις είχε γεννηθεί.

Οι μυθιστοριογράφοι εμπνέονται από την πραγματικότητα, αλλά ο Φλέμινγκ στήριζε στους ανθρώπους, στα πράγματα και στα μέρη που ο ίδιος γνώριζε τον φανταστικό κόσμο του Μποντ. Οι χαρακτήρες, οι συνωμοσίες, οι τοποθεσίες, τα σατανικά μηχανήματα και οι καταστάσεις στις ιστορίες του Μποντ βασίζονται στο γεγονός ότι ο αναγνώστης ή ο θεατής δύσκολα διακρίνουν πού τελειώνει ο πραγματικός κόσμος του Φλέμινγκ και πού αρχίζει ο φανταστικός κόσμος του Τζέιμς Μποντ. Η κατασκοπεία είναι συχνά από μόνη της κάτι μυστηριώδες, ανάμεσα στο αληθές και το αναληθές, «εικαστική» σύνθεση με τη συμμετοχή της φαντασίας, της πραγματικότητας και της πλάνης ή της απάτης. Ως πρώην αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών, ο Φλέμινγκ σκεφτόταν όπως ένας κατάσκοπος και έγραφε σαν κατάσκοπος. Ήταν όμως και καλός δημοσιογράφος. Με αυτήν την ιδιότητα υπήρξε φλύαρος, μικροκλέφτης ειδήσεων και ιδεών, αποδελτίωνε χρήσιμο υλικό και κατέγραφε πρόσωπα και ονόματα, γκάτζετ, μενού εστιατορίων και ολόκληρες προτάσεις, στοιχεία της τρέχουσας πραγματικότητας δηλαδή, τα οποία αίφνης μετατρέπονταν σε επιστημονική φαντασία. Κάποτε ο Φλέμινγκ είχε δηλώσει : «Όλα όσα γράφω έχουν ένα άλλοθι αλήθειας»…

Ο Τζέιμς Μποντ ήταν εν μέρει αυτό που δεν ήταν ο Φλέμινγκ.


Το φανταστικό του δημιούργημα, αυτό που θα ήθελε να έχει γίνει, αλλά… Ο Μποντ είναι ο ρομαντικός μύθος, το παραμύθι, η δέσμευση ότι η Βρετανία, έχοντας θριαμβεύσει στον πόλεμο, θα παρέμενε πανίσχυρη δύναμη κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Στην γκρίζα ατμόσφαιρα της λιτότητας της μεταπολεμικής Αγγλίας υπήρχε ένας άνδρας που έπινε σαμπάνια συνοδεύοντάς την με χαβιάρι, απολάμβανε το αχαλίνωτο σεξ, τα γκλαμουράτα ταξίδια στο εξωτερικό και διέθετε ένα μάλλον πολύ σεβαστό κομπόδεμα… Δεκατρείς ιστορίες ακολούθησαν το Casino Royal. Ως τον θάνατό του, ο Φλέμινγκ πούλησε πάνω από 40 εκατ. αντίτυπα και δημιούργησε μια εκδοτική και κινηματογραφική αυτοκρατορία. Σήμερα, τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός της γης έχει παρακολουθήσει κάποια από τις ταινίες του Μποντ ή έχει διαβάσει ένα βιβλίο του Φλέμινγκ, ο οποίος για πρώτη φορά οραματίστηκε τον Μποντ το 1944. «Πρόκειται να γράψω την ιστορία ενός κατασκόπου για να δώσω τέλος σε όλες τις άλλες ιστορίες αυτού του είδους», είπε σε φίλο του.

Και έκανε ακριβώς αυτό: ξετίναξε ό,τι ξέραμε και δεν ξέραμε ως εκείνη τη στιγμή.

Για τον Φλέμινγκ, ο Μποντ δεν ήταν ένας κατάσκοπος. Ήταν η επιτομή του κατασκόπου και όλων των κατασκόπων που ο Βρετανός συγγραφέας συνάντησε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο πράκτορας 007 ήταν ο ήρωας που έκανε τον Φλέμινγκ να δειλιάζει μπροστά του. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω σαν κι αυτόν. Ο Μποντ έχει τα guts που εγώ δεν έχω». Παρ όλα αυτά, ο Φλέμινγκ αντιλαμβανόταν με εξαιρετικό τρόπο τη γοητεία των αντικειμένων.

Βρισκόμαστε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και ήταν φυσικό να λατρεύει εξεζητημένα αυτοκίνητα της εποχής. Ενα από τα αγαπημένα του ήταν μια Ford Thunberbird, για την οποία η γυναίκα του Αν έλεγε ότι «ήταν πάνω από τις οικονομικές μας δυνατότητες, αλλά κάτω από την ηλικία μας». Πάντως δεν εθεωρείτο σπουδαίος οδηγός, εν αντιθέσει με τον Μποντ που είχε όλα τα συμπτώματα της ράτσας των οδηγών που φωνάζουν silly bastard! Ο Φλέμινγκ ζούσε την εποχή των σπουδαίων οικιακών συσκευών, των τρένων, των αεροπλάνων, των φανταστικών όπλων. Σε όλες τις ιστορίες του αγκαλιάζει τα γκάτζετ, τους μοιράζει ρόλους, κάνει τον αναγνώστη να διερωτάται ποιος είναι τώρα ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος ή το γκάτζετ; Μια απλή βούρτσα μαλλιών κρύβει μέσα της χάρτες και πριόνια και μια πίπα από αμίαντο χωράει μυστικά έγγραφα τα οποία δεν καίγονται, κι ας καπνίζει ασυστόλως ο Μποντ… Για πολλούς, ο Ιαν Φλέμινγκ ήταν ο άλλος Τζέιμς Μποντ, ο μυστικός πράκτορας που κινούσε τα νήματα πίσω από την παλιά γραφομηχανή, χορηγώντας απλόχερα στον κόσμο την αίσθηση της απόλυτης εξουσίας, αλλά και της απόλυτης ελευθερίας. Ο,τι δεν έχει δηλαδή ο άνθρωπος.

ριτς

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 13-7-2008

υγ. Για την koptoraptou, που τον ζήτησε 😉