Τα Πάρτι Τεϊου στις ΗΠΑ και η αγωνία των Ρεπουμπλικανών

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Στο «Εγκώμιο της Πραότητας», ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο αναφέρεται στον συγγραφέα Λουίτζι Λουτσάτι. Το 1909 ο Λουτσάτι, στο πλαίσιο της λαϊκής κουλτούρας της εποχής, έγραψε το εγκώμιο της ανεκτικότητας, θεωρώντας ότι η ανεκτικότητα είναι αρχή του φιλελεύθερου κράτους. Ωστόσο, συνοδοιπόροι συγγραφείς του Λουτσάτι αντιτάχθηκαν στο θεώρημά του, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι «τα πιο ευγενή και ηρωικά πνεύματα δεν βρίσκονται μεταξύ των ανεκτικών ανθρώπων» και ότι «στη ζωή κανείς δεν είναι ανεκτικός».

Η έννοια της ανεκτικότητας πέρασε στον άνθρωπο της Δύσης μέσα από την εκκλησιαστική διδασκαλία. Ηταν μια αμιγώς θρησκευτική αξία. Στη συνέχεια όμως εξελίχθηκε σε αδιαπραγμάτευτο συστατικό της αριστερής σκέψης, η οποία θεωρούσε δεδομένη την ανεκτικότητα απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό: φύλο, φυλή, δόγμα. Στις μέρες μας, ό, τι θεωρούσαμε δεδομένο αμφισβητείται, ή γίνεται σάκος του μποξ, όπου πάνω του δοκιμάζουν την ισχύ τους οι νέες αξίες της μη ανεκτικότητας, του ρατσισμού και της άρνησης του σεξ, πέραν του «βιβλικού» του ρόλου. Ναι, ηχεί υπερβολική αυτή η μεταστροφή. Συμβαίνει όμως στις ΗΠΑ. Διάχυτη είναι η αίσθηση στον αμερικανικό Τύπο ότι στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα «καπελωθεί» από την ακροδεξιά πτέρυγά του, το γνωστό Κίνημα Τεΐου (Tea Party). Ενα Kίνημα που αν και αναδεικνύει ως προτέρημα την απειρία του, διεξάγει προεκλογικό αγώνα εναντίον της αύξησης της φορολογίας, του ομοσπονδιακού χρέους και φυσικά εναντίον της “τυραννίας” της Ουάσιγκτον. Υπογείως, όμως, το Κίνημα εξελίσσεται σε φωλιά του ρατσισμού και της επιλεκτικής απουσίας του σεξ, επικρίνοντας τις σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές φυλές, καθώς τι κάνουν; Μολύνουν τη λευκή φυλή!

Προ ημερών, οι Ρεπουμπλικανοί της πολιτείας του Ντελαγουέαρ έδωσαν το χρίσμα για τη Γερουσία στην Κριστίν Ο’ Ντόνελ , τη «Σάρα Πέιλιν της ανατολής», εκνευρίζοντας ακόμη και τον Καρλ Ρόουβ, πρώην σύμβουλο του Μπους. Ο Ρόουβ αποκάλεσε την Κριστίν Ο’ Ντόνελ «παλαβή» και ακατάλληλη για δημόσιο αξίωμα. Ως το βράδυ της ίδιας μέρας, όμως, είχε σπεύσει να εγκρίνει την υποψηφιότητά της και μάλιστα ξεκίνησε τη συγκέντρωση χρημάτων για χάρη της. Η Κριστίν, παρότι σήμερα είναι ιδιαίτερα προσεκτική στις ομιλίες της, παλιότερα είχε δηλώσει δημοσίως ότι η αυτοϊκανοποίηση είναι αμαρτία και ότι η πορνογραφία ισοδυναμεί με μοιχεία. «Οταν ένας παντρεμένος καταφεύγει στην πορνογραφία, δεν λερώνει μόνο τη δική του αγνότητα, αλλά και αυτήν της συζύγου του. Νομίζω ότι οφείλουμε να διδάξουμε στον κόσμο υψηλότερα στάνταρντ από αυτά της αποχής. Οφείλουμε να διαδώσουμε έναν ηθικό τρόπο ζωής».

Η Κριστίν Ο’ Ντόνελ ανήκει στο Κίνημα του Τεΐου, που πολλοί θεωρούν εφεύρημα της εποχής. Δεν είναι όμως. Εχει βαθιές ρίζες στην αμερικανική κουλτούρα και ξεκίνησε 200 χρόνια πριν, όταν οι αποικιοκράτες της Βοστώνης εξεγέρθηκαν εναντίον των Αγγλων που τους επέβαλαν βαριά φορολογία. Μια ωραία πρωία δε, έριξαν στο λιμάνι όλα τα εμπορεύματα με τσάι που προέρχονταν από την Ινδία. Το κίνημα απευθύνεται σε συντηρητικούς λευκούς Αμερικανούς μέσης ηλικίας και κερδίζει έδαφος στις μεσοπολιτείες. Τα μέλη του, άτομα ασταθή, είδαν τις ζωές τους να ξεριζώνονται από την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και παρέμειναν προσκολλημένοι στο μεταπολεμικό στάτους των λευκών με τα πολλά προνόμια και τα εύσημα της μεσαίας τάξης. Μισόν αιώνα αργότερα, ο καπιταλισμός τους προδίδει και πάλι. Και τι κάνουν; Κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα και στοχοποιούν τους δημοκρατικούς, τους μετανάστες, τους έγχρωμους και φυσικά το «αλλότριον» σεξ.

Στις ΗΠΑ ο προβληματισμός για τη μεσαία τάξη είναι πλέον δεδομένος. Αυτόν περιγράφει στο τελευταίο της βιβλίο «Η Τριτοκοσμική Αμερική», η ελληνικής καταγωγής δημοσιογράφος Αριάννα Χάφινγκτον. Σε συνέντευξή της σε ραδιοφωνικό σταθμό, αρνήθηκε βεβαίως ότι οι ΗΠΑ αποκτούν στοιχεία τριτοκοσμικής χώρας, αλλά, όπως είπε, κατέφυγε σ’ αυτόν τον τίτλο για να επισημάνει στον πρόεδρο των ΗΠΑ το κατεπείγον της σωτηρίας της μεσαίας τάξης, η οποία τείνει να γίνει… είδος εν ανεπαρκεία! Κι είναι ακριβώς αυτή η μεσαία τάξη που θυμίζει λίγο κοκκινοσκουφίτσα, τη στιγμή που την πλησιάζει ο λύκος -στην προκειμένη περίπτωση το Κίνημα Τεΐου- με παντελή έλλειψη ανεκτικότητας.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 26-9-2010

Advertisements

Κλείσιμο αυλαίας και καλοκαιριού στη Σύρο με Κυβέλη και Καββαδία σε χωριστές διαδρομές.

Προσωπα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 19-9-2010)

Της Pιτσας Mασουρα

Βαμβακάρης

Ήταν σαν μια τελετή λήξης. Σαν να έπεφτε το κατακόκκινο ριντό της σκηνής, χωρίζοντας το κοινό από τους θεατρίνους. Ανάπαυλα εν όψει του χειμώνα, με μια συναυλία στην Άνω Σύρο και με μια λιτή συγκέντρωση στο Ινστιτούτο Κυβέλης στην Ερμούπολη. Αλλαγή σκηνικού, με τους ηθοποιούς να κλείνουν πανηγυρικά τη σεζόν και τους διοργανωτές και πρωταγωνιστές των πολιτιστικών εκδηλώσεων του καλοκαιριού να θυμίζουν διαβατάρικα πουλιά που μεταναστεύουν σε τόπους ηπιότερους μέχρι να επιστρέψουν τον επόμενο χρόνο εκεί που μοσχοβολάει αλμύρα, δενδρολίβανο και λουκούμι… Εικόνες! Ναι, αυτή ήταν η εικόνα της Σύρου το περασμένο Σαββατοκύριακο, καθώς ο γερανός του δήμου, ψυχρός εκτελεστής του καλοκαιριού, σήκωνε με τις δαγκάνες του τις ξαπλώστρες της παραλίας και τις πετούσε στην καρότσα του φορτηγού. Άμεσες εντυπώσεις και τίτλοι τέλους, μονολόγησα. Ναι, αυτή η αίσθηση ήταν διάχυτη και αργότερα όταν λίγο πριν από τη δύση του ήλιου ανηφορίζαμε προς τον Βράχο – έτσι αποκαλούσε ο Μάρκος Βαμβακάρης τη γενέτειρά του, την Ανω Σύρα. Ο ήχος από τα τακούνια στο πεντακάθαρο πλακόστρωτο της απάνω γειτονιάς των Καθολικών, λίγο πριν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ήταν ίσως ο μόνος που πρόδιδε την ανθρώπινη παρουσία. Σημείο μηδέν, η εκκλησία. Από εκείνο το ύψος, ο καθένας, ανάλογα με τη φαντασία και την ιδιοσυγκρασία του, μπορούσε να μιλήσει με τους ουρανούς, το απέραντο Αιγαίο, τον Θεό και με ό,τι θεωρούσε επουλωτικό τη δεδομένη στιγμή. Ματαιότητα; Παραφροσύνη; Τίποτα από αυτά. Ισως γιατί η ωραιότητα διακοπτόταν από το ρυθμικό κουδούνισμα των προβάτων κάτω στα κοιλώματα που σχηματίζει ο βράχος, στο σημείο που γεφυρώνει πια με την Ερμούπολη.

Θ. Μικρούτσικος

Στο σχολείο της Άνω Σύρας ο Θάνος Μικρούτσικος  το βράδυ του Σαββάτου έδωσε ρέστα. Δεν ήταν μόνος. Μαζί του στη σκηνή ο Χρήστος Θηβαίος και ο πολυτάλαντος Θύμιος Παπαδόπουλος (πνευστά) κι ανάμεσα στους θεατές ο στιχουργός Οδυσσέας Ιωάννου, ο συνθέτης Νίκος Κυπουργός… Αθέατος κι όμως προκλητικά παρών, ένας διαχρονικός Καββαδίας. «Εγραψε η τσούλα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε…» τραγουδούσαν οι θιασώτες του στίχου και της σύνθεσης κι οι θεατές ένιωθαν να πηγαίνουν κόντρα σ’ αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία της Ιστορίας. Ο Καββαδίας έδινε με τον στίχο του τα όρια της αντοχής των ανθρώπων της θάλασσας, όταν τίποτα δεν προοιωνίζεται λογικό κι όταν η αρρώστια στα πνεμόνια είναι τέτοια που σου επιτρέπει απλώς να σύρεις τα βήματά σου προς την έξοδο («χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία»).

Βαλεντίνη Στεφανίδη-Ποταμιανου

Κι ύστερα, την επομένη, βράδυ Κυριακής, σχεδόν οι ίδιοι συντελεστές συναντήθηκαν μαζί μας στην ταράτσα του Ινστιτούτου της Κυβέλης, στην Ερμούπολη. Με θέα τον τρούλο του Αη Νικόλα και το Καμπαναριό, με εξαίρετους οικοδεσπότες την πανέμορφη Κυβέλη Θεοχάρη -εγγονή της Κυβέλης- και την ψυχή του Ινστιτούτου Βαλεντίνη Στεφανίδη-Ποταμιάνου -δισεγγονή της μεγάλης Κυβέλης- μια μικρή παρέα φίλων παρακολουθήσαμε την… υποστολή για φέτος της σημαίας του Ινστιτούτου που ήδη συμπλήρωσε δέκα χρόνια ζωής και δημιουργίας. Κι ήταν δύο ταινίες που προβλήθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους του Μουσείου στην ταράτσα του σπιτιού που φιλοξενεί κομμάτια από τη ζωή της ντίβας, η οποία σημάδεψε με την ομορφιά, το ταλέντο και το μοναδικό ταμπεραμέντο της το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Έκτοτε οι δικοί της μορφοποιούν τις αναμνήσεις και τις προσφέρουν στο κοινό που κάθε καλοκαίρι περνάει από τα δωμάτια με τους καθρέφτες, μάρτυρας κι αυτό της Ιστορίας! Στην πρώτη ταινία σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου, η Μιράντα, κόρη της Κυβέλης αφηγείται τη ζωή της μάνας, αλλά και τη δική της πορεία, τους γάμους της Κυβέλης, ακόμη και με τον Γεώργιο Παπανδρέου, την ανάγκη της Μιράντας να γίνει κομμουνίστρια στην Κατοχή, όλα εκτεθειμένα μπροστά μας, σαν ένα είδος άσκησης ψυχής και νου. Κι ενώ νόμιζα ότι θα έπεφτε η αυλαία, η οικοδέσποινα ζήτησε να στραφούμε στον άλλο τοίχο, εκεί όπου προβλήθηκαν μαυρόασπρες εικόνες από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο και τη Μασσαλία, το Μάντζεστερ και τη Νέα Υόρκη ώς τις μέρες μας, με τις πετρελαιοκηλίδες και τον αφανισμό των έμβιων θαλάσσιων όντων. Μια ταινία, βασισμένη στην ποίηση και το βιβλίο Αμέρικους του Λόρενς Φερλινγκέτι με θέμα τη θάλασσα, τη μήτρα της ζωής που γεννάει και ενώνει ανθρώπους, ιδέες και πολιτισμούς. Πάνω της ακούμπησαν κάποτε στο σούρουπο του ονείρου ο Καββαδίας και η Κυβέλη, σε χωριστές διαδρομές.

Κυβέλη- Γ. Παπανδρέου

Ο Μισέλ Ουελμπέκ και το βιβλίο του «La Carte et le Territoire»

Προσωπα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 12-9-2010)

Της Pιτσας Mασουρα

Την τελευταία δεκαετία ο Μισέλ Ουελμπέκ είχε γίνει κάτι σαν έμμονη ιδέα. Ηταν της μόδας, διαβαζόταν πολύ και από νέους ανθρώπους, ξεσκέπαζε και εξέθετε εμμέσως τον «βρώμικο» εαυτό του, τις «βρώμικες» σκέψεις του. Κατακτούσε εγωιστικά το αναγνωστικό κοινό που από περιέργεια στην αρχή και ύστερα από επιλογή προσηλωνόταν σε μια θλιμμένη και ενδεχομένως διαβρωτική μυθιστοριογραφία. Με τον καιρό, το να διαβάζει κάποιος Ουελμπέκ έμοιαζε με δημιουργική διαστροφή και περιέργεια μαζί. Ποιον θα βρίσει τώρα ο Ουελμπέκ; Ποιον θα διακωμωδήσει; Ποιον θα εξαφανίσει από προσώπου γης; Θυμάμαι πώς ρουφούσα κάθε μια λέξη στην «Πλατφόρμα», την επεισοδιακή περιπέτεια του πρωταγωνιστή Μισέλ στην Ταϊλάνδη, άντρο του σεξουαλικού τουρισμού. Ενα σχεδόν προφητικό μυθιστόρημα, με το Ισλάμ σε περίοπτη επικριτική θέση. Αφησε εποχή η διαμάχη του με τις ισλαμικές οργανώσεις στη Γαλλία που τον σταύρωναν καθημερινά για τις ψευδείς -όπως έλεγαν- απόψεις του για το Ισλάμ. Λίγο αργότερα, η ανθρωπότητα έζησε την αιματηρή βομβιστική επίθεση στο Μπαλί, μερική απομίμηση ενός μυθιστορήματος. Ετσι τουλάχιστον είπαν!

Προφήτης, λοιπόν, πορνολάτρης, φασίστας, ρατσιστής, ταραχοποιός, μέθυσος, κυνικός, νιχιλιστής, αμοραλιστής, μισογύνης ή μήπως μάρτυρας της ελευθερίας του λόγου και ένας από τους μεγάλους εν ζωή συγγραφείς; Οι πρωταγωνιστές των βιβλίων του είναι κατ’ εξοχήν ηδονιστές, αντι-οικολόγοι, βλάσφημοι, εναντίον των ομοφυλοφίλων, εναντίον του Ισλάμ, εναντίον των ελίτ της γαλλικής κοινωνίας. Οπως έγραψε παλιότερα στην «Κ» η Τιτίκα Δημητρούλια, ο Ουελμπέκ σαν σύγχρονος Μπαλζάκ  μέσα από το μυθιστόρημά του «Η δυνατότητα ενός νησιού» χαρτογραφεί το δηωμένο τοπίο της Δύσης ως απέραντο σκουπιδότοπο του χρήματος και του σεξ, όπου η «ζώσα ζωή» ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν. Ο Ουελμπέκ αρέσκεται στο να αποδομεί τις σύγχρονες κοινωνίες με τη φιλοδοξία να γίνει κι αυτός ένα «σημαντικό κάθαρμα», σαν τον Σελίν ή τον Ζενέ…

Από προχθές, ο Μισέλ Ουελμπέκ βρίσκεται στις προθήκες των γαλλικών βιβλιοπωλείων με το καινούργιο του πόνημα «La Carte et le Territoire». Μόνο που όπως λένε οι πρώτες κριτικές επί της ουσίας είναι απών, αν και είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Υστερα από απουσία πέντε ετών, ο Ουελμπέκ διεκδικεί το ενδιαφέρον του κόσμου μέσα από ένα λιγότερο προβοκατόρικο βιβλίο που διακωμωδεί σύγχρονες προσωπικότητες της μόδας, της τέχνης και της τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων κι ενός αλκοολικού, κακοντυμένου συγγραφέα που είναι ο ίδιος. Ο συνήθης πρωτογονισμός του έχει αμβλυνθεί. Η γραφή είναι λιγότερο αιχμηρή, λιγότερο προκλητική, λιγότερο πικάντικη. Αυτοί που είχαν μια πρώτη εικόνα του βιβλίου διατείνονται ότι ο Ουελμπέκ μεταξύ όλων των άλλων απαντά στη μητέρα του Lucie Ceccaldi για όσα εκείνη του έσυρε σε βιβλίο της, αποκαλώντας τον ψεύτη και παράσιτο.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου Ζεντ Μαρτέν, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών στο Παρίσι, παρουσιάζεται ως νέος δημιουργός που γίνεται παγκοσμίως γνωστός φωτογραφίζοντας παλιούς χάρτες της Michelin. Γύρω του περιστρέφονται σύγχρονες μικροδιασημότητες που οδηγούν σε μια συγγραφική κατασκευή με ρομάντσο, πολιτική ίντριγκα, σαρκασμό, μελαγχολία, κατάθλιψη και χιούμορ. Στο βιβλίο, ο Ζεντ διασταυρώνεται και με τον αγαπημένο φίλο του Ουελμπέκ, Fred.  Beigbeder  -ειπώθηκε ότι είναι ένα είδος Σαρτρ του 2010! – ίσως γιατί ο Ουελμπέκ θέλει, επιτέλους, να μιλήσει στοργικά για τον φίλο του. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, που κατά τη «Λιμπερασιόν» είναι υπέροχο, παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Jean-Pierre Pernaut (τηλεοπτικός παρουσιαστής), ο Patrick Le Lay (πρώην πρόεδρος του TF1), ακόμη και ο Φρανσουά Μιτεράν. Το τέλος είναι θλιβερό, οσμή θανάτου και θάνατος, αλλά όλα δείχνουν ότι ο Ουελμπέκ επιδιώκει να αγαπηθεί από όσους δεν τον αγάπησαν. Θα τιμηθεί, άραγε, με το λογοτεχνικό βραβείο «Γκονκούρ» στο τέλος του έτους ή θα ζήσει με τον κονιορτό της σκόνης που μένει ύστερα από κάθε επεισοδιακή εμφάνισή του;

Εμείς και οι νέοι ή οι νέοι και εμείς…

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_05/09/2010_413514

Της Ρίτσας Μασούρα

Δύσκολα γράφεις για τους νέους. Ακόμη πιο δύσκολα μιλάς για λογαριασμό τους. Δεν θυμάσαι παρά λίγα από τα δικά σου νεανικά χρόνια και τις περισσότερες φορές τα θωρείς με την απόσταση και την πιθανή ωριμότητα που σε χωρίζει από αυτά. Όχι, δεν είναι σημερινή αυτή η δυσκολία. Υπήρχε και στο παρελθόν, όταν οι κοινωνίες αντιμετώπιζαν άλλου είδους προβλήματα και η αυταρχική ιεραρχία δεν άφηνε χώρο για να προβληθεί και να αναπτυχθεί η νεανική σκέψη. Τότε ένας ήταν ο κανόνας: Όλα όταν θα ’ρθει η ώρα! Και η ώρα ερχόταν, αλλά στο μεταξύ η τρελή κοψιά της νιότης είχε πετάξει και τα πρώην παιδιά, με γκρίζους πια τους κροτάφους συμπίεζαν άτσαλα τον χρόνο. Ή, η ώρα ερχόταν νωρίς, όταν το αγόρι έβγαζε το πρώτο του χνούδι πάνω από τα αυθάδη χείλη και πούλαγε όσο όσο τα όνειρά του για μια φτηνή δουλειά στο γειτονικό καρνάγιο.

Παρ’ όλα αυτά ακούω συχνά τους ανθρώπους να μιλούν με μεγάλη ευκολία για τους νέους. Να τους απαξιώνουν, να τους ισοπεδώνουν ή να τους θεοποιούν. Πολλοί γονείς έχουν άποψη για τα πάντα. Για το μεγάλωμα των παιδιών τους, για το σχολειό, για τις ξένες γλώσσες, για το τένις ή το σκουόζ! Τι είδους ανατροφή θα πρέπει να πάρουν, αν έχουν δικαίωμα να χαζολογούν στον δρόμο ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι, αν δικαιούνται να αφήνονται στους φόβους της εφηβείας, αν μπορούν να καπνίζουν, να κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις, να δηλώνουν επαναστάτες… Προφανώς ο γονιός, έχοντας διανύσει τη δική του τεθλασμένη, έχει κάθε λόγο να οραματίζεται για το παιδί του ευθεία πορεία. Ενοχλούμαι όμως όταν οι μητέρες μαζεύονται τα πρωινά στους καφενέδες της πλατείας και περιγράφουν φανταστικές εικόνες από τη ζωή του παιδιού τους. Είναι παιδιά που ’χουν κατέβει στη γη από άλλον πλανήτη. Έτσι τα θέλει η μάνα. Δικά της, κτήμα της και με στόχο –  όπως είπε ο Σκωτσέζος συγγραφέας Αντριου Ο’ Χέιγκαν  – την απόκτηση τέτοιων εφοδίων που θα τους φέρουν χρήμα και πλούτο. Ίσως γιατί, μέσα από τις δικαιολογημένες αγωνίες τους, ξεχνούν ότι αυτή η μύηση καταλήγει σε ανθρώπους λιγότερο ανθρώπινους.

Και είναι αληθινό αυτό που λέει ο Χέιγκαν. Αν και οι εξαιρέσεις είναι πολλές, δύσκολα αναλαμβάνουμε το κόστος να μυήσουμε τους νέους στο πεδίο της ουσιαστικής γνώσης. Στη λογοτεχνία, την αισθητική, την ηθική ή την πολιτική (εδώ, αντίθετα, τους μαθαίνουμε να την απαξιώνουν, καθώς δύσκολα διαχωρίζουμε τον πολιτικό από την πολιτική). Δεν τους διδάσκουμε την αυθεντικότητα της πράξης γενικότερα. Ασφυκτικά εγκλωβισμένοι στο ναρκισσιστικό εγώ μας, θυμίζουμε ξώφαλτσα τον Μεγάλο Γκάτσμπι  του Φιτζέραλντ και εμφυσούμε στον νέο την ιδέα για τη δόξα, το χρήμα και τον έρωτα.

Δεν είναι όμως μόνον οι γονείς που επιμένουν να ορίζουν το μέλλον των νέων ανθρώπων. Μερίδιο ευθύνης φέρουν ο πολιτικός και η συντεταγμένη πολιτεία. Αυτές τις μέρες του φθινοπώρου σκέπτομαι τους πολιτικούς, καθώς σε συγκυρίες περίεργες επιχειρούν να ανακοινώσουν ανακουφιστικά για τους νέους μέτρα. Αλλά αρκούν ένα ή δύο μέτρα για να καλύψουν τις ανάγκες του νέου ανθρώπου που μεγάλωσε σε κοινωνίες αφθονίας; Φαντάζομαι τους πολιτικούς στα επιτελεία, ενδεχομένως ανάμεσα σε ουίσκι και τσιπς, να συζητούν για την παιδεία και την κοινωνική αναλγησία. Υποκριτές! Ξεχνούν ότι οφείλουν να ξεπεράσουν τα όριά τους και να δώσουν ελπίδες στους νέους που βλέπουν τούτες τις μέρες τα όνειρά τους να σκάνε στην ατμόσφαιρα σαν βεγγαλικά τη μέρα της γιορτής.

Κάποιοι θα υπομειδιούν με όσα ουτοπικά περιγράφω. Έχουμε συνηθίσει, παρά τη δυσκολία του καιρού, να βλέπουμε παντού νεολαίους αραχτούς. Τα ομοιώματα μας, δηλαδή. Και όμως, έχω συναντήσει νέους που δεν περνούν τις μέρες τους στους καφενέδες και δεν περιμένουν από κανένα να τους αλείψει βούτυρο στο ψωμί τους. Παλεύουν για τα πιστεύω τους, μας γυρίζουν την πλάτη, κάποιες φορές μας συγχωρούν για τα λάθη μας -δείγμα μεγαλοψυχίας και άγνοιας- αλλά όλο και πιο συχνά συζητούν για την επερχόμενη επανάσταση της μεσαίας τάξης, στην οποία οι περισσότεροι ανήκουν. Τους βλέπω να φοβούνται, να ταμπουρώνονται. Νομίζω ότι από στιγμή σε στιγμή θα αποκτήσουν δαρβινικούς ρυθμούς, καθώς ο Δαρβίνος  εμμέσως έλεγε ότι αν χρειαστεί ο άνθρωπος δώδεκα δάκτυλα για να επιβιώσει θα τα αποκτήσει. Και είναι εδώ ακριβώς που απαιτείται η εγρήγορση του γονιού, του πολιτικού και του πνευματικού ανθρώπου. Η επανάσταση είναι ωραία στα λόγια, αλλά στην πράξη έχει θύματα. Και τα θύματα είναι συνήθως οι νέοι, όχι οι μεγάλοι

Τί είχες Γιάννη μ’ τί είχα πάντα….Κλασσικά…. Μεσανατολικά..

Της Ρίτσας Μασουρα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 2/9/2010)

Ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις να είχαν οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι, δύσκολα θα ξέφευγαν από το μαρτύριο του Σίσυφου ή του Τάνταλου. Πώς μπορεί έστω κι ένας από τους πρωταγωνιστές του ισραηλινοπαλαιστινιακού αδιεξόδου να ελπίζει σε λύση-κάθαρση του Μεσανατολικού, όταν θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες επιχειρούν να προκαταλάβουν το αποτέλεσμα των συνομιλιών της Ουάσιγκτον; Πρώτος και καλύτερος ο 85χρονος θρησκευτικός ηγέτης του ισραηλινού υπερορθόδοξου κόμματος Shas. Ο ραββίνος ζήτησε από τον Θεό να… τιμωρήσει τον παλαιστινιακό λαό στέλνοντάς του μια πανώλη! Δεύτερος τη τάξει, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Αβιγκντορ Λίμπερμαν. Με το γνωστό ειρωνικό του ύφος απαξίωσε τη σημερινή έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων, λέγοντας ότι «έχουμε ζήσει πολλές φιέστες αυτού του είδους». Τρίτος και εκτός σκηνής, ο εκπρόσωπος της Χαμάς, ο οποίος κατήγγειλε τις συνομιλίες της Ουάσιγκτον ως «μεγάλη απάτη».

Ο νέος κύκλος των διαπραγματεύσεων που ανοίγει σήμερα στην αμερικανική πρωτεύουσα -με τη γνωστή πλέον χειραψία στα πρότυπα της χειραψίας Ράμπιν – Αραφάτ- μπορεί να μην είναι αμεθόδευτος, είναι όμως αμφισβητήσιμος, εξαιτίας των εγγενών αδυναμιών των τριών πρωταγωνιστών. Πρωτίστως, ο Μπαράκ Ομπάμα. Ο Αμερικανός πρόεδρος, παρότι έχει στο ενεργητικό του σημαντικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις, δεν πέτυχε την έξοδο της χώρας από την ύφεση, δίνοντας το δικαίωμα στους Ρεπουμπλικανούς να δηλώνουν ότι στις εκλογές του Νοεμβρίου θα «καταλάβουν» το Κογκρέσο. Σπεύδει επομένως ο Ομπάμα να επιδείξει πρόσθετο έργο, χαϊδεύοντας ταυτοχρόνως τα αυτιά του ισραηλινού λόμπι στις ΗΠΑ, το οποίο και χρειάζεται. Ακολουθεί ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ο Μπίμπι έφτασε στην Ουάσιγκτον έχοντας προηγουμένως πετάξει το μπαλάκι της ενδεχόμενης αποτυχίας στην υπερορθόδοξη Δεξιά, η οποία επικροτεί την επέκταση των εβραϊκών οικισμών και επιδιώκει πλήγμα κατά του Ιράν. Το ερώτημα είναι αν ο Νετανιάχου θέλει να παραμείνει ένας δεξιός οπορτουνιστής ή έχει αποφασίσει να διεκδικήσει μια θέση στην Ιστορία.

Ο τρίτος της ομάδας, ο Παλαιστίνιος πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς, έδωσε την εντύπωση του ηγέτη που απλώς παρίσταται. Ηδη έχει δηλώσει ότι αν οι Ισραηλινοί μετά τη λήξη -στις 26 Σεπτεμβρίου- του μορατόριουμ των εβραϊκών οικισμών επιστρέψουν στην πολιτική της επέκτασης, θα αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις. Προφανώς κάτι άλλο έχει στο μυαλό του. Τα τελευταία χρόνια προετοιμάζει εκείνες τις δομές που θα του δώσουν τη δυνατότητα να προχωρήσει σε μονομερή ανακήρυξη του παλαιστινιακού κράτους, μιμούμενος την τακτική του Κοσόβου. Με την εξής διαφορά: οι αρχές του Κοσόβου εκτιμούσαν ότι διέθεταν ισχυρές πλάτες. Ο Αμπάς ποιες πλάτες διαθέτει; Της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Η Ευρώπη αναλαμβάνει συχνά το κόστος οικονομικής βοήθειας προς τους Παλαιστινίους, ποτέ όμως το πολιτικό κόστος. Το Ισραήλ παραμένει για την Ε.Ε. προνομιακός εταίρος, σε μια ανατρεπτική εποχή, όπου η τράπουλα στη Μέση Ανατολή ανακατεύεται συνεχώς, χωρίς να μεσολαβεί το κλασικό παιχνίδι κυρίων.