Με το βλέμμα σταμμένο στο μέλλον, μακριά από την κομματοκρατία που μας απομυζά

Προσωπα( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 24/7/2011)

Της Pιτσας Mασουρα

Οι περίοδοι κρίσης είναι περίοδοι μεγάλης ελευθερίας. Ο κόσμος αποδιαρθρώνεται, οι κοινωνίες αποσυντίθενται, οι αξίες καταρρέουν. Το μέλλον παύει να είναι η προέκταση των προηγούμενων τάσεων. Η εξέλιξη των πραγμάτων είναι συγκεχυμένη, η πορεία της Ιστορίας μετέωρη, λέει ο Αντρέ Γκορζ  κι έχει δίκιο. Ισως γι’ αυτό το φετινό καλοκαίρι είναι τόσο διαφορετικό. Οι περισσότεροι, μετέωροι σαν την Ιστορία κι αυτοί, φεύγουν με την έγνοια της ανάμνησης παραμάσχαλα. Εχουν πειστεί ότι τον φετινό χειμώνα η καλοκαιρινή ανάμνηση θα φράξει τον δρόμο στο ιδρωκοπημένο από την αγωνία σώμα. Σώμα ψυχής με δεκανίκια, ίσως, αλλά ναι, σώμα ψυχής κι ανάμνηση μαζί. Δύσκολο να κατανοήσουμε τη σημερινή εικόνα του κόσμου, τόσο έξω από την κανονικότητα των τελευταίων 60 ετών. Κάθε αναμνησιολογία, λοιπόν, γίνεται φιλόξενο λίκνο.

Παλεύω κι εγώ με τα ίδια μέσα, αν και στο τέλος επιλέγω το αβέβαιο μέλλον. Την πρόκληση που μπορεί να με τελειώσει, αλλά μπορεί και να με αναζωογονήσει. Οχι να με κάνει καλύτερη. Την καραμέλα ότι η κρίση θα μας κάνει καλύτερους ανθρώπους δεν την θέλω. Κινείται στα όρια του… μεταφυσικού. Ομως, παρά τη γενναιοδωρία μου απέναντι στο μέλλον, επιστρέφω συχνά στο παρελθόν. Κολλάω σε λέξεις, σε έννοιες. Με ιντριγκάρει η ανάλυσή τους, οι επιδράσεις στους στη ζωή. Ο Ιμμάνουελ Βαλερστάιν  μιλάει για την αναπτυξιοκρατία. Μου θυμίζει γερμανική λέξη – σιδηρόδρομο, άρα είμαι σε καλό δρόμο. Η περίοδος της αναπτυξιοκρατίας, 1945-1970, ήταν η εποχή του θριάμβου των ιστορικών αντισυστημικών κινημάτων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανέλαβαν την εξουσία παντού, γράφει ο Βαλερστάιν. Η μεγαλύτερή τους επαγγελία ήταν το αναπτυξιακοκρατικό όραμα. Οταν αυτό διαψεύστηκε, η υποστήριξη των οπαδών εξαφανίστηκε.

Αυτά τα κινήματα, κομμουνιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, εθνικοαπελευθερωτικά, σχεδόν παντού έχασαν την εξουσία. Η παγκοσμιοποίηση που ακολούθησε, 1970-2000, έφερε απογοήτευση. Αυτή η παρακμή της παλιάς αριστεράς, γράφει ο Βαλερστάιν, δεν βοηθάει στην ομαλή λειτουργία της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας. Γιατί όμως; Ενώ τα κινήματα ήταν αντισυστημικά ως προς τους στόχους τους, δεν έπαυαν να έχουν πειθαρχημένες δομές, που ήλεγχαν τις αυθόρμητες παρορμήσεις των οπαδών τους. Κινητοποιούνταν για συγκεκριμένα ζητήματα, από την άλλη όμως ακινητοποιούσαν τους οπαδούς τους σε ξεπερασμένες πολιτικές. Προφανώς γι’ αυτό κατέρρευσαν, χωρίς μέσα από τα συντρίμμια τους να αναδυθεί καινούργια, μη συστημική πολιτική ιδέα. Οι τάξεις που τα στήριξαν σπάζουν καθημερινά το χαλινάρι και γίνονται επικίνδυνες. Είναι εμφανής η αίσθηση της αναρχίας στον 21ο αιώνα (όπως και της ελευθερίας στην οποία αναφέρεται ο Αντρέ Γκορζ), τη στιγμή, μάλιστα, που η καπιταλιστική κοσμοοικονομία γίνεται ευάλωτη σε απρόσμενα ρεύματα, ορμητικά και καταστροφικά.

Κι αν αντικαθιστούσαμε τη λέξη κινήματα με τη λέξη κόμματα; Στενότερος και πιο πεζός όρος μήπως; Στον ελληνικό Τύπο συχνά σκοντάφτουμε σε άρθρα για την κομματοκρατία. Γιανναράς, Κοντογιώργης και άλλοι ενδεχομένως, οι οποίοι περιγράφουν πώς η αναπτυξιοκρατία της πρώτης εποχής, σε συνδυασμό με εποχικούς παράγοντες, οδήγησαν στην αυστηρή κομματοκρατία. Η Σιμόν Βέιλ , μια πανεπιστημιακός των αρχών του αιώνα που πέθανε σε ηλικία μόλις 34 χρόνων, έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Για την Κατάργηση των Κομμάτων» (μετάφραση Σωτήρης Γουνελάς, εκδόσεις Αρμός). «Οπου υπάρχουν κόμματα σε μια χώρα», γράφει η Σιμόν Βέιλ, «αργά ή γρήγορα προκύπτει μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, ώστε είναι αδύνατο να παρέμβουμε αποτελεσματικά στα δημόσια δρώμενα χωρίς να είμαστε ενταγμένοι σε κάποιο κόμμα. Αυτοί όμως που νοιάζονται για το δημόσιο αγαθό αναγκάζονται να στραφούν αλλού. Αλλιώς δεν μένει παρά να περάσουν από την κομματική διαδικασία και ν’ αντέξουν ένα θεσπέσιο μηχανισμό, όπου κανείς δεν διακρίνει το αγαθό, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια»… Τούτο το καλοκαίρι, ας σκεφτούμε πόσο έχουμε συμβάλει στη δημιουργία αυτού του νοσηρού κλίματος που ξεκινάει από την αναπτυξιοκρατία και καταλήγει στην κομματοκρατία, εν μέσω μιας καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας. Οι ευθύνες των κομμάτων, αλλά και αυτές των ατόμων είναι μεγάλες, τόσο μεγάλες όσο και οι ουτοπίες του παρελθόντος. Γύρω υπερισχύει η κακοφωνία παρελθόντος και παρόντος. Κι εμείς αρκούμαστε σε ψιθύρους αγωνίας, τη στιγμή που οφείλουμε να γίνουμε οι Μάρκο Πόλο του μέλλοντος.

Advertisements

Η πλατεία, κάποτε και τώρα. Η Βερενίκη του αύριο…

Προσωπα( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 10-7-2011) 

Της Pιτσας Mασουρα

Περιφέρομαι στην πόλη μου και αναρωτιέμαι για όσα χάθηκαν στον χρόνο, όσα ασφυκτιούν στο πολυκαιρισμένο λεύκωμα και όσα δεν έχουν ακόμη συντελεστεί. Διασχίζω την πλατεία Συντάγματος. Προσπαθώ να μετρήσω τη βαριά ιστορία της. Επιλέγω τις μεταπολιτευτικές πολιτικές συγκεντρώσεις, «στημένες και μη» από τους σκηνοθέτες της τότε κρατικής ΕΡΤ. Η δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας και τα εύσημα των πολιτικών αρχηγών στους σκηνοθέτες. Ανασύρω την εικόνα από τα αλλαλάζοντα πλήθη, τα πούλμαν από την περιφέρεια, τον πολύχρωμο, αλλά κάθε φορά μονοχρωματικό σε σημαίες κόσμο, τους κομματικούς αρχηγούς να επενδύουν στην άγνοια και στο ευμετάβολο του ψηφοφόρου της πλατείας. Και επιστρέφω στο κενό της μεταπολεμικής Iστορίας. Συγκρατώ τις αφηγήσεις των παλιότερων για την έρημη πλατεία της χούντας, με το τανκ μπροστά στη Βουλή, τους φοβισμένους πολίτες, αλλά και τους τολμηρούς να αναζητούν ευκαιρίες μιας κατά μέτωπον σύγκρουσης με τους συνταγματάρχες. Μια δύναμη με ωθεί παραπέρα. Είναι η δύναμη των ανθρώπων που κατέκλυσαν την πλατεία και τους γύρω δρόμους. Είναι το δακρυσμένο πλήθος που συνόδευσε τον Γεώργιο Παπανδρέου στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ Νεκροταφείο.

Κι ύστερα ήρθε η ευημερία της πλατείας. Οι αναπλάσεις. Κάθε δήμαρχος και μια νέα εικόνα. Κάθε δήμαρχος και νέα κονδύλια. Τα μάρμαρα, φώναζαν οι ιθύνοντες. Κάθε νέος δήμαρχος ανταγωνιζόταν τον προηγούμενο και στο χριστουγεννιάτικο δένδρο. Να δούμε ποιο θα είναι ψηλότερα προς τον Θεό. Κι όσο η πλατεία Ομονοίας αχρηστευόταν για τους γνωστούς λόγους, όσο χανόταν η εμπορική αξία ενός αγαπημένου στο παρελθόν τόπου (ας μην ξεχνάμε ότι η «Καθημερινή» λειτουργούσε επί της Σωκράτους), τόσο το χρήμα, ως συνήθως καυτό και άτιμο, έπεφτε βροχή στην πλατεία Συντάγματος. Αυτή η ιστορική πλατεία που πρόσφατα φιλοξένησε στα σκαλιά της τα συμπαθέστατα emo και τους νέους με τα πατίνια και τα σκέρτσα στον αέρα, η πλατεία που έγινε προαύλιος χώρος του υπερσύγχρονου ολυμπιακού μετρό, αίφνης διεκδίκησε ανατρεπτικό ρόλο στη σύγχρονη ιστορία της οικονομικής ελληνικής κρίσης.

Σήμερα στέκομαι στο κάτω διάζωμα και κοιτάζω προς τη Βουλή, προς την Ερμού και την Καραγεώργη Σερβίας. Αρνούμαι να συμβιβαστώ με τη συνθηματική ρυπαρότητα. Διαγράφω τις χειρονομίες και τις βρισιές. Αδιαφορώ για τις ταμπέλες και τις διαχωριστικές γραμμές. Πάνω και κάτω πλατεία, ακροδεξιοί και ακροαριστεροί ή δεν ξέρω τι άλλο. Αλλά δεν διαγράφω την ασχήμια της πλατείας, έτσι όπως την θωρώ με σπασμένα μάρμαρα, με θρυμματισμένα σκαλοπάτια, με τους τουρίστες να κοιτάζουν έκπληκτοι. Δεν διαγράφω τα ρημαγμένα από τη βία καταστήματα της περιοχής ούτε τον φόβο στο βλέμμα των καταστηματαρχών. Με τρομάζει η πρωτόγνωρη βία στην πόλη που εφηύρε τη δημοκρατία. Η πλατεία Συντάγματος αποτελεί κομμάτι της πόλης. Για την πόλη έχουμε πολλούς επιθετικούς προσδιορισμούς: ναρκισσευόμενη, φιλόδοξη, επηρμένη, πομπώδης, λερή, ανοργάνωτη, ανεκτική, αλλά και πρωτάρα, έκπληκτη μπροστά σε όσα της συμβαίνουν, αλλά είναι μια πόλη με δικαίους και αδίκους.

Οσοι μετέχουν στις συγκεντρώσεις διατείνονται ότι η αδικία εκπορεύεται από τη Βουλή, στην πάνω πλευρά του Συντάγματος. Θυμάμαι τον Καλβίνο. Ξεφυλλίζω ξανά τις «Αόρατες Πόλεις» και στέκομαι στη Βερενίκη. «Αντί να σου μιλήσω για τη Βερενίκη, την πόλη της αδικίας», λέει ο Μάρκο Πόλο στον αυτοκράτορα των Τατάρων, «θα σου μιλήσω για την κρυφή Βερενίκη, την πόλη των δικαίων που ματαιοπονούν, δουλεύοντας με αυτοσχέδια υλικά στη σκιά… Αντί να σου περιγράψω τις μυρωδάτες γούρνες των λουτρών στις άκρες των οποίων ξαπλωμένοι οι άδικοι της Βερενίκης υφαίνουν τις μηχανορραφίες τους, θα σου μιλήσω για τον τρόπο με τον οποίο οι δίκαιοι αναγνωρίζονται μεταξύ τους από τον τρόπο ομιλίας… Από τη λιτή, αλλά εύγευστη μαγειρική τους που ’χει τις ρίζες της στη χρυσή αρχαία εποχή… Από τα στοιχεία αυτά μπορείς να συμπεράνεις την εικόνα της μελλοντικής Βερενίκης που θα σε φέρει πιο κοντά στη γνώση της αλήθειας, αρκεί να ’χεις κατά νουν πως στο σπέρμα της πόλης των δικαίων κρύβεται με τη σειρά του ένας κακός σπόρος. Η βεβαιότητα και η περηφάνια τους ότι βρίσκονται με το μέρος του δικαίου γεννούν μνησικακίες, πείσματα και ο φυσικός πόθος μιας ρεβάνς κατά των αδίκων χρωματίζεται από τη μανία να βρεθούν στη θέση τους και να κάνουν τα ίδια πράγματα με αυτούς…». Η δική μας πλατεία θα πρέπει να γίνει κομμάτι μιας μελλοντικής Βερενίκης χωρίς τον κίνδυνο της ρεβάνς.

Ο Ροϊδης, ο Καστοριάδης και εμείς.

Προσωπα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 3-7-2011)

Της Pιτσας Mασουρα

«Διά τους σημερινούς Ελληνες, είναι η Ελλάς τόπος κατάλληλος μόνον προς γεροντικήν ανάπαυσιν και αιώνιον ύπνον. Πολύ προτιμοτέρα η εξορία παρά να ζη τις εντός του κοιμητηρίου….» Ο πολύ αμφισβητηθείς Εμμανουήλ Ροΐδης μέσα από σκέψεις μεστές νοημάτων στιγμάτιζε την Ελλάδα της εποχής του. Ατυχώς, ποτέ δεν πρότεινε ουσιαστικές λύσεις και σπανίως ξεπερνούσε την παγίδα των διαπιστώσεων. Εξέφραζε όμως απόψεις που δεν απέχουν από τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, γι’ αυτό και πολλές φορές επιστρέφουμε σ’ αυτόν. «Κανένα άλλο έθνος, πλην του ελληνικού δεν διέθετε το πλεονέκτημα να έχει φίλους, οι οποίοι το αγαπούσαν», έγραψε στα «Ανθελληνικά» του. «Ουδέποτε υπό τοιαύτην έννοιαν έτυχε να ακούσωμεν να γίνεται λόγος περί Φιλάγγλων, Φιλιταλών, ή Φιλοτσέχων. Εν τη λέξει Φιλέλλην υπάρχει τι το απόζον προστασίας, συγκαταβάσεως και οιονεί ελεημοσύνης οφειλομένης κατ’ εξαίρεσιν εις μόνους τους Ελληνες, ως εις φυλήν στερουμένην σθένους, ικανού όπως εργασθή μόνη προς κατάκτησιν των όσων εκ της συμπαθείας των άλλων αναμένει…»

Θυμάμαι τη χρυσή εποχή της διακυβέρνησης Σημίτη. Τότε που επηρμένοι από την τεράστια εισροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων-δανείων αρμενίζαμε λίαν επιτυχημένοι, λίαν ικανοποιημένοι από τις ατομικές μας επιδόσεις, αλλά αδιάφοροι για τις εθνικές επιδόσεις και έχοντας εγκαταλείψει την κοπιαστική αγροτική ζωή, υιοθετούσαμε την άποψη που ήθελε την Ελλάδα να μετατρέπεται σε χώρα παροχής υπηρεσιών, «τόπον κατάλληλον προς γεροντικήν ανάπαυσιν» κατά Ροΐδη. Επικαιροποιώντας το, ονειρευόμασταν τη «Φλώριδα της Μεσογείου». Ατομα της τρίτης ηλικίας θα μας επισκέπτονταν και θα άφηναν τον ακριβό οβολό τους με αντάλλαγμα τουριστικές υπηρεσίες χαμηλού επιπέδου για να ανασύρουμε στην επιφάνεια το τουριστικό έκτρωμα «room to let» που πολλοί ξένοι νόμιζαν ότι αποτελεί κομμάτι της κουλτούρας μας. Δεν ξέρω αν τότε είχαμε πάθει αμόκ με τον φιλελληνισμό, παρ’ ότι πιστεύω πως από τον λόρδο Βύρωνα και εντεύθεν ποτέ δεν κόψαμε τον ομφάλιο λώρο αυτής της όλως διόλου ανεξήγητης υστερίας, της διαρκούς επιθυμίας να μας κατατάσσουν οι ξένοι στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους και κυρίως να μας παράσχουν χείρα βοηθείας. Φιλέλλην για μας ήταν ο ροϊδικός «πονόψυχος» άνθρωπος της Ευρώπης που θεωρούσε λογικό να μας ελεεί κι εμείς με τη σειρά μας θεωρούσαμε λογικό να τον εξαπατούμε. Τι στην οργή! Ποιος του έδωσε τα φώτα του πολιτισμού;

Διάβαζα προχθές στο γαλλικό περιοδικό «Le Point» συνέντευξη του Jean – Francois Mattei , Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα του βιβλίου «Proces de l’Europe» στην Catherine Golliau, κάτω από τον ιστορικά φορτισμένο τίτλο: «Χωρίς την Ελλάδα δεν υφίσταται ευρωπαϊκή κουλτούρα»… «Οφείλουμε τα πάντα στην αρχαία Ελλάδα. Η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο, η φιλοσοφία, η αστρονομία, τα μαθηματικά, η ανατομία, η ιδέα της δημοκρατίας έχουν εκεί την κοιτίδα τους. Η Αρχαία Ελλάδα διαδραμάτισε επαναστατικό ρόλο για τη σκέψη, κι εμείς είμαστε οι κληρονόμοι αυτής της σκέψης. Οταν οι λαοί της Μεσοποταμίας και οι Αιγύπτιοι εναπόθεταν τη ζωή τους στους Θεούς, οι Ελληνες έριχναν στον κόσμο και στον άνθρωπο μια διεισδυτική ματιά, μια ματιά γεμάτη σκεπτικισμό…».

Σ’ αυτήν τη διαδεδομένη άποψη για τους Αρχαίους Ελληνες στηρίχθηκε η δική μας επιχειρηματολογία για την είσοδό μας στην ΕΟΚ, στην ΟΝΕ και σήμερα για να εισπράξουμε όσα «εκείνοι μας οφείλουν»! Μόνο που αυτή τη φορά, πέραν του ότι δεν είμαστε πια τα λατρευτά παιδιά της Ευρώπης, το κερασάκι της τούρτας έχει διανθιστεί με έναν χονδροειδέστατο εκβιασμό: ή μας δανείζετε ή σας βουλιάζουμε. Το ευρώ και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κινδυνεύει πραγματικά από μια χώρα που διαθέτει το πλεονέκτημα της γεωγραφικής υπεροχής και που όφειλε να γίνεται καθημερινό παράδειγμα προς μίμηση σε παγκόσμιο πια επίπεδο. Φαίνεται όμως ότι εξηγήσεις υπάρχουν. Τις βρήκα στον Καστοριάδη και τις μοιράζομαι μαζί σας.

Ο άνθρωπος, γράφει ο Καστοριάδης στην «Ελληνική Ιδιαιτερότητα», είναι το ον που κατακλύζεται από την ύβριν, τη λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης. Ο Ομηρος μας θυμίζει συνεχώς τη δυνατότητα των ανθρώπων να αποφασίζουν – το είδαμε στις περιπτώσεις του Αιγίσθου και του Οδυσσέα. Ο Ηρακλής επιλέγει επίσης ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία. Κι αργότερα συναντάμε τον Σόλωνα που στις αρχές του 6ου αιώνα λέει απευθυνόμενος στους Αθηναίους: μην παραπονιέστε για τον Δία, εσείς οι ίδιοι με τη βλακεία σας, με την κακία σας θα είστε η αιτία των δεινών που θα σας εύρουν… Εμείς τι επιλέγουμε; Γιατί αισθάνομαι ότι είμαστε ακριβώς στην τραγικότητα της ύβρεως, με ή χωρίς το μεσοπρόθεσμο, με ή χωρίς τον τεράστιο δανεισμό μας;

Τhe result of 20 years of corruption, tax evasion and ignoring reality

Του Ιάσωνα Αθανασιάδη… ( Iason Athanasiadis is a writer and photographer based in Istanbul and Kabul)

As school children in Athens, every year we practiced an alarming custom. At the end of the school year, we gathered our textbooks into a pile and burnt them in an act of rebellion against the rigidity of the educational system. Today, there is a parallel to that self-destructive behavior in the blame-game unfolding on Constitution Square as Greeks curse their democratically elected politicians for «lulling» them into two decades of easy credit, soft corruption, tax evasion and overspending.

But they selectively ignore that they consented to an unwritten social pact whereby demonstrably corrupt politicians conjured up a higher level of living in return for no questions asked. But if people didn’t know that Greece fiddled statistics to get into the European Union, then over-borrowed to fund the exaggerated lifestyles of corrupt politicians, many knew, perhaps only subconsciously, that foul play was afoot.

Now that the cat’s out of the bag, many Greeks have opted for blaming the West for their travails instead of shouldering the blame. Global banks, the International Monetary Fund, Zionism and assorted scarecrows are infinitely preferable targets than facing up to our silent, corroding collusion. To kalo to palikari xerei allo monopati (the smart lad knows a better path) goes the Greek folk saying, and for years we fancied ourselves cutting fine figures as we negotiated our own special path.

But in dealing with Brussels we were falling foul of another saying: Logareiazei xoris ton xenodoho (acting without taking the innkeeper into account). Today, although some blame must be apportioned to international institutions for encouraging Greece’s addiction to debt, almost no voices ask why Greeks knowingly lived beyond their means.

This refusal to deal with our past but rush to the soothing shelter of collective amnesia reminded me of the slightly bizarre experience of my Greek childhood. I grew up in Eighties Athens. I took for granted the embedded racism, clientilism and absence of meritocracy.

At sports events, the hooligans setting fires to the stadium, exploding fireworks into basket-ball arenas and pelting players with coins were described with quiet pride and a dash of admiration as «fanatics». Criminals often organized escapes from supposedly high-security jails. Demonstrators rioted in the streets on political anniversaries while the police stood by impassively. Only later did I learn that the authorities viewed the rioting as an important pressure valve on society necessary for manipulating the political agenda.

Then it got even better. Entry into the EU was interpreted as a signal to become «Western», ergo degenerate. Magazines featured scantily clad girls in suggestive poses as swaths of society plunged into a consumerist lifestyle unprecedented in Greek history.

When I moved to a school in London, I thought that all this and more was typical of every Western country and that Greek reality was normality. After all, raising your voice in protest at this paradigm resulted in getting shouted down as a xenerotos (pathetic) or floros (a dweeb). Now I spend some of my time in Kabul. In this failed state, with its massive corruption and a resurgent Taliban, it quite reminds me of home.