Ο Καντάφι και ο ρόλος της Γαλλίας

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Στη χειρότερη περίπτωση, ο Καντάφι θα ’χει την τύχη του Σαντάμ Χουσεΐν και στην καλύτερη θα χαθεί στους αμμόλοφους της γης του ή κάποιας γειτονικής χώρας, αποδιοπομπαίος τράγος, διά βίου επικηρυγμένος. Δεν ξέρω αν θα επαναληφθούν οι σκηνές φρίκης που είδαμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες με την πτώση του Ιρακινού ηγέτη. Βίοι παράλληλοι. Και εκείνος και ο Καντάφι υπήρξαν εκλεκτοί των ηγετών της Δύσης. Αυτές τις μέρες, ο κόσμος των ΜΜΕ αφιερώνει πολύτιμο χώρο και αρκετή χολή, περιγράφοντας τις σχέσεις του Καντάφι με τους Γάλλους ηγέτες ή με τους δικούς μας σοσιαλιστές, όπως προ ετών περιέγραφε με το ίδιο ύφος τους δεσμούς του Σαντάμ Χουσεΐν με τον πατέρα Μπους ή τον Μιτεράν. Τι σημασία έχει, όμως; Οταν το παζάρι δεν προχωράει πιο κάτω, ανοίγει ένας νέος κύκλος, στον οποίο οι προηγούμενοι πρωταγωνιστές δεν έχουν θέση και αφαιρούνται βιαίως από το προσκήνιο. Ετσι δεν γίνεται και στους δικούς μας μικρούς κύκλους ζωής;

Με μικρές πάντα εξαιρέσεις, η δύναμη των ισχυροτέρων υπερισχύει. Το μαθαίνουμε νωρίς στα σχολικά θρανία, μέσα από τον διάλογο των Μηλίων που καταθέτει ο Θουκυδίδης, μεσούντος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Θα αναφερθώ όμως στο αρχικό στάδιο της επιχείρησης «Πετάξτε τον Καντάφι από τη Λιβύη» και στην εμπλοκή του γνωστού Γάλλου διανοητή Μπερνάρ Λεβί, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που παρεμβαίνει με τη δικαιολογία της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ’χε πράξει και στη Βοσνία. Σύμφωνα με άρθρο στο περιοδικό Bookforum, τον περασμένο Φεβρουάριο ο Μπερνάρ Λεβί έφτασε αεροπορικώς στα σύνορα Αιγύπτου – Λιβύης προκειμένου να διαπραγματευθεί με τους αντάρτες της Βεγγάζης. Στη συνέχεια τηλεφώνησε στον Σαρκοζί, καλώντας τον να στηρίξει τους αντάρτες από αέρος. Ο Λεβί φρόντισε, μάλιστα, να υπάρξει συνάντηση ανάμεσα στους αντάρτες και τον Γάλλο πρόεδρο στις 10 Μαρτίου, ενώ εκείνη την περίοδο, δυναμικά στο παιγνίδι εισήλθε και η Βρετανία, όχι όμως η Γερμανία.

Ο Νικολά Σαρκοζί είχε κάθε λόγο να επωφεληθεί από τις εξελίξεις. Η Γαλλία πάντα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη Βόρειο Αφρική, αλλά οι τελευταίες εξεγέρσεις την είχαν ταπεινώσει. Στην Τυνησία, η τότε υπουργός Εξωτερικών Μισέλ Αγιό Μαρί κατηγορήθηκε γιατί δέχθηκε την πρόταση Τυνήσιου επιχειρηματία να ταξιδέψει δωρεάν στη χώρα. Μία εβδομάδα αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι ο Γάλλος πρωθυπουργός Φ. Φιγιόν είχε ανοίξει παρόμοιες παρτίδες με το καθεστώς της Αιγύπτου. Ο Σαρκοζί έδινε την εντύπωση του προέδρου που χάνει το πλοίο της Αφρικής. Αρα, η επέμβαση του Λεβί υπήρξε χρυσή ευκαιρία. Για τις πετρελαϊκές εταιρείες, όμως, Σαρκοζί και Λεβί δεν είπαν κουβέντα και καλώς έπραξαν. Αυτού του είδους η διπλωματία φοράει ακριβά, αλλά διακριτικά αρώματα.

Τη μεθεπομένη της πολιτικής παρέμβασης των δυτικών δυνάμεων, η εικόνα δεν είναι ενθαρρυντική. Αν μεταξύ των νέων ηγετών υπάρχουν μερικοί σώφρονες, θα επιδιώξουν δικαιοσύνη και όχι εκδίκηση. Το έργο τους είναι τεράστιο. Με τόσα όπλα διάσπαρτα στα χέρια θυμωμένων ανθρώπων, η αποκατάσταση της ασφάλειας και της ομαλότητας είναι αστείο ακόμη και να συζητείται. Ουδείς γνωρίζει αν οι αντάρτες θα εφαρμόσουν παρεμφερές με τον Καντάφι σύστημα εξουσίας ή θα αγωνιστούν για τη δημιουργία μιας εμβρυακής δημοκρατίας. Το νέο ταξίδι είναι συναρπαστικό για κάποιους από αυτούς, ενδεχομένως και για ένα κομμάτι του λαού της Λιβύης, αλλά όλοι εμείς οι οπαδοί της δυτικής δημοκρατίας θα πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι. Οι εξεγέρσεις και οι εμφύλιοι πόλεμοι θέλουν τεράστιο ανθρώπινο χρόνο για να μετουσιωθούν σε ένα αποδεκτό δημοκρατικό καθεστώς και να αποκτήσουν όμορφα χαρακτηριστικά.

Η ομορφιά από μόνη της, λέει ο Αλμπέρ Καμύ, δεν μπορεί να υπάρξει. Χρειάζεται τον άνθρωπο, αν και στην εποχή μας εκείνος την αγνοεί. Επιμένει να αγγίζει το απόλυτο και την κυριαρχία, να αλλάζει τον κόσμο πριν καν τον γνωρίσει, να τον ταξινομεί πριν τον κατανοήσει. Ο Οδυσσέας στη χώρα της Καλυψούς μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και την πατρική γη. Διάλεξε την πατρική γη και μαζί της τον θάνατο. Σήμερα, ένα τόσο απλό μεγαλείο είναι αδιανόητο. Ομοιοι με τους παλιάτσους του Ντοστογιέφσκι που καυχώνται για όλα, εμείς οι άνθρωποι της Δύσης εκθέτουμε τις αδυναμίες μας σε κοινή θέα, ακυρώντας την περηφάνια μας και την πίστη μας στα όριά μας. Το Ιράκ χθες, η Λιβύη σήμερα, η Συρία αύριο ενδεχομένως, δοκιμάζουν ακριβώς αυτά τα όρια.

Η απόλυτη σιωπή του αμμόλοφου

Τη σιωπή τη βρίσκεις μόνο στις θορυβώδεις πόλεις, λέει ο Αλμπέρ Καμύ στο «Καλοκαίρι». Ομως, τι άλλο από την απόλυτη σιωπή κρύβουν εντός τους οι αμμόλοφοι της Λιβύης;

Advertisements

Αποπροσανατολισμένες, κυνικές δυτικές κοινωνίες εν όψει…

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_21/08/2011_453156

Πρόσωπα      Της Pιτσας Mασουρα

Η Αν Χαθαγουέη αναμένεται να εντυπωσιάσει ως `Εμμα στη ρομαντική κινηματογραφική ταινία «One Day»,  βασισμένη στο ομώνυμο μπεστ σέλερ του Ντέιβιντ Νίκολς. Ο ρομαντισμός στις μέρες μας δεν είναι απλώς ζητούμενο, αλλά ανάγκη για να ανταπεξέλθει ο σύγχρονος άνθρωπος στην αγριότητα και στον κυνισμό μιας αποπροσανατολισμένης δυτικής κοινωνίας.

Ο «θαυμαστός, όμορφος κόσμος», απόσταγμα του ιδανικού κριτικού πανευρωπαϊκού πνεύματος που οραματίστηκε ο Οσκαρ Ουάιλντ δεν θα γίνει ποτέ πραγματικότητα, αν και πάντα υπάρχει ένα «αλλά» που ζεσταίνει την κρυφή ελπίδα, όπως σημειώνει η Εύα Κοταμανίδου στο προλογικό της σημείωμα στο βιβλίο «Η Σημασία του να μην Κάνεις Τίποτα». Ο 21ος αιώνας δεν προοιωνίζεται κάτι καλό. Οι αγορές θυμίζουν αφιονισμένα άλογα, οι ταραχές στη Βρετανία εγείρουν τεράστιους προβληματισμούς ως προς το πολυπολιτισμικό αύριο της χώρας του Κίπλινγκ, του Σαίξπηρ και του Πίντερ, ενώ η Ευρώπη αναζητεί την καινούργια αφήγηση, αλλά δεν έχει αφηγητές. Και η Ελλάδα από την πρώτη γραμμή του πυρός γίνεται ξανά παρωνυχίδα, ύπαρξη αμελητέα που αν δεν τα καταφέρει, κακό του κεφαλιού της.

Δεν πρόλαβα να γράψω για τις ταραχές στη Βρετανία, αλλά ανακάλυψα το ενδιαφέρον ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Χάριετ Σέρτζαντ (βρήκα το ίδιο κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό «Σπεκτέιτορ» και στους «Κυριακάτικους Τάιμς»). Η Σέρτζαντ πριν από τρία χρόνια μίλησε με νεαρούς μαύρους και λευκούς σε διάφορες πόλεις της Βρετανίας, προσπαθώντας να βρει τους λόγους αποτυχίας αυτών των παιδιών. Εργασιακή και κοινωνική ένταξη μηδέν. Ιδού μερικά στοιχεία από το κείμενό της: «Οι περισσότεροι νέοι αυτής της κατηγορίας ζουν μια παρατεταμένη ημιεγκληματική εφηβεία ακόμη και στα 20 ή τα 30 τους χρόνια». Για τη Σέρτζαντ, αυτοί οι νέοι είναι τα παιδιά του Μπλερ. Η πολιτική των Εργατικών στα σχολεία, στο σπίτι, στην εργασία είναι αυτή που σήμερα θωρεί αμίλητη τα αποκαΐδια της αλόγιστης εφαρμογής της. «Ποτέ δεν ήθελα αυτή τη ζωή», εξομολογείται ένας από τους νέους· «Απλώς μου έτυχε». Ναι, αλλά πώς έτυχε; Μία εβδομάδα πριν από το ξέσπασμα των ταραχών δόθηκαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία έρευνας για την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης των νέων. Το 63% των λευκών νέων της εργατικής τάξης και πάνω από το μισό των μαύρων από την Καραϊβική, ηλικίας 14 ετών, έχουν ικανότητα ανάγνωσης παιδιού κάτω των επτά ετών. Ταπεινωμένα στα μαθήματα, τα περισσότερα 14χρονα εκδιώκονται από τα σχολεία. Ετσι περνούν τον καιρό τους στους δρόμους και επιστρέφουν στο σχολείο για να πουλήσουν ναρκωτικά.

Ο αναλφαβητισμός είναι διά βίου καταδίκη. Ο μισός πληθυσμός των φυλακών διαθέτει ικανότητα ανάγνωσης 11χρονου παιδιού. «Τα περισσότερα παιδιά πηγαίνουν από το σχολείο στο πανεπιστήμιο. Εμείς πηγαίνουμε κατευθείαν στη φυλακή», λέει ένας από τους νέους του Μπρίξτον. Ας μην ξεχνάμε, όμως, τις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Πριν από χρόνια, ένας νεαρός θα εγκατέλειπε το σχολείο στα 16 και με ελάχιστα προσόντα θα έπιανε δουλειά σε εργοστάσιο. Στα 19 του θα φρόντιζε σύζυγο και παιδί. Σήμερα, οι αντίστοιχοι νέοι δεν βρίσκουν δουλειά και συν τοις άλλοις αντιμετωπίζουν την πρόκληση των μεταναστών. Υπό την ηγεσία των Εργατικών, η αύξηση του αριθμού των εξειδικευμένων μεταναστών που εργάζονται επί ώρες με λίγα χρήματα άλλαξε το σκηνικό. Από τις 1,8 εκατ. νέες θέσεις εργασίας στα χρόνια των Εργατικών, το 99% πήγε στους μετανάστες. Επί Κάμερον, το ποσοστό αυτό κυμαίνεται γύρω στο 82%. Οταν ένας από τους συνομιλητές της Σέρτζαντ πήγε σε γραφείο ευρέσεως εργασίας στο Μπράιτον, πήρε την εξής απάντηση από τον υπάλληλο: «Λυπάμαι, είσαι Βρετανός», υπονοώντας ότι προτιμώνται οι μετανάστες.

Οι περισσότεροι νέοι ταραχοποιοί είναι παιδιά ανύπαντρων μητέρων που ζουν με τα επιδόματα. Σπανίως εγκαταλείπουν τη γειτονιά τους. Ο φόβος μήπως πέσουν στα χέρια μιας κοντινής συμμορίας τούς καθηλώνει. Δεν έχουν πάει σινεμά, θέατρο, δεν ξέρουν τι είναι έκθεση ζωγραφικής. Οπως σημειώνει η Σέρτζαντ, οι κυβερνήσεις εξασφαλίζουν για τις έφηβες καριέρα εγκύου και το κράτος αναλαμβάνει ρόλο συζύγου και πατέρα. Το περιοδικό «Εκόνομιστ» γράφει ότι τέτοιου είδους εξεγέρσεις ενισχύουν τη Δεξιά. Η Θάτσερ κέρδισε τις εκλογές μετά το κάψιμο του Μπρίξτον και του Τότεναμ τη δεκαετία του ’80. Το χάος στα γαλλικά μπανλιέ, το 2005, λειτούργησε υπέρ του Σαρκοζί. Ενδεχομένως τα γεγονότα στο Λονδίνο να ενισχύσουν τον Κάμερον, ο οποίος προτάσσει την ατομική ευθύνη του καθενός. Σε ποια κοινωνία όμως απευθύνεται ο Κάμερον; Σε μια περιχαρακωμένη πολυπολιτισμική κοινωνία που τρομάζει μπροστά στη διεύρυνση των ανισοτήτων.

Τσίρκο θεάματος για τους λαούς

Προσωπα(«http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_111_14/08/2011_452514»}

Της Pιτσας Mασουρα

Αν πέρυσι τέτοια εποχή μου έλεγαν πως την παραμονή της Παναγιάς θα έγραφα κείμενα καθόλου προσαρμοσμένα στο γιορταστικό κλίμα του Ελληνα θα διερρήγνυα τα ιμάτιά μου. Υβρις, θα αναφωνούσα έξαλλη, κουβαλώντας κι εγώ, όπως τόσοι άλλοι, τις παιδικές καταβολές του Δεκαπενταύγουστου. Υπό κανονικές συνθήκες, η γυροβολιά του Ελληνα, δυνατή και υπερφίαλη όπως είναι, θα μπορούσε να εξαφανίσει από το προσκήνιο ακόμη και παγκόσμιες υφέσεις, αλλά αυτή τη φορά η αλήθεια για την πραγματικότητα αποδεικνύεται ισχυρότερη της γυροβολιάς. Ετσι, δεν μένει παρά η διερεύνησή της για έναν πολύ απλό λόγο: σαν σύγχρονο fund εκτυλίσσεται ψυχρή και αδίστακτη μπροστά μας. Επομένως, είναι προτιμότερο να τη φιλέψουμε γλυκό του κουταλιού της κυρά Φροσύνης, παρά να την αφήσουμε να μας πιάσει στον ύπνο, ύστερα από την παραδοσιακή κρασοκατάνυξη που συνοδεύει τους χορούς και τα πανηγύρια.

Μπαρουτοκαπνισμένη η παγκόσμια ατμόσφαιρα και μπουρλοτιέρηδες παντού. Πολυμετωπική η αντιπαράθεση. Οικονομία εναντίον πολιτικών. Πολιτικοί εναντίον οίκων αξιολόγησης. Πολίτες εναντίον κυβερνήσεων. Ολοι εναντίον όλων, όπως σωστά είχε προβλέψει ο Χομπς .Αραγε ξέφτισε τελείως το σύστημα; Ανοιξαν οι μπουκαπόρτες και το νερό εισβάλλει ασυγκράτητο στ’ αμπάρια του πλοίου; Η προαναγγελθείσα διπλή ύφεση είναι πλέον μέσα στα σπίτια μας; Ποιοι και πώς θα αποτρέψουν τα χειρότερα; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει το μακρύ χέρι των αγορών και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των Ευρωπαίων ηγετών και του Μπαράκ Ομπάμα; Ας μην ξεχνάμε πως είναι η πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που η Ευρώπη δείχνει τόσο εξασθενημένη και όπως σημειώνει σε ένα άρθρο του το γερμανικό περιοδικό «Σπίγκελ» είναι επίσης η πρώτη φορά που η κρίση έχει παραλύσει ταυτόχρονα την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Ενας συμβατικός αναλυτής θα έλεγε ότι ζούμε τη χειρότερη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Την κορύφωση της πορείας που ξεκίνησε διθυραμβικά μέσα από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ (γεγονός που δημιούργησε εφησυχασμό στον δυτικό κόσμο), την επανένωση των δύο γερμανικών κρατών και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, για να αναδείξει τελικά σήμερα τα χειρότερα χαρακτηριστικά της: την απληστία, την αλόγιστη εξουσία του χρήματος, τη διεύρυνση του χάσματος πλουσίων και φτωχών και την επιστροφή στο προσκήνιο του λούμπεν προλεταριάτου, ομολογουμένως μια από τις κοφτερές αιχμές της ιστορίας των προηγούμενων αιώνων που είχαμε επιμελώς ξεχάσει. Οσοι έτυχε να επισκεφθούν φτωχογειτονιές του βόρειου Λονδίνου και κάποιων μεσοβρετανικών πόλεων θα ’χουν αισθανθεί την ανάσα του λούμπεν προλεταριάτου. Νέοι, συνήθως έγχρωμοι, που με την πρώτη ευκαιρία (η δολοφονία από την αστυνομία του 29χρονου μαύρου Μαρκ Ντάγκαν υπήρξε το τελευταίο ερέθισμα) βρίσκουν αναπόδραστα διέξοδο στην κλεψιά, τη λεηλασία και το έγκλημα. Τα πρόσφατα επεισόδια στο Τότεναμ, το Λίβερπουλ, το Μπρίστολ και το Μπέρμιγχαμ αποκαλύπτουν τον σφυγμό μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας που βρίσκεται στα όρια της δικής της προεπανάστασης.

Στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου «Μονόδρομος» του Βάλτερ Μπένγιαμιν , η Νέλλη Ανδρικοπούλου γράφει ότι ο Γερμανός συγγραφέας γεννήθηκε στο γέρμα του 19ου αιώνα στο Βερολίνο, εκεί όπου εδραιώθηκε η μονοκρατορία της αστικής τάξης με όλες τις ψευδαισθήσεις της για τα ατέρμονα οφέλη της τεχνολογικής πρόδου που θα διασφάλιζαν την ευημερία της Ευρώπης. Σήμερα η μεσοαστική τάξη πλαγιοκοπείται ανελέητα. Στο ίδιο σημείωμα υπάρχει αναφορά στην αποτυχία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η ανικανότητα των ιθυνόντων, τα σκάνδαλα, η φτώχεια και ο πληθωρισμός μάστιζαν τον κόσμο και εξευτέλιζαν τις ζωές του. Αυτή η εικόνα εμφανίζεται αργότερα μέσα από την κινηματογρφική ταινία «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς», όπου ο σκηνοθέτης Ράινερ Φασμπίντερ συναντά τον Αλφρεντ Ντέμπλιν, περιγράφοντας το Βερολίνο του ’20 να κατατρύχεται από τις μάζες ανέργων, πεινασμένων, προλετάριων, υποκριτών μικροαστών. Η εξαθλίωση της μεσοαστικής τάξης ήταν πια γεγονός, ο κομμουνισμός φούντωνε και δίπλα του ανδρώθηκε ο ναζισμός. Η συνέχεια είναι γνωστή. Παρόμοιες σκηνές περιγράφονται σε δεκάδες βιβλία που αναλύουν τα αίτια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Επιλέγω να κλείσω ανοίγοντας σαν βεντάλια την εικόνα της Ιστορίας μέσα από την άποψη του Γάλλου διανοητή Μισέλ Σερ . «Η ιστορία των τελευταίων δύο χιλιάδων χρόνων είναι η διαδοχή τριών σταδίων: μιας χιλιετούς θεοκρατίας, που αντικαθίσταται από μια πολεμόφιλη φεουδαρχία για να καταλήξουμε στη σημερινή κυριαρχία της οικονομίας. Αυτή η τριάδα των λειτουργιών, απορροφημένη από τις χιλιετείς μονομαχίες της, δεν μπορεί να προσφέρει πλέον τίποτα περισσότερο από ένα “τσίρκο θεάματος” στους λαούς, ακριβώς τη στιγμή που η ανθρωπότητα και μαζί της η Γη υφίστανται βαθιές μεταβολές».

Το αρκαδικό ιδεώδες και η Γαλλία

Προσωπα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 7/8/2011)

Της Pιτσας Mασουρα

Εάν ο δυτικός πολιτισμός έχει δεχθεί τις συμβολές της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας και της τραγωδίας ταυτίζοντάς τες με το όνομα Αθήνα, εξίσου ουσιαστικά στοιχεία του ελληνικού κληροδοτήματος, όπως η ιδέα της ευδαιμονίας και οι έννοιες της φυσικής δικαιοσύνης και της αρμονίας μεταξύ ανθρώπου και φύσης, έχουν περάσει στον παγκόσμιο πολιτισμό άρρηκτα συνδεδεμένα με το όνομα και την ποιητική εικόνα της Αρκαδίας. Αυτή η ποιητική Αρκαδία, η βουκολική γη που ύμνησε αποτυπώνοντάς την ο Πουσέν, έχει διαβεί τα ελληνικά σύνορα και αναζητεί συντρόφους στη Γαλλία, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου. Ισως γιατί η Αρκαδία είναι το υποβλητικό πορτρέτο ενός τόπου, όπου ο άνθρωπος δεν νιώθει ξεριζωμένος.

Η Διεθνής Αρκαδική Εταιρεία συμμετείχε προ εβδομάδων στις εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από την αναστήλωση του Chateau de Goutelas στην περιοχή του Forez Marcoux, νοτίως της Λυών. Η περιοχή έχει φυσικές ομοιότητες με την Αρκαδία, γι’ αυτό και την αποκαλούν γαλλική Αρκαδία. Αλλά δεν είναι μόνον το τοπίο. Στο Forez εκτυλίσσεται η ιστορία της Αστρέας και του Σελαντόν, του φανταστικού ζευγαριού του συγγραφέα Ονορέ ντ’ Ιρφέ, 1568 – 1625  Το ζευγάρι των ποιμένων αναζητεί τον φλογερό του έρωτα μέσα από απίστευτες αντιξοότητες και παρεμβάσεις. Η ίδια η Αστρέα φέρει σπουδαίους συμβολισμούς. Δεν είναι μόνον η ερωτευμένη βοσκοπούλα. Είναι η κόρη της Θέτιδας, της θεάς της Δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη διασχίζει από την αρχή ώς το τέλος το μυθιστόρημα του Ντ’ Ιρφέ μέσα από το προσωπείο του δρυΐδη Αδάμαντα, που αναλαμβάνει ρόλο δικαστή. Πίσω από αυτόν κρύβεται ο Γάλλος δικαστής Ζαν Παπόν (1507-1590). Ο Παπόν μετέτρεψε το αναγεννησιακό Chateau de Goutelas σε σημείο αναφοράς των ουμανιστών της εποχής του, δίδοντας έναυσμα πολλούς αιώνες αργότερα σε μια άλλη ομάδα ουμανιστών – εθελοντών να πάρουν τη σκυτάλη και να δημιουργήσουν αυτό που εκπροσωπεί σήμερα ο πύργος: ένα μοναδικό κράμα ιστορίας, πολιτισμού, εκπαίδευσης και αλληλεγγύης που υποστηρίζεται από σωρεία εκδηλώσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Ο Γκαίτε έλεγε ότι πρέπει να επιδιώξουμε το αδύνατο για να πάρουμε ό,τι είναι δυνατό. Ο Πολ Μπουσέ, ο δικηγόρος και εμπνευστής της αναστήλωσης του Chateau de Goutelas, μας εκμυστηρεύεται σήμερα με τη σοφία της ηλικίας του: «Πρέπει να ονειρευτείς το αδύνατο για να πραγματοποιήσεις ό,τι είναι δυνατό», αναφερόμενος όχι μόνο στο έργο που ήδη έχει συντελεστεί, αλλά και στη συνέχειά του, όπως και στη συνέχεια της διάδοσης του αρκαδισμού που επωμίζεται η Διεθνής Αρκαδική Εταιρεία. Οι εργασίες αναπαλαίωσης του πύργου ξεκίνησαν το 1961, αμέσως μετά τη συμφωνία ανάμεσα στον νεαρό τότε δικηγόρο από τη Λυών Πολ Μπουσέ και τον χωρικό Νοέλ Ντιράν, στον οποίον ανήκε ο εγκαταλελειμμένος πύργος. (Είχαμε την ευκαιρία να του σφίξουμε το χέρι, καθώς, ηλικιωμένος πια, παρακολουθούσε βαθιά συγκινημένος τις παραστάσεις που δόθηκαν στον πύργο.) Στα πρόσωπα των δύο νέων τότε ανθρώπων και μέσα από την εθελοντική εργασία δεκάδων χωρικών, εργατών και διανοουμένων, που έσπευσαν να βοηθήσουν για μια δεκαετία σχεδόν, αποτυπώθηκε ο χαμένος ρομαντισμός και ο ουμανισμός. Ανάμεσά τους βρήκαν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν το πνεύμα του Goutelas και τα μονοπάτια της Αστρέας. Και είναι αλήθεια ότι ακολουθώντας ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο μια από τις διαδρομές της Αστρέας, είχα τη χαρά να αντικρίσω μπροστά μου, πιάτο σχεδόν, τη γαλλική Αρκαδία, πανομοιότυπη με τη δική μας Αρκαδία.

Σήμερα, το Chateau de Goutelas ανήκει στον Δήμο των Κοινοτήτων της περιοχής της Αστρέας. Κατά διαστήματα, σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο της τέχνης, όπως ο διάσημος Ντιουκ Ελινγκτον έχουν επισκεφτεί τις εγκαταστάσεις του και άλλες τόσες έχουν προσφερθεί αμισθί να παρουσιάσουν τη δουλειά τους μπροστά σ’ ένα κοινό που ξέρει, ακόμη και στις μέρες μας, να ανασκουμπώνεται για να αποκαλύψει τα κρυμμένα του μυστικά. Οσοι συμμετείχαμε στις φετινές εκδηλώσεις νιώσαμε τη ζεστασιά των εθελοντών, των πρωταγωνιστών χωρικών ή των διανοούμενων που δεν έπιασαν κανένα μικρόφωνο, που δεν ζήτησαν να καθίσουν στις πρώτες θέσεις του θεάτρου, αλλά αναμείχθηκαν και χάθηκαν ανάμεσα στους πολλούς του Forez. O Πολ Μπουσέ, η Μαρί Κλοντ Μιος, ο Μαρκ Ντελακρουά και το επιτελείο του πύργου μάς έδωσαν την αίσθηση ότι προετοιμάζονται για τα επόμενα βήματα ενός παγκόσμιου πλέον αρκαδικού δικτύου, όπου το Forez θα θυμίζει όλο και περισσότερο την ελληνική Αρκαδία.

Οι καθρέφτες του πραγματικού μας εαυτού

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 1-8-2011 Προσωπα Ρίτσα Μασούρα

Είναι φορές που η ελληνική πραγματικότητα εξαντλεί. Το ύφος των ανθρώπων, οι πράξεις τους, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τα τρέχοντα προβλήματα, οι βίαιες ή ήπιες ή αδιάφορες αντιδράσεις. Συγκεχυμένη εικόνα μιας φυλής που νιώθει σαν άγριο ζώο, εγκλωβισμένο στην παγίδα του κυνηγού, δίχως την εύνοια των θεών στο πλευρό του. Μια φυλή που επιμένει διαστροφικά στα φτηνά χαρακτηριστικά της (όλες οι φυλές διαθέτουν αρκετά), γουστάρει την απραξία, διοχετεύει τις δυνάμεις της σε ανούσιες πράξεις και αποστρέφει το βλέμμα από το καινούργιο, το άυλο, το διαφορετικό. Είναι προφανές ότι της λείπει η λατρευτή κανονικότητα που ώς τώρα θύμιζε τατουάζ διαρκείας. Ολα δικαιολογούνται. Κυρίως η προσκόλληση στην κανονικότητα που άπειρες φορές οδηγεί στην πνιγηρή στασιμότητα. Αλλά δεν γεννηθήκαμε επαναστάτες, ούτε σπουδαίοι ερευνητές, φιλόσοφοι, διανοούμενοι. Είμαστε η συμπαθητική τάξη των μετρίων. Αντιλαμβανόμαστε τις βαθύτερες έννοιες της εποχής. Τις απορρίπτουμε, όμως, γιατί ανατρέπουν την κανονικότητά μας. Κάποιοι μεγαλορρήμονες επιμένουν πως θυμίζουμε μπορχικούς καθρέφτες («Υπήρξαν φορές που φοβήθηκα πως θ’ άρχιζαν ν’ αποκλίνουν απ’ την πραγματικότητα», Μπόρχες). Μέσα τους αντανακλάται αυτό που φανταζόμαστε κι όχι ο πραγματικός εαυτός, η πραγματικότητα του τόπου, παρ’ ότι η Ιστορία μάς γειώνει με τα πολλά παραδείγματά της.

Στις δύσκολες εποχές μοιάζω με στρείδι που κολλάει στον βράχο – Ιστορία. Διαβάζω αποσπασματικά το «Διχασμός και Εξιλέωση» του Βασίλη Καραποστόλη (εκδ. Πατάκη). «Τέσσερα χρόνια μετά την αναγγελία της πτώχευσης από τον Τρικούπη , η Ελλάδα είναι έτοιμη να ριχτεί στην περιπέτεια που ήλπιζε ότι θα τη βοηθούσε να ξεπεράσει τις μεταπτώσεις στο ηθικό της, τα χρέη της, τις διακομματικές διενέξεις της. Για κακή της τύχη, η έκβαση του πολέμου το 1897 ήταν ράπισμα σ’ αυτές τις προσδοκίες. Πασχίζοντας να απαλλαγεί από τον βραχνά των ταπεινώσεων, η χώρα βρέθηκε ξαφνικά για μια φορά στη θέση του ικέτη. Ψυχικά και ηθικά, το να χάσει η Ελλάδα το γόητρο μιας χώρας εδραιωμένης που σιγουρεύει τα κέρδη της και τα αυξάνει σταθερά και με πρόγραμμα, ήταν μια οπισθοχώρηση που δύσκολα θα διορθωνόταν… Συμβαίνει μερικές φορές μέσα από το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει μια χώρα να ξεμυτάει η προσμονή για αντενέργειες, για πράξεις ριζικές που θα μπορούσαν να τερματίσουν την περίοδο της πνιγηρής στασιμότητας. Μα η προσμονή αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην και αίτημα και πολύ λιγότερο επιταγή. Αν ήταν, το ζήτημα θα λυνόταν εύκολα. Οταν μια χώρα ζητεί κάτι συγκεκριμένο, σημαίνει ότι ήδη έχει ετοιμάσει κάποιους από τους γηγενείς να αναλάβουν την πραγμάτωση του συλλογικού σκοπού. Αν όμως δεν ξέρει τι της χρειάζεται για να συνέλθει;»

«Βυθισμένη στην αστάθεια και την ταραχή από την ήττα του 1897, η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να προβεί σε αντιπερισπασμούς που θα την βοηθούσαν να αποκαταστήσει τις ζημιές ή και να ξεχαστεί… Εμενε λοιπόν με την αόριστη προσμονή που σήμαινε ότι καλούσε σε αόριστο εγερτήριο όσους δεν είχαν αποκάμει από τις εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις». Είναι προφανές ότι η Ελλάδα εκείνης της εποχής αναζητούσε δίχως πυξίδα ένα άνοιγμα στην ελευθερία, στην αποδέσμευση. Κι εμείς εδώ βρισκόμαστε. Εκ πρώτης όψεως, ειδικότερα μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη, δείχνουμε να μην κινούμαστε πια τόσο στην αοριστία. Αλλά ουδείς εγγυάται ότι έχουμε ανακαλύψει τις δικές μας ατραπούς ή ότι θα υπάρξει πάλη ανάμεσα στον Διγενή και τον Χάροντα, στο καθησυχαστικό χθες και το ανήσυχο αύριο.

Η Ελλάδα υπέστη σοβαρή ήττα εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης και με αφορμή την εσωτερική της λαγνεία προς την ευμάρεια. Αυτή την ευμάρεια την υφάρπαξε με τη συμβολή των πολιτικών. Τώρα καλείται να διδαχθεί από την ήττα, όπως οι Ελληνες διδάχτηκαν παλιά από τη μικρασιατική καταστροφή. Πολλοί προτείνουν να αποφεύγουμε τις ανόμοιες συγκρίσεις. Ομως όλοι σκαλίζουν την Ιστορία. Το ίδιο οφείλει να κάνει και ο μάνατζέρ μας, η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ενας μάνατζερ δεν αρκεί να γνωρίζει τους κανόνες λειτουργίας μιας επιχείρησης (ας μου επιτραπεί η υπερβολή), πρέπει να γνωρίζει καλά τους εργαζομένους της. Κάποτε ο Μιτεράν , ο οποίος απέρριπτε τον όρο μάνατζερ στην πολιτική, είχε πει πως Ευρωπαίος είναι αυτός που έχει πλήρως συνειδητοποιήσει τη φρίκη των δύο παγκόσμιων πολέμων και δεν διανοείται να υποστεί έναν τρίτο. Σ’ αυτό ας συμβάλλει και ο δικός μας τόπος, όσο κι αν λατρεύουμε την κανονικότητα, όσο κι αν με τον καιρό συνηθίζουμε σιγά σιγά στους μάνατζερ.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: