Ευχές για έναν δικαιότερο κόσμο!


Τα παιδιά της Ανατολής. Ας τα σκεφτούμε , στιγμιαία έστω, την ώρα που θα υποδεχόμαστε τον Καινούργιο Χρόνο.

http://www.thorsten-eichhorst.com/

Μα τί εφεύρεση αυτές οι γιορτές!

Την επομένη των γιορτών αναρωτιέμαι αφελώς πόσο πολύ λοξοδρομήσαμε απ τους στόχους μας. Φαντάζομαι ότι όλοι θα θέλαμε, προχωρώντας βαθιά στον ανθρώπινο χρόνο να βελτιωθούμε ατομικά και συλλογικά. Να αποκτήσουμε γνώση και γνώθι σ’ αυτόν, να επιδείξουμε μεγαλύτερη ανοχή σε αλλότριες συμπεριφορές. Τί έχει μείνει σήμερα απ’ αυτήν την προσδοκία ; Θα έλεγα μια διαρκής επιπολαιότητα, ένας υφέρπων κυνισμός κι ένα υπερτιμημένο εγώ.

Να υποθέσω ότι η φετινή οικονομική δυσπραγία εξανεμίζεται ως διά μαγείας στις γιορτές. Μα τι εφεύρεση σπουδαία η γιορτή! Συνδυάζει το έθιμο, την ανάπαυλα, τη σπατάλη, τη μέθη, την ασυδοσία, τη λήθη. Όλα τα δικαιολογεί. Και τα ωραία και τα άσχημα. Αυτές τις μέρες, οι άνθρωποι αναζητούν την κοινωνική επιβεβαίωση. Το ’χουν, λένε, το δικαίωμα. Πάντα το ’χαν, αλλά τις γιορτές μπορούν να το «υφαρπάξουν» κιόλας. Φορούν τα λαμέ και τα ασημιά, κρεμούν στ’ αυτιά πλουμιστά σκουλαρίκια και στον λαιμό χαϊμαλιά,  δένουν χαλαρά τη γραβάτα και ξεσκονίζουν καλά το σκαρπίνι πριν αρχίσουν να περιφέρονται από κέντρο σε κέντρο και από σπίτι σε σπίτι. Με ύφος δανεικό από βραζιλιάνικη τηλεοπτική σαπουνόπερα και με σκέρτσο, πολύ σκέρτσο. Λες και μεθαύριο δεν θα γίνουν στήλη άλατος στο αντίκρισμα της ακάλυπτης επιταγής, δεν θα ψελλίσουν ασυναρτησίες όταν η πιστωτική τους κάρτα θα απορρίπτεται από το μηχάνημα-δυνάστη, δεν θα ξεστομίσουν γνωστές και άγνωστες βρισιές τη στιγμή που θα στοιχίζονται σαν στρατιωτάκια στους καταλόγους του Τειρεσία…

Το παραμύθι των ημερών να ’ναι καλά. Το άλλοθι σκέψης και πράξης. Κι αν εσύ, που υποτίθεται ότι δεν σου ’χει ακόμη σαλέψει, τολμήσεις να ρωτήσεις: «Μα, δεν λέγατε ότι σας έπνιξαν τα προβλήματα κι οι έγνοιες», θα λάβεις μια απάντηση του τύπου: «Ξέρετε, το καλούν οι μέρες». Αλήθεια, αυτές τις μέρες ποιος νοιάζεται για τη δαμόκλειο σπάθη της πτώχευσης που επικρέμαται επί της κεφαλής μας; Ποιος σκοτίζεται για τους Οίκους που μας υποβαθμίζουν ξανά και ξανά; Ποιος Τρισέ θα μας τιθασεύσει; Ποιος φοβάται τον Στρος Καν του ΔΝΤ; Ποιος γυρίζει να δει το αποτύπωμά του πάνω σε τούτο τον τόπο και ποιος ιδρώνει για τα συμπεράσματα της Κοπεγχάγης; Κανείς. Όλοι οσμίζονται τη χαρά και τη διασκέδαση, όπως το παιδί οσμίζεται την αναμπουμπούλα. Οποιαδήποτε σκέψη έξω από την «καθαρτήρια» καταναλωτική κραιπάλη, από τη διασκέδαση, από τη «διαγραφή» χρεών και υποχρεώσεων κρίνεται απορριπτέα Η οικονομική ηθική των ημερών αποδεικνύεται χαλαρή.

Είναι γεγονός ότι έχουμε ξεχάσει πόσο παρακινδυνευμένο και πόσο επιζήμιο είναι να ζούμε μονίμως πάνω από το πάπλωμά μας. Ο Έλληνας πρέπει να μάθει να είναι εγκρατής, μας διαμηνύουν οι Βρυξέλλες. Βγάζει τόσα, να ξοδεύει λιγότερα από τα τόσα. Βγάζει περισσότερα; Χαλάλι του. Ο φτωχός και ο μικρομεσαίος να συνυπολογίζει και την ανάσα του. Να μετράει τα κέρματα. Αν αθροίσεις φίλε μου τα κέρματα, εκεί προς το τέλος της εβδομάδας, θα δεις ότι μπορείς ακόμη και σουβλάκι «με απ’ όλα» να αγοράσεις και κομμωτήριο με πουρμπουάρ να απολαύσεις, ενδεχομένως δε και ένα spa σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων. Ο ευκατάστατος, ο μεγαλοαστός, ο μεγαλομέτοχος, κομμάτια να γίνει. Δικιά του η δούλεψη, δικό του και το χρήμα. Ας πάει σε ξενοδοχείο πολλών αστέρων!

Το χρήμα, λοιπόν, των γιορτών. Το χρήμα ως έλκηθρο, ως οδοδείχτης, ως λαιμητόμος, ως καταπακτή. Το χρήμα ως μέσον, ως αυτοσκοπός. Χωρίς δικαιολογίες και ηθικολογίες. Ένα είδος θεού τιμωρού. Αν το χρησιμοποιείς σωστά θα πας στον Παράδεισο, αν όχι, σε περιμένει η Κόλαση. Ο Δάντης ζούσε με γνώμονα το χρήμα ή τους φόβους του; Λίγο πριν από τις γιορτές, οι «τριακόσιοι» της Βουλής έσπευσαν να δηλώσουν ότι δεν θα είχαν αντίρρηση να κόψουν κάτι από την αποζημίωση των επτά χιλιάδων ευρώ μηνιαίως (τα επίσημα, φαντάζομαι) προκειμένου να δείξουν ότι συμπάσχουν μετά του ελληνικού λαού. Κι είδα στον τηλεοπτικό μου δέκτη την υποκρισία του ανθρώπου και τον καλά κρυμμένο φόβο για τα κεκτημένα. Κι αυτό το λέω γιατί όσοι απάντησαν, φρόντισαν να προσθέσουν το… «υπό προϋποθέσεις», θυμίζοντάς μου τα ψιλά γράμματα των τραπεζών.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 25-12-2009

ριτς

Οι ευχές μου για όλους εσάς, γνωστούς και αγνώστους

Είναι ένα γιουτιουμπάκι που τόχα ανεβάσει και πέρσι, αλλά εξακολουθεί να μου αρέσει και να με μεταφέρει σε άλλο κλίμα, σε άλλη εποχή, φτωχή, στριμωγμένη για τους πολλούς και με άπειρα ερωτηματικά.

Το συνοδεύω μ ένα ποίημα της Ελένης Γκίκα από την καινούργια ποιητική συλλογή της « Το Γράμμα που λείπει», εκδ. Αγκυρα

O  Tom Waits ( γεννήθηκε στην Καλιφόρνια το 1949) είναι ο καλλιτέχνης των καλλιτεχνών, ο δημιουργός με την αντισυμβατική και εκλεκτική άποψη. Η δουλειά του ταιριάζει εύκολα στο πειραματικό θέατρο του Robert Wilson (The Black Rider) και στο στυλ των film του Jim Jarmusch (Down by Law, Night on Earth). Τα κομμάτια του εμπνέουν διασκευές από μία πολυσυλλεκτική και συχνά αντιφατική ομάδα καλλιτεχνών: Η παιδική αφέλεια των Ramones (“I Don’t Wanna Grow Up”), το Holly Cole – ερμηνευτικά – folk/jazz, οι rock’n’roll διαφυγές του Bruce Springsteen (“Jersey Girl”) και ακόμα οι υποτιμημένες, όμορφες μπαλάντες από τους Eagles και τον Rod Stewart (“Ol’ 55″, “Downtown Train”). Γλίστρησε μέσα στη μηχανή του Hollywood παίζοντας σε films όπως Short Cuts & The Fisher King και κέρδισε το βραβείο Grammy το 1992, για το καλύτερο εναλλακτικό album (Bone Machine) – ίσως την τελευταία φορά που ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σωστά.

Υπάρχουν δύο σταθερά νήματα σε όλες τις δουλειές του Waits, παρά τις πολλές μουσικές αλλαγές του. Το πρώτο έχει να κάνει με το δυνατό στιχουργικό του χάρισμα, το οποίο και χρησιμοποιεί συνέχεια στις ονειρικές καταστάσεις: Οι φανταστικές πλευρές του υποσυνειδήτου μας, αλλά και η δύναμη του ονείρου να μας απελευθερώνει, να μας απαλλάσσει (τον ακροατή ή τον χαρακτήρα του τραγουδιού) από την πραγματικότητα. Το δεύτερο νήμα έχει να κάνει με τη φωνή, το τραχύ όργανο που ουρλιάζει και αποτελεί συνήθως τον καταλυτικό παράγοντα που καθορίζει αν ο ακροατής είναι ικανός να εισέλθει στον κόσμο του Waits…..

ΧΟΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ

Μαζί ανοίγουμε
μαζί τον κλείνουμε τον χρόνο
Χορός με την σκιά μου, καθημερινός
Χωρίς εσένα
ούτε χορός
ούτε εαυτός
ένα άδειο σακί, μονάχα
σε μιαν έρημο
Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω
για να ζήσω’
να πω ότι έζησα κάποτε
και τώρα σε θυμάμαι
κι είναι σα να ‘σαι εδώ
Είσαι εδώ’
για να ανοίξουμε μαζί
κι αυτό τον χρόνο.
μπουκάλι
στον αιώνιο ωκεανό.

Μαζί θα ταξιδεύουμε…

Πρωτοχρονιά 2006

Ένας κόσμος αλαζονικός, ψυχρός, συμφεροντολογικός, πλούσιος

Αφιερωμένο στη σύνοδο της Κοπεγχάγης και στο μοντέλο ζωής που επιλέξαμε.


Της Ριτσας Mασουρα

Κάποτε ήταν ο δρόμος του μεταξιού. Επιδέξιοι άνθρωποι, ταλαντούχοι τυχοδιώκτες, έμποροι από τα γεννοφάσκια τους συμμετείχαν στα καραβάνια με τις καμήλες που ξεκινούσαν από την Κίνα κι έφταναν ώς την Ευρώπη, μεταφέροντας μετάξι και μπαχαρικά. Στο τέλος της διαδρομής τους περίμεναν ανταλλάγματα, συνήθως χρυσό, ασήμι και κεραμικά. Στην καθοδική τους πορεία, ως άλλοι Μύριοι, συναντούσαν εμπόδια, εμπλέκονταν σε περιπέτειες, αλλά τελικά ήταν η περιπέτεια και η βιοποριστική ανάγκη που τους έσπρωχνε να διεισδύουν βαθιά στον κόσμο του μεταξιού. Μέχρι τελικής πτώσεως. Σήμερα ζούμε τους δρόμους του πετρελαίου. Ενεργοβόροι δρόμοι. Τα πετρελαϊκά κοιτάσματα γίνονται χαρά και δυστυχία, πλούτος και φτώχεια…

Η Υφήλιος είναι διασωληνωμένη σε θάλασσες και σε στεριές. Οι αγωγοί κυριαρχούν. Γύρω τους σφύζει ή αραιώνει η ζωή. Κι είναι αυτοί που εξελίσσονται σε πρωταγωνιστές τοπικών πολέμων, εκτρέφουν εμμέσως φαινόμενα διαφθοράς και χαϊδεύουν τα αυτιά δικτατορίσκων. Η Αφρική είναι μια από τις ηπείρους, της οποίας το πετρέλαιο ήταν και παραμένει εύκολο πεδίο βολής. ΗΠΑ και Κίνα διαγκωνίζονται για την πρόσβαση στις πηγές και δεν διστάζουν να συνεργαστούν με άθλιους πολιτικούς, να συναινέσουν στον ξεριζωμό των τοπικών πληθυσμών και στο κάψιμο των χωριών τους. Το πετρέλαιο ακολουθεί, χωρίς ίχνος διπλωματίας. Μέσα στα χρόνια, η δυτική αποικιοκρατία μεταλλάχθηκε, αποκτώντας επικυριαρχικά δικαιώματα σε χώρες με πλούσιο υπέδαφος.

Κι ύστερα ήρθε η μεγάλη ιδέα: η εξάπλωση της δημοκρατίας. Μα τι έμπνευση κι αυτή! Στο όνομα της νομής του πετρελαίου, οι ΗΠΑ κυρίως δημιούργησαν ζώνες επιρροής στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και διεξήγαγαν δύο πολέμους στο Ιράκ, θυσιάζοντας αθώες ζωές στο όνομα της διατήρησης ενός μοντέλου, εθισμένου στη λογική του μαύρου χρυσού.

Ο κόσμος του πετρελαίου αναδεικνύεται ενώπιόν μας αλαζονικός, ψυχρός, συμφεροντολογικός, μα και πλούσιος. Έχουν περάσει ελάχιστα χρόνια από την εποχή που η Σαουδική Αραβία και τα Αραβικά Εμιράτα ήταν τεράστιες ερημικές εκτάσεις, με τους πολίτες τους συγκεντρωμένους σε μικρές βιώσιμες νησίδες. Τα πετρελαϊκά κοιτάσματα άλλαξαν τις ισορροπίες. Η έρημος μετατράπηκε σε καταπράσινη πεδιάδα και οι χώρες σε οικονομικούς γίγαντες, που σήμερα βουλιάζουν στον πλούτο, στις επενδυτικές εμπνεύσεις, αλλά και στην κοινωνική ανισότητα. Τα αστρονομικά κέρδη από το πετρέλαιο διανέμονται μεταξύ των εκπροσώπων του αραβικού νεποτισμού, όσων ελέγχουν τις πετρελαιοπηγές, συμμετέχουν στη χάραξη παγκόσμιας πολιτικής, χρησιμοποιούν το χρήμα επενδύοντας συχνά σε άλλες σταθερότερες του πετρελαίου οικονομικές αξίες και εκτρέφουν φαινόμενα σαν αυτό του Μπιν Λάντεν.

Το 2009 συμπληρώνονται 150 χρόνια από την πρώτη άντληση πετρελαίου στην Πενσυλβάνια από τον συνταγματάρχη Εντουιν Ντρέικ. Εκατόν πενήντα χρόνια, αρκετά για την ανάπτυξη μιας δίχως ηθική παγκόσμιας φιλοσοφίας, η οποία άλλαξε ριζικά την εικόνα της ανθρωπότητας, προσφέροντάς της την πολυτέλεια της ενέργειας, αλλά αλυσοδένοντας την παράλληλα με το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ο Μπους δήλωνε προ διετίας ότι η Αμερική είναι «εθισμένη στο πετρέλαιο» και ότι κάτι θα έκανε γι’ αυτό. Αυτό που έκανε τελικά ήταν να ζητήσει από τη Σαουδική Αραβία να αυξήσει την παραγωγή της, ώστε να αποτρέψει στροφή προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και παράλληλα ασκώντας αφόρητες πιέσεις προς το Κογκρέσο να ανατρέψει το καθεστώς των προστατευόμενων ζωνών της Αρκτικής.

Και με μεγαλοθυμία ανακοίνωνε: «Ορίστε, κύριοι εθισμένοι, πάρτε λίγο ακόμα από τη δόση σας, έχω καλό πράγμα. Σας υπόσχομαι, από του χρόνου θα είμαστε καθαροί, θα βάλω ανεμογεννήτρια ακόμα και στην προεδρική μου βιβλιοθήκη. Προς το παρόν όμως, αρκεστείτε σε μια καλή δόση αργού».

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή…

Δείτε και Το όραμα της Κοπεγχάγης του Πάσχου Μανδραβέλη

Μόραλης και Λαμπράκης: δύο ξεχωριστοί χαιρετισμοί

Γιάννης Μόραλης, Χρήστος Λαμπράκης. Τίτλοι τέλους για δύο σημαντικές προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένας ζωγράφος κι ένας εκδότης. Είχαν, άραγε,  κοινές αγωνίες, κοινές έγνοιες, κοινά ενδιαφέροντα ; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι.

Ο ένας ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, άνθρωπος του πινέλου, του καβαλέτου, της σιωπηλής επικοινωνίας με τον πίνακα που γεννιόταν.

Ο άλλος ήταν ο κοινωνικός περιπατητής, που έπιανε τα μηνύματα της εκάστοτε εποχής και πάσχιζε να διατηρήσει τις πρωτιές του. Άλλοτε τα κατάφερνε, άλλοτε όχι.Η τύχη δεν ήταν πάντα με το μέρος του.

Ο Μόραλης εκπροσώπησε τη γενιά του  ’30, το πρώτο φυτώριο της Ελλάδας των διανοουμένων, των ποιητών, των ζωγράφων, των μεγάλων δημιουργών.Η ελληνικότητα είναι το σήμα-κατατεθέν στους ζωγράφους της δεκαετίας του ’30, που όλοι σπουδασμένοι στο Παρίσι, τη Ρώμη και το Βερολίνο, είχαν σημείο αναφοράς πάντα στα έργα τους, κάτι ελληνικό. Ο Μόραλης σημάδεψε με τη δουλειά του τους χρόνους που η Ελλάδα πάσχιζε να βρει τον βηματισμό της.Έφτασε ως τις μέρες μας με τη νεανικότητα εκείνων των χρόνων και τη σοφία της ηλικίας του.Λέγεται ότι σπανίως απορούσε για τους δικούς μας, λόγω υπερβολικής ταχύτητας,  εκτροχιασμούς. Μας αντιμετώπιζε σαν αναγκαίο κακό, σαν το φάρμακο που έπρεπε να το πάρει χωρίς ούτε έναν μορφασμό, αλλά και σαν ευλογία που είχε την εξυπνάδα να απολαμβάνει.

Ο Λαμπράκης εκμεταλλεύτηκε τη χρονική συγκυρία, αλλά και την κληρονομιά από τον πατέρα και απογειώθηκε σε εποχές που η Ελλάδα χρειαζόταν επειγόντως άνεμο δημοκρατίας.Ο δημιουργικός του οίστρος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ και αντιμετώπισε τη σύγχρονη δημοσιογραφική λαίλαπα, αλλά και τις διεθνούς εμβέλειας δημοσιογραφικές και εκδοτικές αναταράξεις με μοναδική ψυχραιμία.

Οι γνώσεις του και το πάθος του για τη μορφωτική και την πνευματική ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν εκφράστηκαν μόνο στον εκδοτικό χώρο.
Ο Χρήστος Λαμπράκης δημιούργησε το πρώτο μουσικό κέντρο διεθνών διαστάσεων της χώρας στην Αθήνα, το Μέγαρο Μουσικής, «τέκνο» της ομάδας των Φίλων της Μουσικής, στην ίδρυση της οποίας πρωτοστάτησε. Ένα δεύτερο δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη και άλλα εκκολάπτονται σήμερα σε  ελληνικές πόλεις. Ο ίδιος, το 1991, δημιούργησε το Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη,  κοινωφελή, μη κερδοσκοπικό οργανισμό με τον υψηλό στόχο «να διαμορφώσει τον ανανεωτικό πυρήνα μελετών και σχεδιασμού ανάπτυξης σε τομείς υψηλής προτεραιότητας για την Ελλάδα.

Καλό ταξίδι και στους δυό.

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


«A Christmas Toy Story». Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία με σπασμένα παιχνίδια -δώρα που τα παιδιά προσπαθούν να συναρμολογήσουν- παρουσιάζεται σήμερα στο Bridgewater State College από τη χορευτική ομάδα Contrapose Dance

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Το πανηγύρι των δώρων, λοιπόν. Eνα φανταχτερό αλισβερίσι με πανέμορφα κουτιά, πολύχρωμους φιόγκους και… μεγάλες δόσεις υποκρισίας. Kάθε χρόνο τέτοια εποχή οι αντοχές του καταναλωτή δοκιμάζονται αγρίως. O επιμερισμός της δαπάνης για τα δώρα, η επιλογή, κυρίως όμως η σκοπιμότητα της κίνησης, σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν σημείο τριβής μεταξύ των μελών της οικογένειας και σε εξίσου πολλές περιπτώσεις γίνεται αιτία παρεξηγήσεων ακόμη και μεταξύ φίλων. O μισάνθρωπος και τσιγκούνης τραπεζίτης Εμπενίζερ Σκρουτζ  (Xριστουγεννιάτικα Kάλαντα του Nτίκενς) είναι ο πιο γνωστός κακορίζικος τύπος της χριστουγεννιάτικης περιόδου. Ωστόσο, ο Nτίκενς θεωρείται ξεπερασμένος. Αντικαταστάθηκε από τον σύγχρονο κύριο Tζόελ Γουαλντφόγκελ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο Wharton της Πενσιλβάνια.

Scroogenomics είναι ο τίτλος του βιβλίου του Tζόελ Γουαλντφόγκελ και καταπιάνεται με το ετήσιο όργιο της τελετουργίας των δώρων, το οποίο κατά τη γνώμη του πρέπει επειγόντως να κόψουμε. Στις ΗΠΑ κάθε τέτοια εποχή , αυτή η συνήθεια κοστίζει πολλά δισεκατομμύρια δολάρια. Με όπλο την επιστημοσύνη του, ο καθηγητής επιχειρηματολογεί πάνω στη δωρομανία και μας προτείνει να το σκεφτούμε διπλά και τριπλά την επόμενη φορά που θα αποφασίσουμε να αγοράσουμε δώρα για τους φίλους. H θεωρία του είναι απλή. O καθένας γνωρίζει τι σημαίνει για την ψυχολογία του ατόμου να ξετυλίγει ένα υπέροχο περιτύλιγμα και να βρίσκει μέσα ένα ακαλαίσθητο γυάλινο διακοσμητικό. Τζάμπα, ο κόπος, θα πει τσιτωμένος. H διαφορά εκτίμησης της αξίας αυτού που κάνει το δώρο και εκείνου που το δέχεται, είναι η λεγόμενη «απώλεια». Μα, πώς είναι δυνατό μια κίνηση,  πολλές φορές τόσο τρυφερή,  να αφήνεται πάνω στο ψυχρό εργαστήρι ενός οικονομικού αναλυτή; Αλλά ο καθηγητής Γουαλντφόγκελ είναι πεπεισμένος ότι οι αποδέκτες δώρων υποβαθμίζουν την αξία τους κατά 16%. Aν λοιπόν σκεφτούμε ότι οι Αμερικανοί δαπανούν περίπου 50 δισ. δολάρια σε δώρα, η απώλεια ανέρχεται σε 8 δισ. δολάρια! Προφανώς όμως ο καθηγητής Γουαλντφόγκελ έχει τύψεις. Προτείνει, λοιπόν, να βάλουμε στην άκρη τα δώρα της θείας ή του παππού, άντε και του εραστή μας.

Ο αντίλογος στα οικονομικά του σύγχρονου «Σκρουτζ» έρχεται μέσα από το βιβλίο Shoptimism, του συγγραφέα τηλεοπτικών σειρών Λι Αϊζεμπεργκ, όπου βεβαίως διευκρινίζεται ότι η Αμερική δεν θα πάψει ποτέ να καταναλώνει. Αν κάτι, όμως, αξίζει να συνυπολογιστεί στο συνολικό κόστος του δώρου είναι η συναισθηματική φόρτιση της επιλογής. Oι συζητήσεις, οι διχογνωμίες, το μέτρημα ξανά και ξανά, τα πισωγυρίσματα, η στιγμή που το δώρο τοποθετείται στο κουτί κι ύστερα ο φιόγκος. Η κορύφωση της πράξης κι όχι τα χρήματα. Eίναι αλήθεια πως πίσω από κάθε δώρο κρύβονται κανόνες και συμπεριφορές. Η δυναμική της αμοιβαιότητας και της υποχρέωσης, του οικονομικού και ψυχολογικού χρέους, αλλά και της συμβατικότητας. Όμως, ένα στοιχείο που κάνει το δώρο προκλητικό και ακατανίκητο, είναι οι υστερόβουλες σκέψεις του δωρητή. Υπάρχουν άνδρες που στην προσπάθειά τους να ρίξουν μια γυναίκα, τη δελεάζουν μ’ ένα εντυπωσιακό δώρο. Είναι σαν να περνούν την αυλόπορτα του σπιτιού, πριν κατακτήσουν την ενδοχώρα. Eνα πολύ ακριβό δώρο στην αρχή μιας σχέσης μπορεί να εκληφθεί ως σεξουαλική δωροδοκία, ενώ οι γυναίκες που αποδέχονται τέτοια δώρα, ενδεχομένως να αποδεχθούν και τα επέκεινα του δώρου.

Τα δώρα είναι το πιο φαντεζί κομμάτι των ημερών. Kι ύστερα τι; Ίσως το βόλεμα μέσα στο επιτηδευμένο κλίμα της προσποιητής χαράς, της επιδειξιομανίας της πιθανής κρασοκατάνυξης, της προσπάθειας να κουβεντιάσουμε σε χαμηλούς τόνους. Κουβέντες για τον Θεάνθρωπο, για την ποιότητα της ζωής που υποβαθμίζεται, για τη νεολαία που δεν χαμογελάει ανέμελα, για τον λαθρομετανάστη που το βράδυ των Χριστουγέννων θα ξαπλώσει κατάκοπος ανάμεσα σε πριονίδια, σε στρατιωτικές κουβέρτες, ανάμεσα σε μωρά που θα αναζητούν το στήθος της μητέρας και σε ομο-ενοίκους που θα ονειρεύονται μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Γιατί σχεδόν τα πάντα είναι θέα.

… Χίλιες Eυχές, μην ξοδευτείτε παραπάνω από αυτό που μπορείτε. Tο δόσιμο ψυχής είναι αυτό που θα λειτουργήσει ως επένδυση στο μέλλον, κι όχι το δώρο, όσο καλοπροαίρετο κι αν είναι.

Greed is Good: Η επιστροφή του Γκόρντον Γκέκο …ενώ εμείς πιάνουμε κανονικά πάτο.

Στην ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης υπάρχουν μερικές φράσεις, ατάκες, όπως λέγονται στην κινηματογραφική γλώσσα που έχουν αφήσει ιστορία. Μια από αυτές είναι και η φράση που λέει κάποια στιγμή ο βραβευμένος με Όσκαρ γι αυτό του τον ρόλο, ο Μάικλ Ντάγκλας στον ρόλο του θρυλικού κινηματογραφικού χρηματιστή Γκόρντον Γκέκο. “Greed is Good” δηλαδή η Απληστία είναι Καλή, είχε πει σε κάποια σκηνή της ταινίας ο Γκόρντον στους μετόχους κάποιας εταιρίας που σκόπευε να εξαγοράσει κι αυτή η φράση έγινε το σήμα κατατεθέν της εποχής που ακολούθησε και μας οδήγησε στην σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση. Τώρα περισσότερο επίκαιρος από ποτέ ο Γκόρντον Γκέκο επιστρέφει, με τον Μάικλ Ντάγκλας φυσικά και πάλι να τον ερμηνεύει. Σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, ο Γκόρντον Γκέκο που στο τέλος της πρώτης ταινίας καταλήγει στην φυλακή είναι πια ελεύθερος από το 2001, αφού έχει ήδη εκτίσει οκτώ χρόνια ποινής, για να ανακατευτεί σε κάποιες σύγχρονες οικονομικές περιπέτειες που αντανακλούν την σημερινή κρίση. Σκηνοθέτης της ταινίας είναι και πάλι ο Όλιβερ Στόοουν, ενώ δίπλα στον Μάικλ Ντάγκλας εμφανίζονται, ο Σηα Λε Μπεφ (που τον είδαμε να πρωταγωνιστεί στον τελευταίο Ιντιάννα Τζόουνς), η Κάρυ Μάλιγκαν στον ρόλο της κόρης του Γκόρντον Γκέκο και ο Τζέημς Μπρόλιν στον ρόλο ενός αδίστακτου οικονομικού παράγοντα. Με αυτές τις προδιαγραφές το μόνο σίγουρο είναι πως κρίση-ξεκρίση, η ταινία θα βγάλει με το πάρα πάνω τα λεφτά της.

(Από τον ιστότοπο του ΚΛΙΚ)