la seduction….Για Κυριακή, μια χαρά το βρίσκω!

Seduction αποκαλούν οι Γάλλοι τη σαγήνη, σ έναν κόσμο που μέρα με την ημέρα απομαγεύεται, όπως πολύ ρεαλιστικά το τοποθετεί ο Ζαν Μποντριγιάρ. Όπως και να εξελιχτεί η ερωτοτροπία των ανθρώπων, όμως, η τεχνική θα παραμείνει μέθοδος προσέγγισης – κατάκτησης του άλλου.

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Αν είχα το σθένος που απαιτούν οι καιροί, θα μιλούσα για τον άρτο ζωής. Αυτόν που πολλοί από μας κυνηγήσαμε, κατακτήσαμε, τον πήγαμε ένα βήμα παραπέρα και ξαφνικά τον είδαμε να χάνεται μέσα απ’ τα χέρια μας. Αν είχα την ευστροφία που απαιτούν οι καιροί, θα πετούσα από πάνω μου το στενό μου το τζιν και θα αφηνόμουν στα ρεύματα της εποχής, ακόμη κι αν κατέληγα μόνη και αιρετική στην εκβολή του ποταμού. Δεν έχω, όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά, εκτός από μια διαπίστωση: Κι εγώ, μαζί με χιλιάδες συμπολίτες μου που ταλαντευτήκαμε για χρόνια ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, που έως ένα βαθμό ζήσαμε την εκρηκτική στιγμή της ατομικής και συλλογικής απελευθέρωσης, αίρω τώρα τη δική μου κοινωνική υποκρισία και άθελά μου συμμετέχω στη σήψη των καιρών. Μη βρίσκοντας, λοιπόν, λόγια να περιγράψω τις έγνοιες μου, επιλέγω να αναφερθώ σε μια «τεχνική» που δεν είναι ανώδυνη, ούτε απογυμνωμένη από τα στοιχεία της εξουσίας, αλλά που παραμένει κυρίαρχο συστατικό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, γιατί μέσω αυτής ο άνθρωπος επιβεβαιώνεται. Πρόκειται για τη σαγήνη!

Ναι, η σαγήνη. Που μπορεί να ξεκινήσει σαν παιγνίδι, σαν ερωτική παρόρμηση και να καταλήξει σε οδύνη, σε εγκλεισμό, σε πειθαναγκασμό, ενδεχομένως και σε θάνατο. Προ ετών, είχα παρακολουθήσει στη σκηνή του Νέου Ελληνικού Θεάτρου την παράσταση «Ο Συλλέκτης» με τον Γιώργο Κιμούλη. Μεταφορά στο σανίδι του έργου του Τζον Φόουλς που έγινε και κινηματογραφική επιτυχία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, με πρωταγωνιστές τη Σαμάνθα Εγκαρ καιτον Τέρενς Σταμπ. Να εξομολογηθώ εκ των υστέρων ότι δεν είχα εντυπωσιαστεί τόσο από την ερμηνεία των συντελεστών του θεατρικού δρώμενου, όσο από το δυνατό στοιχείο του ερωτικού παροξυσμού του πρωταγωνιστή προς το θύμα του (Σαμάνθα Εγκαρ) που έκλεισε σε υπόγειο εξοχικής κατοικίας, ειδικά διαμορφωμένο για να αντέξει τον εγκλεισμό και την τρέλα της σχέσης.

Κατά τον Ζαν Μποντριγιάρ, συγγραφέα του βιβλίου «Περί Σαγήνης» (εκδόσεις Εξάντας -Νήματα), ο «Συλλέκτης» εικονογραφεί ουσιαστικά το παραλήρημα ενός ατόμου, του οποίου η απαίτηση να αγαπηθεί και η ανικανότητα να σαγηνεύσει, τον οδηγούν σε αποτρόπαιες πράξεις, ακόμη και στη γοητεία της νεκρής διαφοράς. Στο τέλος του έργου, η γυναίκα πεθαίνει, γιατί παρ’ ότι έδειξε να έχει σαγηνευτεί, εκείνος δεν το αποδέχτηκε. Παρέμεινε στο οδυνηρό σκέλος του να σαγηνεύσω χωρίς να σαγηνευτώ. Ο Μποντριγιάρ εκπλήσσει το κοινό του. Ξεπερνά τον φιλοσοφικό κομφορμισμό του, λέγοντας πως τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει τη σαγήνη, ούτε καν η ίδια η τάξη που την καταστρέφει. Η σαγήνη λυτρώνει από τον νόμο, γιατί επιβάλλει τον δικό της αυθαίρετο κανόνα παιγνιδιού. Δικαιολογημένα, άλλωστε, καθώς είναι το μόνο τελετουργικό σχήμα που μας απομένει μέσα σ’ ένα σύμπαν που τείνει προς τη ριζική, την οριστική του απομάγευση!

Παγκόσμιου ενδιαφέροντος θέμα η σαγήνη και γοητευτικό νεφέλωμα συνάμα, απασχολεί τον άνθρωπο από κτήσεως κόσμου. Η Ιστορία ξεχειλίζει από παραδείγματα. H βιβλική Εύα με τον Αδάμ, η Κλεοπάτρα, ο Φάουστ και η Μαργαρίτα, ο παρεξηγημένος Καζανόβα. Η ιστορική πορεία της σαγήνης απασχολεί τον Βέλγο συγγραφέα Ζαν Κλοντ Μπολόν στο βιβλίο του «Ιστορία της ερωτικής κατάκτησης». Ο Μπολόν, σε παλιότερη συνέντευξή του στον Ηλία Μαγκλίνη στην «Κ», είχε εκφράσει την αγωνία του για το σήμερα, λέγοντας ότι ζούμε την εποχή της αποδραματοποίησης των ερωτικών σχέσεων. Λογικό, θα προσθέσω, από τη στιγμή που υιοθετήσαμε το «ύποπτο» σύνθημα: όλα στο φως.

Την ίδια αγωνία έχει εκφράσει και ο Μποντριγιάρ, ο οποίος μιλάει για τον θρίαμβο της μαλθακής σαγήνης, την εκθήλυνση, τη λευκή και συγκεχυμένη ερωτικοποίηση όλων των σχέσεων σε ένα απονευρωμένο σύμπαν.

Ομως, κλείνω με τον Ζαν Κλοντ Μπολόν, τη στιγμή που λέει ότι το σημείο G μιας ερωτικής κατάκτησης βρίσκεται στη δυνατότητα της άρνησης. «Χωρίς αυτήν δεν υφίσταται ερωτική κατάκτηση. Δεν νοείται ερωτική κατάκτηση όταν ο αφέντης ρίχνει στο κρεβάτι την υπηρέτριά του ή μια πόρνη. Γι’ αυτό και η τέχνη της αποπλάνησης αναπτύχθηκε στις δημοκρατίες». Ναι, μια ελεύθερη γυναίκα, η οποία μάλιστα έχει τη δυνατότητα της επιλογής, πείθεται μάλλον δύσκολα από τον άνδρα, οδηγώντας τον να αναπτύξει τις τεχνικές του, κάτι βεβαίως που στις μέρες μας οδήγησε στην… ασέξουαλ σεξουαλική παρενόχληση.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 25-4-2010

ριτς

Πόσο έτοιμοι είμαστε;

Πόσο έτοιμοι είμαστε;

Tης Ριτσας Mασουρα

Οταν τον περασμένο Σεπτέμβριο προσήλθαμε στις κάλπες, δεν φανταζόμασταν πόσο μακριά μάς είχε οδηγήσει η αφροσύνη του μεταπολιτευτικού πολιτικού κόσμου και πόσο βαθύ ήταν το όρυγμα μέσα στο οποίο τελικά θα μπαίναμε, όντας, όμως, κλειστοφοβικοί τύποι. Ως εκείνη την ώρα κυκλοφορούσαμε με τον αέρα του κυρίαρχου λαού, αυτή την ωραιοποιημένη και ιστορικά φορτισμένη έννοια, η οποία είχε ριζώσει μέσα μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε η παραμικρή προσπάθεια περιορισμού της αποτελούσε casus belli.

Πάνω στην παραπλανητική αυτή έννοια οικοδομήσαμε σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Τι είπαμε δηλαδή; Οτι από τη στιγμή που ως κυρίαρχος λαός κρατάμε τις τύχες στα χέρια μας, δεν είχαμε παρά να κρατήσουμε εκτός ελληνικής επικράτειας την παγκόσμια οικονομική κρίση. Αντε να της επιτρέπαμε να υπερίπταται του ελληνικού εναέριου χώρου και να ζηλεύει από ψηλά την ευημερούσα κοινωνία μας… με τις πισίνες και τα καγέν μας, χωρίς να μπορεί να προσγειωθεί! Πώς όμως θα πετυχαίναμε αυτό το extravagant γεγονός; Μα, με τη σύμπραξη της παραοικονομίας, την οποία οι ταγοί επικρίνουν δημοσίως, αλλά ουδείς έχει αποψιλώσει, μιας και λειτουργεί σαν δεκανίκι της πραγματικής οικονομίας. Κάπως έτσι αναδείξαμε το ΠΑΣΟΚ, κόμμα αποτοξινωμένο από το «κακό» παρελθόν του και σε τελευταία ανάλυση μακράν της Ν.Δ. που πολιτικά και ηθικά είχε απαξιωθεί στα μάτια του ελληνικού λαού. Και ήταν το ΠΑΣΟΚ εκείνο που προεκλογικά διερρήγνυε τα ιμάτιά του ότι υπάρχουν χρήματα.

Εξι μήνες μετά, με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τα χρήματα δεν έχουν εντοπιστεί. Αντ’ αυτών εντοπίστηκε το ΔΝΤ, το οποίο εμείς καλέσαμε εν μέσω υπαρξιακού πανικού, έχοντας προηγουμένως διανύσει μια διαδρομή με ασάφειες και διαχειριστικά λάθη. Τώρα, στο και πέντε πια, είμαστε έτοιμοι να του αναθέσουμε ρόλο αναγκαστικού διαχειριστή που θα μας μυήσει στις «απάνθρωπες» τεχνικές περιορισμού χρέους και ελλείμματος, αλλά και αύξησης της εθνικής αποταμίευσης. Γιατί χωρίς εθνική αποταμίευση, η ανάπτυξη δεν θα προσγειωθεί ποτέ επί ελληνικού εδάφους!

Οι Ελληνες καταγγέλλουμε το ΔΝΤ ως το χείριστο κακό. Θα είναι πολλά τα θύματα αυτής της εκ βάθρων ανατροπής. Ομως εκεί που φτάσαμε και με τον τρόπο που φτάσαμε, πόσο ακόμη θα δανειζόμαστε με υψηλά επιτόκια, από τη στιγμή που οι αγορές για τους δικούς τους λόγους δεν έχουν πειστεί για τη… μεταμέλειά μας, άρα συνεχίζουν να μας στοχοποιούν; Ετσι είναι. Η συσσωρευμένη αφροσύνη πληρώνεται. Οπως πληρώνεται η ελαφρά τη καρδία πορεία της Ε.Ε. που δεν προέβλεψε εξαρχής τη σύσταση αυτόματου χρηματοοικονομικού μηχανισμού και που σήμερα νιώθει να απειλείται το υπέδαφος της Ευρωζώνης. Οπως πληρώνεται η σύμπλευση των ευρωπαϊκών κεντροαριστερών κυβερνήσεων που το 1997 συνυπέγραψαν το Σύμφωνο Σταθερότητας!

Οι Ελληνες ξεγελαστήκαμε. Ξεχάσαμε ότι οι μικρές απαιτήσεις διεκπεραιώνονται καλύτερα. Υιοθετήσαμε τον γιγαντισμό, ενώ επί της ουσίας ποτέ δεν ξεφύγαμε από το στίγμα του μικρομεσαίου κράτους. Η ορμή της νέας εποχής απαιτεί καινοτόμες αποφάσεις και αλλαγή νοοτροπίας. Πόσο έτοιμοι είμαστε όμως;

Η πάλη κατά της φτώχειας

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Γράφει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ στο βιβλίο του «Μνημόνιο για τη φτώχεια»: διαβάστε τα βιβλία που έχουν γραφτεί στην Αγγλία για τη φτώχεια. Μελετήστε τις έρευνες του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Μια και μόνη διαμαρτυρία θα ακουστεί. Ολοι θρηνούν για την εξευτελιστική κατάσταση στην οποία έχουν φτάσει οι κατώτερες τάξεις της χώρας. Ο αριθμός των παιδιών εκτός γάμου αυξάνεται ιλιγγιωδώς. Το ίδιο και οι εγκληματίες. Οι άποροι πολλαπλασιάζονται με συγκλονιστικό ρυθμό, ενώ το πνεύμα της αποταμίευσης φαντάζει όλο και πιο ξένο για τον φτωχό. Ενώ στο υπόλοιπο κράτος εξαπλώνεται ο διαφωτισμός και τα ήθη εξημερώνονται, ο φτωχός οπισθοχωρεί. Θα έλεγε κανείς ότι υποχωρεί στη βαρβαρότητα και μοιάζει να προσεγγίζει τον πρωτόγονο άνθρωπο. Αγγλία, 1833!

Αγγλία 2010! Η ιστοσελίδα Fight Poverty ζητάει από φίλους να γράψουν κάτι για τη φτώχεια στη χώρα τους.

birmingham_poverty

Ο Ντέιβιντ διερωτάται: «Φτώχεια και πείνα σήμερα στην Αγγλία; Τι θα μπορούσα, άραγε, να γράψω; Ως πρόσφατα ήξερα για τις φιλανθρωπικές οργανώσεις που βοηθούν τους φτωχούς. Κάποια φορά μάλιστα βοήθησα σε συσσίτιο έξω από το Λονδίνο. Τώρα, αναγκάζομαι να ψάξω τα στατιστικά στοιχεία για να δω τι; Στη Μεγάλη Βρετανία, ένας στους πέντε πολίτες ζει σε συνθήκες φτώχειας. Η πατρίδα μου παίρνει εύσημα για το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν με σχετικά χαμηλό εισόδημα: από τα 27 κράτη-μέλη της Ε. Ε. μόνον τα πέντε έχουν υψηλότερα ποσοστά από τη Βρετανία. Για όσους απορούν, ναι, το ποσοστό στη Βρετανία είναι διπλάσιο από αυτό της Ολλανδίας και μιάμιση φορά μεγαλύτερο από εκείνο της Γαλλίας και της Γερμανίας». Το κείμενο του Ντέιβιντ έχει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Μου κέντρισε ωστόσο το ενδιαφέρον επειδή η δική μας χώρα εισέρχεται σιγά σιγά σε σκονισμένες ατραπούς, προορισμένες ίσως να οδηγήσουν πολλούς στα χαμηλότερα επίπεδα της φτώχειας. Εκεί όπου τα συσσωρευμένα χρέη και οι αναθυμιάσεις από τα λάθη ακινητοποιούν τον νου και προδιαγράφουν την απώλεια σε γιγαντοοθόνη.

Esther Duflo

Η νεαρή Esther Duflo είναι καθηγήτρια στο ΜΙΤ. Προ τριετίας ίδρυσε το Εργαστήρι κατά της Φτώχειας. H Esther δίνει την εντύπωση νεαρής φοιτήτριας. Κυκλοφορεί αμακιγιάριστη, ντυμένη πολύ απλά και μιλάει πολύ για την οικονομία. Οχι όμως σαν όλους τους άλλους. Δεν παλεύει με τα γνωστά μαθηματικά μοντέλα που λένε ότι οι πλούσιες χώρες οφείλουν να προσφέρουν το 1%, το 2% ή το 5% του πλούτου τους στις φτωχές χώρες. Πατάει πάνω στο σανίδι της οικονομίας για να μετρήσει το μάξιμουμ της δύναμης των αναπτυξιακών προγραμμάτων. Ενας οικονομολόγος, λέει, πρέπει να βρίσκεται πλησιέστερα στον υδραυλικό και μακρύτερα από τον γιατρό! Η Esther Duflo ταξιδεύει στην Ινδία, στην Κένυα, στο Μαρόκο, στη Μαδαγασκάρη και επιστρέφει στη Γαλλία για να σαγηνεύσει τους ακαδημαϊκούς κύκλους. Η «Μοντ» την τιμά, απονέμοντάς της τον τίτλο της νεώτερης οικονομολόγου. Η «Λιμπερασιόν» δημοσιεύει συχνά τις εργασίες της. Ο Μπιλ Γκέιτς την έχει προσκαλέσει σε δείπνο. Ο Κλίντον δηλώνει εντυπωσιασμένος και η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποιεί αρκετά από τα προγράμματά της.

Ποιος είναι, όμως, ο πυρήνας της σκέψης της Esther Duflo, που κάποιοι την τοποθετούν στον αντίποδα του Τζέφρι Σακς,του οικονομολόγου που λέει ότι η φτώχεια μπορεί να εξαλειφθεί σε 20 χρόνια, αρκεί να βοηθήσουν οι πλούσιες χώρες; Στο βιβλίο της «Η πάλη κατά της φτώχειας» (εκδ. Πόλις), η Esther Duflo αποφεύγει τα μαθηματικά μοντέλα. Της πηγαίνουν καλύτερα οι εμπειρικές μέθοδοι. «Βάζοντας φοιτητές στα εργαστηριακά πειράματα να παίξουν το παίγνιο του δικτάτορα ή το παίγνιο των δημοσίων αγαθών καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα δεν συμπεριφέρονται με λογική homo economicus. Βέβαια, στο εργαστήρι, ο υπεύθυνος του προγράμματος μπορεί να ελέγχει με ακρίβεια τις συνθήκες και να ζητά από εκείνους που συμμετέχουν, να εκτελούν παράτολμες εργασίες. Η ευελιξία όμως του εργαστηρίου λειτουργεί σε βάρος του ρεαλισμού. Τα πειράματα στην πράξη επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς, γιατί οφείλουμε να υποκύψουμε στους εκάστοτε ηθικούς κανόνες. Αλλά πιστέψτε με: τα πειράματα στην πράξη διαθέτουν ανατρεπτική δύναμη. Υποχρεώνουν τους επιστήμονες να αποδέχονται την αντίρρηση και την έκπληξη. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πραγματική δύναμή τους και συγχρόνως η ευκαιρία να προχωρήσουν μαζί η επιστήμη και ο αγώνας κατά της φτώχειας».

«Στόχος μου είναι να ασκώ τα οικονομικά ως αληθινά κοινωνική επιστήμη. Μια επιστήμη του ανθρώπου, με όλο τον πλούτο της. Αλλά και μια επιστήμη ανθρωπιστική, εύθραυστη, σεμνή. Λόγος ύπαρξης για μένα είναι να συμμετέχω στην επίπονη οικοδόμηση της γνώσης κατά της φτώχειας».

Δεν ξέρω αν βοηθούν τέτοιες κουβέντες, αλλά καμιά φορά μοιάζουν με τις πολύχρωμες λωρίδες του ουράνιου τόξου, για λίγο μόνο και ως προπομπός αυτού που μέλλει να ακολουθήσει.

Μια Ομορφη Τετάρτη στη μπουάτ «Ζουμ» με το Γιώργο Δουατζή.

Οσοι κάνετε κέφι κι αγαπάτε την ποίηση, είναι μια καλή ευκαιρία την Τεταρτη το βράδι στις 21 Απριλίου ( τί μερα κι αυτή!!) να περάσετε από την Πλάκα, από την αγαπημένη μπουάτ Ζουμ. Εκεί θα συναντήσετε τον ποιητή Γιώργο Δουατζή, τον παλιό, καλό μου φίλο που θα απαγγείλει ποιήματα δικά του, θαχει μουσικούλα όμορφη, θα προβληθεί μια ανέκδοτη ταινία κι άλλα συμπαθητικά ,μιας και οι καιροί είναι χαλεποί και η ζεστασιά μιας μπουατ μπορεί περιστασιακά και στιγμιαία να αποδειχθεί σωτήρια

δειτε το σχετικό δελτίο Τυπου.

Εκδήλωση Τετάρτης 21ης Απριλίου 2010 στο «Ζουμ»

Στην ποιητή  Γιώργο Δουατζή είναι αφιερωμένη η «ποιητική βραδιά της Τετάρτης» που οργανώνει η Λίνα Νικολακοπούλου στην μπουάτ  της Πλάκας «Ζουμ».

–        Ο Γιώργος Δουατζής θα διαβάσει παλιά και νέα ανέκδοτα ποιήματα.

–        Ο Γιώργος Ψυχογιός θα αυτοσχεδιάσει στο πιάνο πάνω στα «Μικρά».

–        Ο Χάρης Γιούλης θα ερμηνεύσει τραγούδια του σε στίχους του ποιητή.

–        Θα τραγουδήσει η Ερωφίλη.

–        Θα προβληθούν το ντοκιμαντέρ του Δαυίδ Ναχμία για τον ποιητή και στην έναρξη της βραδιάς βίντεο της Μαρίας Αγιασοφίτη

Την ερχόμενη Τετάρτη 28 Απριλίου η βραδιά είναι αφιερωμένη στον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Θα τραγουδήσει ο Δημήτρης Νικολούδης.

«Ζουμ» Κυδαθηναίων 39. (Τηλ.: 210- 32 25 920) Τετάρτη 21 Απριλίου

Ώρα προσέλευσης 20, 30’

(Ποτό: 15 ευρώ, φοιτητές 8 ευρώ)

Ο Λούσιαν Φρόιντ επιστρέφει στο Παρίσι με αναδρομική έκθεση.

Ύστερα από 23 χρόνια, ο Λούσιαν Φρόιντ, ο διασημότερος εν ζωή ζωγράφος, ίσως δε και ο ακριβότερος στον κόσμο επιστρέφει στο Κέντρο Πομπιντού, στο Παρίσι, με μια σπουδαία αναδρομική έκθεση που θα διαρκέσει ως τα μέσα Ιούλιου.

Είναι, άραγε, κατάλληλος ο καιρός για καλλιτεχνικές καταδύσεις στα εσώψυχα ενός μεγάλου ζωγράφου ; Πόσο εύκολα ξεχνιέται ένας άνθρωπος, ρίχνοντας «αδέσποτες» ματιές στην ιδιότυπη ζωγραφική του Λούσιαν Φρόιντ; Ένας πίνακας, όσο εκρηκτικός κι αν είναι, πόση ανατρεπτική ορμή διαθέτει ; Μπορεί να συντρίψει, στιγμιαία έστω, τη στωικότητα του μη μυημένου στην τέχνη ανθρώπου ; Δύσκολο ακούγεται. Αλλά η τέχνη, κατανοητή ή μη, παραμένει μαγευτική. Ταλαντούχα από τη φτιαξιά της, υπερβαίνει τη συμβατική-συμβιβαστική σκέψη και παγιδεύει στις κρύπτες της μοναδικά μηνύματα –πλοηγούς της ζωής. Ο Λούσιαν Φρόιντ σε βαθιά γεράματα πια, επιστρέφει στο παρισινό Πομπιντού, εκθέτοντας τα έργα του και εκθέτοντας παράλληλα το πάθος του για το γυμνό, όχι το καλαίσθητο, ωραίο γυμνό, αλλά αυτό που συνάδει πολλές φορές με την απόλυτη ασχήμια.

Τα μοντέλα του Λούσιαν Φρόιντ είναι συνήθως πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του, με εξαίρεση τη βασίλισσα Ελισάβετ.Το πορτρέτο της προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και αρνητικών σχολίων όταν παραδόθηκε στην ίδια και δόθηκε στη δημοσιότητα. Ο Φρόιντ έχει μανία με τα απόκρυφα σημεία του άνδρα και της γυναίκας και κατά μια περίεργη διαστροφή τα εκθέτει σε θλιβερά τοπία, δίχως φως, δίχως το χρώμα του εξωτερικού περιβάλλοντος που μπορεί να διεισδύει από το κοντινό παραθύρι. Ψάχνει το «κατάλληλο» σκηνικό ανάμεσα σε λιγδιασμένους νεροχύτες, σε σιδερένια κρεβάτια, προσθέτει έναν σκύλο πάνω του, στο πουθενά, ταυτίζεται με την ωμότητα της σάρκας, αυτοσχεδιάζει πάνω της.

Ο Λούσιαν Φρόιντ εκπλήσσεται συχνά. Ένα από τα πρόσφατα έργα του, (The Painter Surprised by a Naked Admirer) αποτελεί μικρό δείγμα της έκπληξης του. Παρακολουθεί μια γυμνή γυναίκα, καθισμένη στα πόδια του, να σφίγγει με πάθος τον μηρό του, τη στιγμή που εκείνος είναι ντυμένος από κορυφής μέχρις ονύχων. Ο συγκεκριμένος πίνακας αποτελεί ανάγλυφο δείγμα της σχέσης «απόσταση – εισβολή». Μήπως, όμως, στον πίνακα-τοπίο, η φαντασία υποδύεται την πραγματικότητα ; Μήπως ο Φρόιντ επιδιώκει το σεβασμό απέναντι στο γυμνό, παραμένοντας ο ίδιος ντυμένος ; Κριτικός της εφημερίδας «Γκάρντιαν» διατείνεται ότι το να τοποθετήσεις την πραγματική ζωή στον καμβά θα πρέπει προηγουμένως να χεις βραβευτεί από τη ζωή! Ο Φρόιντ κινείται στον αντίποδα του αφαιρετικού ζωγράφου και ενδεχομένως υπενθυμίζει στο κοινό του ότι ένας αρτίστας που είναι παθιασμένος με τα πραγματικά, ζωντανά σώματα, πάντα θα αναζητά την επαφή με την πραγματική ανθρώπινη σάρκα. Υπάρχει ωμή αλληγορία στα γυμνά του Φρόιντ. Σ’ ένα από αυτά, μια γυναίκα έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι του στούντιο, ενώ τα πινέλα του ζωγράφου, μακριά και με μεγάλες τρίχες, προετοιμάζονται για το μεγάλο έργο. Δεν χρειάζεται να είσαι εγγονός του Σίγκμουντ Φρόιντ για να διαβάσεις το μήνυμα στα φαλλικά εργαλεία. Έτσι κι αλλιώς, η σκηνή κουβαλάει πάνω της τη μυθική περιπέτεια του στούντιο ενός καλλιτέχνη: στο ατελιέ, η μούσα γδύνεται για τον αρτίστα. Παλιά ιστορία. Αλλά ο Φρόιντ διεισδύσει στο γυμνό ανθρώπινο σώμα, είτε είναι γυναίκα, είτε είναι άνδρας, σε αντίθεση με κλασσικότερους ζωγράφους που σταματούν στη μούσα τους Ο Φρόιντ δεν θεωρείται όμορφος. Αυτό βεβαίως είναι πρόβλημα. Δεν μπορείς να ακυρώσεις την ικανότητά του, αλλά μπορείς να αγαπήσεις την τέχνη του; Κι ας τεθεί πιο ωμά : μπορείς να νοιώσεις έλξη για τα γυμνά του ;

Στην παρισινή έκθεση, ενδεχομένως υπάρχει πειστική απάντηση για όσους απορούν που ο Φρόιντ ζωγραφίζει γυμνά κορμιά με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε κηλίδα να μεγεθύνεται. Όταν ήταν νέος, αγαπούσε την ακρίβεια. Στα μετέπειτα χρόνια μαθαίνει να απορρίπτει την πεζή, ανιαρή εκφραστική ευστοχία και αναλίσκεται στην απεικόνιση της σάρκας σε ποικίλες χρωματικές αποχρώσεις μ’ έναν κραυγαλέο ρεαλισμό που πολλές φορές τρομάζει, καθώς απορρίπτει το ωραίο. Η βία που διακρίνει τα έργα του είναι λειτουργική. Θέλει να δούμε την ενέργεια, την ίδια τη ζωή. Για κάποιους, αυτή η τεχνική της ανάδειξης της ασχήμιας του σώματος είναι η σύγχρονη εκδοχή της φευγαλέας τεχνικής του Τιτσιάνο….Και μια λεπτομέρεια: Από το μικρό σκοτεινό δωμάτιο του Φρόιντ πέρασαν, μεταξύ άλλων, οι δυο σύζυγοι του, αλλά και η Τζέρι Χολ και η Κέιτ Μος .

Τελευταία διείσδυσε στα άδυτα της ζωής του μια 25χρονη ζωγράφος. Άραγε πόσος κόπος χρειάζεται να γδύνεσαι μπροστά σ’ έναν 88χρονο, ακόμη κι αν πρόκειται για αυτό το ιερό τέρας της τέχνης ;

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11-4-2010

ριτς

Για τον μικρό Αφγανό και για την οικογένειά του….

Την Παρασκευή θα δοκιμάσουμε όσοι από εμάς θέλουμε τις δυνάμεις μας. Στόχος μας είναι να κάνουμε πρωταθλητισμό. Γι αυτό σκεφθείτε ότι ένας κινηματογράφος θα σας περιμένει να τον γεμίσετε για να βοηθήσουμε την πονεμένη οικογένεια της Ζάχρα Νατζάφι που έχασε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι της θα μείνει ( όπως όλα δείχνουν) τυφλό. Κι αυτό είναι πέρα για πέρα άδικο. Εμείς σκεφτήκαμε ότι με τη μάζωξη μας εκεί στο Φιλίπ θα αποτολμήσουμε μια συγγνώμη. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε. Από κει και πέρα, αν πετύχουμε στοιχειωδώς θα επιχειρήσουμε και κάτι ακόμη…. Στη Σουηδία, το 2007 χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν το κέντρο της Στοκχόλμης διαδηλώνοντας ειρηνικά κατά της βίας. Εμείς επιλέγουμε να κατεβάζουμε ρολά και να διαμαρτυρόμαστε όταν οι κομματικοί μηχανισμοί βγαίνουν σεργιάνι ; Το βρίσκετε σωστό; Το βρίσκετε δίκαιο ; Δεν ξέρω. Ερωτήματα θέτω και δεν απαιτώ από κανέναν απαντήσεις.

[youtube http://www.youtube.com/watch?v=8ZfP2Ir-2iU&hl=en_US&fs=1&%5D

Ο Σενέκας, ο Μπλεζ Πασκάλ και η Χριστιανοσύνη

Προσωπα

Ο καθένας από μας, μυημένος από παιδί στην επιφανειακή θρησκευτικότητα , τη συνδεδεμένη περισσότερο με την εθιμοτυπία, το τελετουργικό, το προσκύνημα του Επιταφίου, τα βεγγαλικά της Ανάστασης (ο ρουκετοπόλεμος των δύο εκκλησιών στο Βροντάδο της Χίου),το φαγοπότι στη γειτονική με την εκκλησιά ταβερνούλα, το ωφελιμιστικό ψήσιμο του αρνιού και το απρόσκοπτο γλέντι εξιλέωσης -απελευθέρωσης, αυτές τις μέρες παραμερίζει την οργή και το θυμό του. Το παίζει ο ενάρετος της εβδομάδας, αν και στην πραγματικότητα ορίζει αυστηρά το πλαίσιο της δικής του υποκρισίας.

Στο δοκίμιο «Περί Οργής», ο Σενέκας σημειώνει ότι το πρόβλημα με την οργή είναι ότι χάνει την επαφή της με τη λογική, γι’ αυτό και δύσκολα ελέγχεται από τον άνθρωπο. Η οργή είναι στερημένη από ευπρέπεια, αδιάφορη για τους δεσμούς, επίμονη σε ό, τι αρχίζει. Αλλά ο Σενέκας είναι αυστηρός οπαδός της λογικής. Η λογική επιτυγχάνει ό, τι και ο θυμός, χωρίς όμως τις παράπλευρες ζημιές. Αραγε, η λογική είναι πιο δυνατή από την οργή;

Στη Βίβλο διαβάζουμε ότι δεν είναι. Κι εδώ θα μπορούσαμε να παραθέσουμε το παράδειγμα με την οργή του Χριστού στο Ναό, όταν έβαλε στο στόχαστρο τους αργυραμοιβούς. Ακαιρες, ίσως, σκέψεις σε εποχές κενές θεολογικών μηνυμάτων και περιορισμένης θρησκευτικότητας. Αλλά ακόμη κι έτσι, στο λειψό, το λίγο, σ’ έναν τόπο, όπως η Ελλάδα που βιώνει και τον θρησκευτικό φανατισμό, δεν θα ήταν υπερβολική η στιγμιαία αναστολή της αυστηρότητας και των φιλοσοφικών αξιών, αν είναι να διεισδύσουμε στην μυστηριακή ατμόσφαιρα των Ημερών. Στο κάτω κάτω, η θρησκευτικότητα μοιάζει με προξενήτρα ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενας Θεός που δεν εμφανίζεται ως απόμακρο, αποξενωμένο ον, αλλά ως Πατέρας που παιδεύει τα παιδιά του, αλλά ποτέ δεν τα θανατώνει. Θέλει προίκα ψυχής, βεβαίως, για να γίνει κατανοητό θεολογικά το θεϊκό μήνυμα. Και λίγοι πια στις μέρες διαθέτουν αυτού του είδους την προίκα την ακριβή.

Αυτές τις μέρες, πολλοί αναιτίως και παρεμπιπτόντως γράφουν για την πίστη και τη θρησκευτικότητα. Κι εγώ ανάμεσά τους. Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω. Παράλληλα, οι θεωρητικοί προσπαθούν να συνδέσουν την πίστη με τον πνευματικό πρόγονο της ανθρωπότητας, τον Σαμάνο, για να περάσουν στη συνέχεια στον Ορφέα που κατέβηκε στον Αδη για να αναζητήσει τη χαμένη ψυχή κι ύστερα να φτάσουν στον Οδυσσέα  που κι αυτός κατέβηκε στον Αδη για να πάρει οδηγίες από τον Σαμάνο Τειρεσία. Πορείες παράλληλες που σχετίζονται με τη συνειδητοποίηση του ανθρώπου απέναντι στο θείο, τη σημασία του, τη διαχρονικότητά του. Για μας τους Χριστιανούς αυτή η πορεία ακινητοποιήθηκε στη μορφή του Χριστού που ανέλαβε την ευθύνη της καθόδου στα χθόνια βασίλεια του Αδη για να τα καταργήσει.

Η εποχή μας διακρίνεται για τη ρευστότητα, την αβεβαιότητα και την ανασφάλειά της. Τα πάντα παλιώνουν, σχεδόν πριν προλάβουν να υπάρξουν. Κοιτάμε πίσω μας και δύσκολα διακρίνουμε τη χθεσινή φυσιογνωμία μας. Φοβόμαστε να αποδεχτούμε τα γηρατειά ή μάλλον την πορεία μας προς την έξοδο. Κι εμείς έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να ξανανιώσουμε, αποκηρύσσοντας τον φόβο που πολλές φορές διαχέεται μέσα από τα χείλη αυστηρών ιερωμένων. Τον φόβο, δηλαδή, ότι με τις πράξεις μας μπορεί να γίνουμε εχθροί του Χριστού.

Πολύ παλιά, ο Γάλλος φιλόσοφος Μπλεζ Πασκάλ  έλεγε ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου. Ο κακός φόβος δεν προέρχεται από την πίστη, αλλά από την αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού. Ο καλός φόβος πηγάζει από την πίστη, ενώ ο απατηλός από την αμφιβολία. Ο καλός συνάπτεται με την ελπίδα, ο κακός με την απελπισία. Οι μεν φοβούνται μην Τον χάσουν, οι δε μη Τον βρουν μπροστά τους («Σκέψεις», Μπλεζ Πασκάλ).

Σήμερα, ο πολίτης ζει στους ρυθμούς των γιγαντιαίων υλικών πραγματώσεων και μάλλον δύσκολα αντιλαμβάνεται αυτά τα είδη του φόβου. Εχει στο μανίκι του κρυμμένους χίλιους δυο άλλους, πολύ πιο φοβιστικούς φόβους που τον ταλανίζουν. Χρειάζεται έναν ακόμη; Ο καθένας από μας αντικρίζει τον κόσμο γύρω του, όπως εκείνος νομίζει. Με τα δικά του μάτια, με τις δικές του προσδοκίες. Συναινεί σιωπηλά ή φωναχτά με τις παραδόσεις και δεν θα ήθελε να αλλάξει κάτι στις στιγμές της Χριστιανοσύνης. Θέλει όμως να είναι ελεύθερος και να αποφασίζει μόνος του. Μέσα του θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το χρόνο γύρω από την Ανάσταση και το Πάσχα. Να ακινητοποιήσει την Ιστορία και τους θρησκευτικούς μύθους, αλλά μόνο γιατί θα το ’χει επιλέξει κι όχι για να προσκολληθεί στις μάζες και στις φοβίες τους.

Ευχές σε όλους