Η διαχρονική επιστροφή του Ντίκενς και του `Ολιβερ Τουίστ

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_20/11/2011_463264

Προσωπα

Της Pιτσας Mασουρα

Κάρολος Ντίκενς. Αφηγητής της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής του. Λογοτεχνικός μύθος. Εραστής της ελπίδας, παρηγορητής των φτωχών. Δίνει πνοή στους εύθραυστους ή τους ατσαλένιους ήρωές του και τους παραδίδει βεβαρημένους ή απελευθερωμένους στην ανθρωπότητα. Ο 19ος αιώνας της Βρετανίας καθρεφτίζεται στα βιβλία του σε σχήμα πρωθύστερο, αλλά σχήμα που αντέχει στον χρόνο. Ο Ντίκενς επιστρέφει στις μέρες μας, όχι ως θριαμβευτής που ούτως ή άλλως υπήρξε στην εποχή του, αλλά ως εισηγητής της καλοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μας λείπουν και τα δυο. Η Βρετανία τιμά το 2012 τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του βικτωριανού συγγραφέα, ανοίγοντας τις πόρτες του ανακαινισμένου μουσείου του στην Doughty Street του Λονδίνου και προγραμματίζοντας σειρά εκδηλώσεων. Ενας ολόκληρος κόσμος, θεατρικός, κινηματογραφικός, συγγραφικός, ποιητικός θα στήσει το ιδανικό σκηνικό για τον άνθρωπο που στηλίτευσε το νομοθετικό και εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του και αγαπήθηκε όσο λίγοι συγγραφείς στον κόσμο.

Κάθε Χριστούγεννα ο Ντίκενς επιστρέφει. Πότε δειλά, πότε θαρραλέα, αλλά πάντα κρατώντας το συναξάρι του δικού του μικροσύμπαντος. Τα «Χριστουγεννιάτικα κάλαντα», ο φιλάργυρος και κακότροπος Σκρουτζ γίνονται παραδείγματα προς μίμηση και προς αποφυγήν. Οι υπεύθυνοι του Μουσείου, το οποίο ήδη λειτουργεί από τις 8 Νοεμβρίου, πιστεύουν ότι τουρίστες που θα παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, θα λοξοδρομήσουν κάποια στιγμή για να επισκεφθούν το σπίτι που εκείνος έζησε στο Λονδίνο. Εντελώς συγκυριακά, ο Ντίκενς επιστρέφει φέτος ως αναγκαία συνθήκη ηθικής. Ενδεχομένως στον αντίποδα της γνωστής δανειακής συνθήκης. Η πρώτη αντέχει την πολυτέλεια της αθέτησης μέσα στον χρόνο. Η δεύτερη αν αθετηθεί, θα αποτυπώσει στο χαρτί την γκιλοτίνα που στοίχειωσε τον Ντίκενς μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών του. Στην εποχή μας, ο Αγγλος συγγραφέας δημιουργεί υπεραξία ενδιαφέροντος. Εχουμε την επανεμφάνιση του Ολιβερ Τουίστ, ενδεχομένως με άλλο όνομα και δίχως την τύχη εκείνου του ορφανού. Ο Ολιβερ Τουίστ θα διαβαστεί ξανά από παιδιά και μεγάλους. Θα υπάρξουν θεατρικές παραστάσεις. Ισως γιατί ο θεατής θα αναζητά τη σκέψη του Ντίκενς όταν εξομολογείται: εφηύρα τον Ολιβερ για να αποδείξω ότι το πνεύμα του καλού πάντα υπερνικά τις αντίξοες περιστάσεις και πάντα θριαμβεύει.

Οι κριτικοί διχάζονται ανάμεσα στη βικτωριανή προσωπικότητά του Ντίκενς και το μοντέρνο πρόσωπο της εποχής του. Το σημειώνει και ο Οργουελ στις αναφορές του. Κυρίως σχολιάζει τη γενικότερη στάση του απέναντι στο σύστημα της εποχής. Επέκρινε συχνά τους πάντες, αλλά δεν είχε να προτείνει σημαντικές αλλαγές. Θύμιζε λίγο τους δημοσιογράφους που δεν βρίσκουν τίποτα σωστό, αλλά σπανίως έχουν κάτι ανατρεπτικό να προτείνουν. Ο Οργουελ εξοικειώθηκε νωρίς με το ύφος γραφής του Ντίκενς, αλλά μεγαλώνοντας συνειδητοποίησε ότι αυτός ο περίεργος άνθρωπος δεν ανήκε στο προλεταριάτο. Αντιθέτως, ο κόσμος του ήταν ο περίκλειστος κόσμος της μεσαίας τάξης. Το μήνυμα που διαβάζει στα μυθιστορήματα του Ντίκενς ο Οργουελ είναι ένα: έχει σημασία οι καπιταλιστές να φέρονται με ευγένεια κι όχι να επαναστατούν οι εργάτες. Αρα, ο Ντίκενς απεχθάνεται τη βαρβαρότητα του επαναστατημένου όχλου, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο όχλος είχε κάθε δίκιο να επαναστατεί. Ως προς το εκπαιδευτικό σύστημα, ο Ντίκενς δεν έχει να προτείνει ανατροπές. Απλώς επιθυμεί ζεστούς και ανθρώπινους δασκάλους, επιστρέφοντας σταθερά στη δική του ηθική κορυφογραμμή της καλοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το έργο του Ντίκενς λειτουργεί μέσα μου σαν επουλωτική γάζα. Είναι ο αφηγητής που επαναφέρει στη μνήμη ξεχασμένα συναισθήματα και θέτει όρια συμπεριφοράς. Κάπου διάβασα πως ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ επέστρεφε συχνά στον Ντίκενς, ειδικότερα σε περιόδους σκληρής προεκλογικής εκστρατείας. Κι όπως ο Ντίκενς θεωρούσε ότι οι καπιταλιστές οφείλουν να είναι ευγενείς, έτσι και ο Ρούσβελτ ήταν πεπεισμένος πως οι κυβερνήσεις οφείλουν να στραφούν προς τους καλλιεργητές και να προσφέρουν στους ταπεινούς (τους Ολιβερ Τουίστ της Αμερικής) μια υποστήριξη, τουλάχιστον ίση με εκείνη που παραχωρούσαν έως τότε σε τράπεζες και μεγάλες εταιρείες. «Αυτά τα δύστυχα χρόνια απαιτούν καινούργιες αντιλήψεις που θα στηριχθούν πάνω σε λησμονημένες ανθρώπινες δυνάμεις. Που θα αναζητήσουν ξανά την πίστη στον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί τη βάση της οικονομικής πυραμίδας», έγραφε ο Ρούσβελτ στις σημειώσεις του πριν αναλάβει την προεδρία των ΗΠΑ.

Σώστε την αξιοπρέπεια της δημοκρατίας.

Προσωπα (Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακης 13-11-2011) 

Της Pιτσας Mασουρα

Ποιος θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις τούτες τις ώρες και ποιος να σηκώσει το βάρος μιας πρόβλεψης για το μέλλον μας και το μέλλον της Ευρώπης; Φοβάμαι πως δεν θα υπάρξει ψυχή ζώσα. Κι όσοι επιχειρούν να προβλέψουν, γίνονται δέσμιοι μιας αόρατης δύναμης που τσαλακώνει τις σημειώσεις τους και τις πετάει στο πρώτο καλάθι των αχρήστων. Είναι, άλλωστε, τόσο πρωτόγνωρη η σημερινή εικόνα της χώρας μας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης! Τα λάθη, η ατολμία, η έλλειψη σπουδής, οι άσκοπες δευτερολογίες, τα δόλια συμφέροντα, τα αδιέξοδα, κυρίως όμως ο φόβος μιας πιθανής ήττας αποτυπώνονται όχι μόνον στους δικούς μας ταγούς, αλλά και σε όσους μας επιπλήττουν. Διόλου τυχαία. Οι διεθνείς αγορές θυμίζουν τίγρεις που ψυχανεμίζονται την αδυναμία του πολιτικού κόσμου και παράλληλα διψούν για αίμα. Στη Φύση, το μέτρο παραμένει η επιβίωση του ισχυρότερου. Αν όμως υπήρχε έστω κι ένας παρατηρητικός άνθρωπος ανάμεσά μας, εύκολα θα διέκρινε τον θυμωμένο Αίαντα  που απευθυνόμενος στους τρομοκρατημένους από τους Τρώες Αργείους είναι έτοιμος να φωνάξει «Αιδώς Αργείοι»…

Τελικά, οι τρομοκρατημένοι Αργείοι είμαστε εμείς, οι Ελληνες, οι Ιταλοί, οι Πορτογάλοι, οι Ευρωπαίοι γενικότερα και οι Τρώες είναι οι αμείλικτες αγορές. Οι περισσότεροι διδαχτήκαμε Πλάτωνα και Σωκράτη. Μπολιαστήκαμε με τον Διαφωτισμό. Κυρίως όμως με τον Πλάτωνα, που μίλησε για τη λογική και το παράλογο, τον μύθο και την αλήθεια, αλλά και για τα όρια στις ζωές μας. Ποιος από μας στην παρούσα φάση της ανατρεπτικής ζωής γνωρίζει τα όριά του; Τα ατομικά, τα όρια της ελευθερίας ή τα όρια της δικαιοσύνης; Για τον Αλμπέρ Καμύ ,  οι Ελληνες έθεταν όρια παντού, χωρίς να λένε ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξεπεραστούν. Πίστευαν όμως ότι εκείνος που θα τολμούσε να τα ξεπεράσει, θα κτυπιόταν ανελέητα. Εμείς, λέει ο Καμύ, εκτροχιάσαμε το σύμπαν και τη σκέψη και τώρα γελάμε με την απειλή. Αλλά αυτή είναι εκεί, αποφασισμένη να γράψει Ιστορία, ίσως γιατί στο πέρασμα των αιώνων αντικαταστήσαμε την αρμονία με την άτακτη ορμή του τυχαίου και την αμείλικτη λειτουργία της φονικής λογικής («Το Καλοκαίρι», Αλμπέρ Καμύ, εκδόσεις Πατάκη). Κι αν δεν κάνω λάθος, αυτό ακριβώς ζούμε σήμερα: ξεπεράσαμε τα όριά μας και είμαστε αντιμέτωποι με τη φονική λογική των αριθμών.

Δεν έχει νόημα να αναφερθώ στα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Κάθε Ελληνας είναι από μόνος του μια άποψη και προφανώς η εξαγωγή συμπερασμάτων μοιάζει, κάθε φορά, με άθλο. Ομως, έχω την αίσθηση ότι στην Ευρώπη εμμέσως τίθεται θέμα δημοκρατίας. Κάποιοι από τους Ευρωπαίους ηγέτες ή τους επιτρόπους έχουν απολέσει το μέτρο του λόγου, θυμίζουν ρήτορες που εκβιάζουν ή ακόμη χειρότερα: μοιάζουν με τους αντικρυστές του Χρηματιστηρίου που εκτελούν τις εντολές των πελατών τους: «πούλα, αγόρασε, πούλα». Διαβάζω κάπου: η λιγότερη δημοκρατία κάνει καλό στις αγορές. Τρομάζω, ξεχνώ τα δικά μας ολέθρια λάθη και την πολιτική αβελτηρία κι αρχίζω να παραπαίω ανάμεσα σε εξωφρενικά σενάρια με ανταγωνιστικά προϊόντα και εξαθλιωμένους εργάτες, ελάχιστους πλούσιους να απολαμβάνουν το Macallan Fine and Rare 1926 ουίσκι τους κι έναν μεσογειακό ήλιο που δεν μπορεί πια να παραπέμψει στον Καμύ. Εφιάλτης; Προφανώς. Γι’ αυτό και αρπάζομαι από τον Γερμανό φιλόσοφο Γιούργκεν Χάμπερμας που λέει με όση δύναμη έχει πια η φωνή του: «Σώστε την αξιοπρέπεια της Δημοκρατίας».

Λέει ο Χάμπερμας: Στα φιλελεύθερα κράτη, πάντοτε υπήρξε ένταση ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις επιβιώνουν μόνον αν καταφέρουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Δηλαδή να ισορροπήσουν οι προσδοκίες κέρδους των επενδυτών με τις προσδοκίες των ψηφοφόρων που θέλουν να βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο και την κοινωνική ασφάλιση να εξελίσσονται ομαλά. Σε εποχές κρίσης, αυτοί οι δρόμοι κλείνουν. Και οι πολιτικοί οφείλουν να πάρουν θέση. Με ποιους θα πάνε; Με τις αγορές ή με τον λαό; Κι ο Χάμπερμας καταλήγει: Πολιτικοί που φορτώνουν την τραπεζική κρίση στα υπερχρεωμένα κράτη και επιβάλλουν σε όλη την Ευρώπη προγράμματα λιτότητας αδιαφορώντας για τις απώλειες βλέπουν μόνο τη μία πλευρά… Ναι, γιατί ούτως ή άλλως, εμείς βλέπουμε την άλλη κι αυτήν θα συνεχίσουμε να βλέπουμε ακόμη κι όταν γνωρίζουμε για την άτακτη ορμή του τυχαίου.

Ο χορός στη σύγχρονη ελληνική τραγωδία

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/11/2011_461490

Πρόσωπα Της Pιτσας Mασουρα

Κανονικά, κατά τη διάρκεια μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο χορός, που δεν μπορεί να αναμειχθεί στη δράση, αρκείται να σχολιάζει τα δρώμενα, επιχειρώντας να συμβάλει με τη στάση του σ’ έναν γενικότερο στοχασμό γύρω από τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ο χορός φέρνει στην επιφάνεια τα προβλήματα, εκφράζει παραινέσεις, αναρωτιέται και κρίνει. Αναδεικνύει το ανησυχητικό, αναζητεί ενόχους, απεύχεται την καταστροφή. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία –όπως μας λέει η Ζακλίν ντε Ρομιγί – ο χορός είναι ο μόνος που γνωρίζει τα πάντα και ο μόνος που μπορεί να δώσει συγκεκριμένη ενότητα στην εξέλιξη των σκηνών. Πολλές φορές τον βλέπουμε να προβλέπει, να γίνεται μάντης κακών κι όταν στο τέλος της τραγωδίας επαληθεύεται, συρρικνώνεται και αίρει το αβάσταχτο βάρος των προβλέψεών του.

Διερωτώμαι, τελικά, αν ο ελληνικός λαός είναι ο χορός της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας. Αν έχουμε γύρω μας έναν σύγχρονο Aγαμέμνονα, μια Κλυταιμνήστρα, έναν Ορέστη. Ολοι, μοιραία πρόσωπα επί σκηνής και πίσω, στον ρυθμό θλιμμένων ήχων να λικνίζεται ο χορός, που βλέπει το κακό, αλλά αδυνατεί να το αποτρέψει. Αυτοματοποιημένοι οι βηματισμοί του. Η αλλαγή θέλει πρόβες και χρόνο που δεν περισσεύει αυτήν τη στιγμή. Οι Ελληνες, λαός παρορμητικός και ευμετάβολος, κάποια στιγμή επιλέξαμε την ατομική ευμάρεια και την ατομική ελευθερία. Μας τη χρωστούσε η Ιστορία λέγαμε, χωρίς να περνάει καν από το μυαλό μας ότι κανείς δεν μας χρωστούσε τίποτα, ούτε καν η Ιστορία. Αλλά πατούσαμε με τόση ευκολία πάνω στο ανδρεϊκό σύνθημα «Ο λαός στην εξουσία» και στις λαϊκιστικές κορώνες τής μετέπειτα πολιτικής ελίτ, ώστε δεν δώσαμε την παραμικρή σημασία στο κρώξιμο της καρακάξας. Στα μάτια μας, η παρουσία της ήταν μια ακόμη νομοτέλεια της φύσης.

Σήμερα, έχοντας αφήσει πίσω τη δεκαετία της σαχλαμάρας, όπως πολλοί αποκάλεσαν τη δεκαετία 2000-2010 με έμβλημα τους φρικαλέους Big Brothers και τα εμετικά talent shows, ο χορός δεν έχει βρει τον τρόπο να ξεπεράσει τον εαυτό του, αν και θα ’πρεπε. Γι’ αυτό με δυσκολία αποδέχεται αυτό που προχθές μου έγραψε η φίλη και συνάδελφος Κατερίνα Σώκου: «Οσοι τα χρόνια της ευμάρειας επεσήμαιναν τα ρήγματα στο σκάφος της ελληνικής οικονομίας, όσοι αργότερα ματαίως ζητούσαν δικαιοσύνη και λογική στην κατανομή των βαρών του Μνημονίου, όσοι αναζητούσαν την ηθική σκοπιά των γεγονότων (κι ας λέει ο Νίτσε ότι η ηθική είναι το εφεύρημα του ανθρώπου για να παραμένει ανήθικος) βρίσκονταν και βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ετερόκλητη μειοψηφία. Αυτήν που αρνείται να αντιληφθεί την πραγματική εικόνα της οικονομίας και τις επιλογές που οφείλουμε να κάνουμε ως λαός πια – συλλογικά και συντεταγμένα». Ομως, τα χρόνια της ευμάρειας τελείωσαν, όπως τελειώνει και η τεράστια οικονομική ανάπτυξη της Δύσης (η Ελλάδα δεν ειναι αποκομμένη από αυτό). Μαζί τους σβήνει και η σαγήνη του 20ού αιώνα. Προφανώς με κάτι άλλο θα αντικατασταθεί, αλλά έως τότε, ο χορός της Ελλάδας θα χρειαστεί να επιστρέψει στα θρανία.

Ενδιαμέσως η πατρίδα ενδέχεται να εγκλωβιστεί στα γρανάζια ενός απευκταίου πληθωρισμού, σαν αυτόν που έζησε το Βερολίνο στις αρχές του 20ού αιώνα και που περιγράφει πολύ παραστατικά ο Γερμανός συγγραφέας Hans Ostwald, στο βιβλίο του «Berlin und die Berlinerin»: «Οταν ξαναφέρνει κανείς τα χρόνια του πληθωρισμού στο νου, βλέπει μπροστά του την αλλόκοτη εικόνα ενός καρναβαλιού: λεηλασίες και ταραχές, διαδηλώσεις και συγκρούσεις, μαύρη αγορά και λαθρεμπόριο, τρομακτική πείνα και λουκούλλεια τσιμπούσια, ξαφνικές πτωχεύσεις και αλματώδεις πλουτισμοί, ξέφρενοι χοροί, φρικιαστική παιδική εξαθλίωση, αετονύχηδες του χρηματιστηρίου, αποθησαυρωτές αξιών, άνθηση του αποκρυφισμού, πυρετός χαρτοπαιξίας, δίκες κερδοσκόπων». Αγρια μάχη των εντυπώσεων! Οι Ελληνες οφείλουμε να παρακάμψουμε αυτόν τον ξέφρενο, βλαπτικό πληθωρισμό. Ο Αισχύλος ήθελε να κτίσει έναν κόσμο όπου τα σφάλματα και οι πράξεις βίας θα καταδικάζονται και θα αποφεύγονται. Τουλάχιστον, ας σκεφτούμε αυτό πριν επιστρέψουμε στη ρυθμική και σωματική αγωγή του τραγικού λόγου, στην έκφραση του χορού, στη ρίζα της συλλογικής εμπειρίας.

Περί ανένδοτου αγώνα. Ας έχουμε μια ιδέα για τυπικούς λόγους.

Τη διετία 1950-1952 , ο Γεώργιος Παπανδρέου ( παππούς του σημερινού πρωθυπουργού ) διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Διαφώνησε με τον Πλαστήρα και τη συμφιλιωτική πολιτική του (απόλυση εξορίστων κ.λπ.), θεωρώντας ότι εξέτρεφε τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Παπάγο, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό του Παπάγου, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1952 ο Παπανδρέου παρέμεινε στην αντιπολίτευση λόγω των σφοδρών ενδοπαραταξιακών συγκρούσεων κυρίως με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ενώ η συντηρητική παράταξη αύξανε την απήχησή της.

Το 1961 αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα «Ένωση Κέντρου«, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».( Απόσπασμα από τη Βικιπαιδεια)

O Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πολιτικός με ισχυρότατες αντιπάθειες τόσο στη Δεξιά όσο και στην Aριστερά, η οποία τον κατηγορούσε ως καιροσκόπο, ενώ η πληθώρα κομματιδίων του Kέντρου, με πάμπολλους αρχηγούς και αρχηγίσκους, δεν του άφηνε περιθώρια ευρείας επιρροής κατά τη δεκαετία του ’50. H ίδρυση όμως της Eνωσης Kέντρου και τα συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας του ’60, σε συνάρτηση φυσικά με τη στάση του, του χάρισαν εξέχουσα θέση στην Iστορία.

Tο πρώτο, καθοριστικό βήμα προς τον κολοφώνα της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε η άρνησή του να αναγνωρίσει τα αποτελέσματα των εκλογών της 29ης Oκτωβρίου 1961 και η κήρυξη του «ανένδοτου αγώνα» για την ανατροπή της Δεξιάς. «Eξ ονόματος της Eνώσεως Kέντρου καταγγέλλω ενώπιον του ελληνικού λαού και ενώπιον του ανωτάτου άρχοντος τα εκλογικά αποτελέσματα ως προϊόν βίας και νοθείας», διακηρύσσει, στις 31 Oκτωβρίου. «H κοινοβουλευτική ομάς της Eνώσεως Kέντρου διακηρύσσει ότι δεν αναγνωρίζει την EPE ως νόμιμον κυβέρνησιν της χώρας και υπόσχεται εις τον ελληνικόν λαόν ότι… θα αποδυθεί εις ανένδοτον αγώνα προς υπεράσπισιν και αποκατάστασιν της δημοκρατίας», αναγγέλλεται στον ελληνικό λαό στις 14 Nοεμβρίου του ίδιου έτους.

O «ανένδοτος αγών» γίνεται σύνθημα που βρίσκει απήχηση στον ελληνικό λαό. Yπαγορεύει μια σκληρή αντιπολιτευτική τακτική, η οποία συσπειρώνει και προσδίδει πολιτική ταυτότητα στις μάζες πολιτών που ακολουθούν την Eνωση Kέντρου, ενώ εξασφαλίζει και τη συμπαράταξη, σε μεγάλο βαθμό, των οπαδών της Aριστεράς.

H δολοφονία του βουλευτή της EΔA Γρηγόρη Λαμπράκη, στις 22 Mαΐου του 1963, οδηγεί τον «ανένδοτο» της Eνωσης Kέντρου σε ολομέτωπη πολιτική σύγκρουση με την κυβέρνηση της EPE. Σηματοδοτεί ουσιαστικά την τελική εφόρμηση του Γ. Παπανδρέου προς την κατάκτηση της εξουσίας.( Απόσπασμα από τις Επτά Ημέρες της Καθημερινής και το αφιέρωμά της στην οικογένεια Παπανδρέου)

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_16/10/2005_1284663

`Αμεση η ανάγκη

  Υπάρχει μια άμεση, μεγαλη αναγκη κάποιος από το πολιτικό προσωπικό της χώρας να βγει και να μιλησει στον κόσμο. Οχι με στοιχεία ωραιοποιησης του λογου, όχι με το σημαιακι του να ανεμιζει μαζί με την έωλη επιχειρηματολογία του, αλλα με θαρρος και σθενος μοναδικό να ξεκαθαρίσει τί γίνεται γύρω μας ΣΗΜΕΡΑ , πού βαδιζουμε κι αν θα υπαρξει στοιχειωδως ελπιδα για το αυριο. Οι οπλαρχηγοί ας αφησουν στην άκρη τις μούτζες και τις παρελασεις. Καιρός για την αληθεια όλων μας κι όχι του καθενός. Το Δημοψηφισμα, οσο κι αν θεωρειται υψιστο δημοκρατικα δεν συναδει με το σημερινο αναρχα διαμορφωμενο κλιμα και θα επισυρει περισσοτερα δεινα απο εκεινα που υποτιθεται οτι θα θελησει να θεραπευσει.Οι λαοι στα δημοψηφισματα ψηφιζουν πολλες φορες με γνωμονα το βαθμο δυσαρεσκειας προς τις κυβερνησεις. Λαμπρο παραδειγμα Γαλλια και Ολλανδια το 2005. Δυο δημοψηφισματα που ουσιαστικα σηματοδοτησαν τη χαλαρωση της ευρωπαικης πορειας και τη χαλάρωση των ευρωπαικων δεσμων