Petit Papa Noel

Ευχές σε όλους τους φίλους των μπλογκ.

Advertisements

George Chinnery , ο καταχρεωμένος ζωγράφος


Προσωπα
  http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_11/12/2011_465533

Της Pιτσας Mασουρα

Πάντα ο άνθρωπος αναζητούσε τρόπους διαφυγής από την πραγματικότητα. Του ήταν δυσνόητη, καταπιεστική, κανονιστική, αλλά και βάρβαρη. Ακόμη κι όταν κατέφευγε στη λογική για να την ερμηνεύσει, δυσανασχετούσε αφόρητα. Ηταν τόσο έντονη η αντίθεση ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει, ώστε σαν βαρυποινίτης σκάλιζε τους τοίχους του κελιού του, ελπίζοντας στο φως. Γι’ αυτό και κατέφευγε στην Τέχνη. Οχι μόνον ως διαφυγή, αλλά και ως επουλωτική γάζα που μπορούσε να την απλώσει στην πληγή για να τη γειάνει. Σήμερα, σε καιρούς κυριαρχίας των αγορών και καιρούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, ο άνθρωπος αγκαλιάζει εκ νέου την Τέχνη. Ακόμη κι αυτός που αδιαφορούσε, που του φάνταζε πολυτέλεια, χάσιμο χρόνου, ιστορία για ευαισθητοποιημένους ή κοσμικούς ανθρώπους, ακόμη κι αυτός αναζητεί το απάγκιο μιας έκθεσης ζωγραφικής, πηγαίνει σε μουσεία, επιλέγει θεατρικές παραστάσεις, συμμετέχει σε ξεναγήσεις, παρακολουθεί μουσικά δρώμενα, παρότι τα πάντα υπερβαίνουν τις δυνάμεις του.

Ο Φράνσις Μπέικον, ο ζωγράφος που χειρίστηκε με μοναδικό τρόπο τον θυμωμένο άνθρωπο και που εξ αντιδιαστολής τον τοποθετούσε σε φωτεινά δωμάτια έλεγε ότι η τέχνη είναι ένα είδος παιχνιδιού με το οποίο ξεχνιέσαι. Ισως γι’ αυτό και πίστευε ότι από μόνο του το γεγονός αυξάνει την υπευθυνότητα του καλλιτέχνη, ο οποίος δεν αρκείται πια στο ταλέντο του, αλλά γίνεται μέρος του παιχνιδιού και εμβαθύνει κατά το δυνατόν περισσότερο σε κάθε καλλιτεχνική του πρόταση. Την άποψη του Φράνσις Μπέικον είχε εκφράσει πολύ νωρίτερα ένας άλλος, προγενέστερός του Αγγλος ζωγράφος, ο George Chinnery (1774-1852). Ο Chinnery όμως, περιέργως, γίνεται επίκαιρος σήμερα, όχι μόνο για τον τρόπο που ζωγράφιζε ή έβλεπε την Τέχνη, όσο για το ότι μονίμως κυνηγημένος από τους πιστωτές του έφευγε από τον τόπο διαμονής του, αναζητώντας αλλού την ελευθερία. Ετσι, από την Αγγλία, τον βρίσκουμε να ζωγραφίζει στην Ινδία πρώτα και μετά στην Καντόνα και το Μακάο, συνήθως εντός των ορίων τής τότε βρετανικής αυτοκρατορίας. Αυτές τις μέρες και μέχρι τις 21 Ιανουαρίου του 2012, εκατό έργα του ζωγράφου εκτίθενται στο Σπίτι της Ασίας, στο Λονδίνο.

Δεν είναι λίγοι οι Ευρωπαίοι ζωγράφοι που παθιάστηκαν με την Ανατολή. Ενδεχομένως το ’χουμε διαβάσει στο βιβλίο του Μάριο Βάργκας Λιόσα «Ο παράδεισος στην άλλη γωνία», όπου το κυρίαρχο μοτίβο είναι ένας ονειρικός κόσμος έξω από συμβάσεις και μακριά από τον συντηρητισμό της Ευρώπης. Στο τέλος όμως κάποιοι επέστρεφαν στη γενέθλια γη για να συνεχίσουν τις δημιουργίες τους. O Chinnery, άτομο πληθωρικό, αστείο και απρόβλεπτο, δεν επέστρεψε και έγινε από μόνο του εξωτική δημιουργία στην Καλκούτα, στην Καντόνα και στο Μακάο. Για πολλούς Βρετανούς εκείνης της εποχής, η ύπαρξη της βρετανικής αυτοκρατορίας ήταν τρόπος διαφυγής από τη φτώχεια, την οικογένεια και τους πιστωτές. Αυτή είναι η περίπτωση του George Chinnery  Οπως σημειώνει ο δημοσιογράφος Andrian Hamilton στον Independent, όταν ο ζωγράφος σάλπαρε για την Ινδία, το 1802, άφησε πίσω του σύζυγο, παιδιά και ένα τεράστιο χρέος. Ωστόσο, στην Ινδία δεν άλλαξε τις συνήθειές του. Κι ύστερα από δύο δεκαετίες, κυνηγημένος από τους εκεί πιστωτές του μετακινήθηκε στην Κίνα, το 1825, όπου και έζησε ώς το τέλος της ζωής του, το 1852.

Στην Ινδία σύχναζε στην αυλή Βρετανών αξιωματούχων, τρώγοντας και πίνοντας δωρεάν. Φαίνεται όμως ότι ζωγραφίζοντας τα παιδιά ενός εξ αυτών, του συνταγματάρχη Τζέιμς Κιρκπάτρικ «The Kirkpatrick Children» ξεπέρασε τα όριά του, αγγίζοντας τη διασημότητα. Ο συγκεκριμένος πίνακας -διαβάζουμε στον Independent- εκπέμπει τη μελαγχολία δύο μικρών παιδιών που επρόκειτο να αναχωρήσουν για την Αγγλία, προκειμένου να βαπτιστούν και να αποκτήσουν χριστιανικά ονόματα και βεβαίως δεν θα έβλεπαν ποτέ ξανά τους γονείς τους. Ο Chinnery αποτυπώνει τη ζωή στον τόπο όπου κατοικεί. Προσκολλάται στον καθημερινό άνθρωπο. Αποτυπώνει παντού τον αχθοφόρο, τον ψαρά, τον τζογαδόρο στη μέση της αγοράς, τον εμποράκο, τον καλλιεργητή ρυζιού, όλους εκείνους που πολύ θα ήθελε να προστατέψει από τα αφεντικά και τους πιστωτές τους… Η Τέχνη, λοιπόν, απλή όπως το νερό που κυλάει στο ποτάμι, όπως οι γυναίκες που πλένουν στις όχθες του τα λιγοστά τους ρούχα, αλλά συνάμα δυσνόητη, όταν επιχειρεί να ερμηνεύσει την ίδια τη ζωή.

Δείτε ένα βίντεο στον Γκάρντιαν.

<object width=»460″ height=»370″>
<param name=»movie» value=»http://www.guardian.co.uk/video/embed»></param>
<param name=»allowFullScreen» value=»true»></param>
<param name=»allowscriptaccess» value=»always»></param>
<param name=»flashvars» value=»endpoint=http://www.guardian.co.uk/world/video/2011/dec/05/italy-mario-monti/json»></param>
http://www.guardian.co.uk/video/embed
</object>

Το χρώμα του χρήματος- γκρί

Προσωπα ( Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 4/12/2011)

Της Pιτσας Mασουρα

Παρακολουθώ την πορεία των αριθμών. Πίσω από τα διαγράμματα και τις χρηματιστηριακές διακυμάνσεις διακρίνω την ασύλληπτη δύναμή τους. Βλέπω τις επιθέσεις των αγορών εναντίον ευρωπαϊκών κρατών. Συνειδητοποιώ το αδιέξοδο των κυβερνώντων απέναντί τους. Συσκέπτονται αγωνιούντες. Προβαίνουν σε δηλώσεις, τις περισσότερες φορές αντιφατικές. Βιάζονται. Θέλουν να προλάβουν το εύρος της επίθεσης. Υποχωρούν, ταμπουρώνονται, αντεπιτίθενται. Διαπράττουν σφάλματα. Διακατέχονται από άγνοια, αλλά και πείσμα. Στιγμιαία σκέφτονται ότι οι αγορές θα διαλύσουν την Ευρώπη. Το στιγμιαίο όμως δεν γίνεται διαρκές. Δεν ξεπερνούν τον εαυτό τους, την παλαιομοδίτικη πολιτική τους. Πιστεύουν ότι οι αγορές, οι αριθμοί και το χρήμα, σύντομα θα ισορροπήσουν και η Ευρώπη θα πατήσει ξανά στα πόδια της.

Ενδιαμέσως, σχεδόν καμουφλαρισμένος, ο Ευρωπαίος άνθρωπος. Αυτός που στο μάθημα της Ιστορίας διδάχτηκε για τους μεγάλους παγκόσμιους πολέμους, για τους Ευρωπαίους προγόνους του, για τις σφαίρες του Πρίντσιπ το 1914, για τα εκατομμύρια των νεκρών, για την «ανάπηρη» δημοκρατία της Βαϊμάρης, τον Χίτλερ, την τραγωδία του Νταχάου, την ελληνική κατοχή και τον εμφύλιο. Αυτός που σήμερα ζει σε συνθήκες σχετικής ευημερίας, διαβάζει για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ακούει για τις φούσκες που το συνοδεύουν, αλλά προκειμένου να διασωθεί, είναι έτοιμος να παραχωρήσει αμαχητί τμήματα από τον ατομικό ζωτικό του χώρο. Γι’ αυτό και καμουφλάρεται. Θεωρεί βλακώδες και απεχθές να παλέψει. Το αίμα στην κινηματογραφική οθόνη του είναι αρκετό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ηγέτες του. Κατάκοποι οι τελευταίοι από την πλημμυρίδα των επιταγών των αγορών και του χρήματος. Αλλά, για φανταστείτε προς στιγμήν έναν κόσμο δίχως χρήμα! Για τον Μαρξ και τον Ενγκελς , το χρήμα ήταν απλώς ένα εργαλείο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, το οποίο αντικατέστησε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και τις ενδοοικογενειακές. Πολύ πιο πρόσφατα, στη δεκαετία του ’70, Ευρωπαίοι κομμουνιστές ονειρεύονταν έναν κόσμο δίχως χρήμα.

Η Socialist Standard έγραφε: «το χρήμα θα εξαφανιστεί. Ο χρυσός μπορεί να αποθησαυριστεί, σύμφωνα με την επιθυμία του Λένιν για την κατασκευή δημόσιων αποχωρητηρίων… Στις κομμουνιστικές κοινωνίες τα αγαθά θα διατίθενται ελεύθερα και δωρεάν. Η οργάνωση της κοινωνίας θα γίνεται δίχως χρήματα. Οι καινούργιοι άνθρωποι θα μοιάζουν με τους κυνηγούς και τους τροφοσυλλέκτες προγόνους τους. Τότε επαφίονταν στη φύση που τους εφοδίαζε ελεύθερα και συχνά άφθονα με ό,τι χρειάζονταν για να ζήσουν και οι οποίοι δεν είχαν καμιά ανησυχία για το αύριο» (Από το εξαιρετικό βιβλίο του καθηγητή στο Χάρβαρντ Niall Ferguson – «Η εξέλιξη του χρήματος», εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Το χρήμα, λοιπόν, ως κινητήρια δύναμη δημιουργίας αλλά και καταστροφής. Εργαλείο ζωής και εργαλείο θανάτου. Στοιχείο αναφοράς για τον διεφθαρμένο άνθρωπο, αλλά και για τον δουλευταρά που η τύχη είναι με το μέρος του. Για τους στρατηγούς είναι το μέσον διεξαγωγής του πολέμου. Για τους επαναστάτες, τα δεσμά της εργασίας. Για τις αγορές, αυτοσκοπός.

Οι αγορές όμως δημιουργούν φούσκες. Εντονη δε είναι η αίσθηση ότι απέχουμε ελάχιστα από την εποχή των νομισματικών πειραμάτων του θεωρητικού μονεταριστή Τζον Λο, στον 16ο αιώνα, γνωστού για τη «Φούσκα του Μισσισιπή». Εκτοτε υπήρξαν οικονομολόγοι που θεωρούσαν ότι η σταθερότητα της οικονομίας δεν πρέπει να εξαρτάται από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα, αλλά από την παραγωγή υλικού πλούτου. Σήμερα, αν και διαφορετικές οι παγκόσμιες συνθήκες, βρισκόμαστε ξανά στο ίδιο σημείο εκκίνησης και μεταξύ άλλων, ζούμε παράλληλες ζωές με αυτές των ομολόγων. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η αναλογία πληθυσμού που διαβιώνει από το εισόδημα ομολόγων αυξάνεται παράλληλα με το ποσοστό των συνταξιούχων. Μεγάλες οι επισφάλειες, λοιπόν, και ο ακριβός δανεισμός των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ας ελπίσουμε πως η σημερινή χρηματοπιστωτική λαίλαπα δεν θα σημάνει την αρχή πισωγυρίσματος της Ευρώπης, ούτε την απαρχή νέας περιόδου αλληλοσπαραγμών. Ας μην επαληθευτεί ο Χομπς και ο Λεβιάθαν του. Θα ήταν τραγικά άδικο να δεχτούμε πως τελικά στη φύση κυριαρχεί πάντα ο πόλεμος και ότι η ειρήνη είναι απλώς ένα μεσοδιάστημα προετοιμασίας για έναν αγριότερο πόλεμο.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: