Δημοσθένης – Ισοκράτης – Παλαμάς.

Πρόσωπα (Δημοσιεύεται στην Καθημερινή της Κυριακής 27.5.2012)

ImageΤης Pιτσας Mασουρα

Πολλές φορές είναι δίπλα μας. Φτάνει να απλώσουμε το χέρι. Κι ύστερα να φυλλομετρήσουμε το βιβλίο. Τόσο απλά. Μέχρι εκεί που οι αντοχές μας επιτρέπουν. Ωσπου ο νους να προδοθεί από την κόπωση. Τα βιβλία δεν είναι αναγκαστικά μικρές ή μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες, οδυσσειακές περιπέτειες, θελκτικά ησυχαστήρια ή διηγηματικοί ροδότοποι. Δεν είναι ο Αγαπήνωρ και ο ηδονικός Ελπήνωρ της μυθολογίας. Δεν είναι διάχυτος, ατίθασος έρωτας, καρυοθραύστης, ρεμβώδης πρωταγωνιστής, ένα ανθρώπινο δράμα, λυγμός πριν κοιμηθούμε. Τα βιβλία μπορεί να είναι δοκίμια, πραγματείες, ρυμουλκά που με μαγικό τρόπο μάς οδηγούν έξω από το κλουβί των ηλιθίων.

Image

Φυλλομετρώντας προχθές στάθηκα για λίγο στο βιβλίο των εκδόσεων Ροές: «Δημοσθένης – Ισοκράτης: Η παρακμή του Δήμου» (επιλογή, επιμέλεια Αλ. Βέλιος). Γιατί; Απλή η απάντηση: αίφνης συναντιέμαι ξανά με το παρελθόν που περιγράφει με σαφήνεια το παρόν, βοηθώντας με να διακτινιστώ στο μέλλον, όχι ως μονάδα, αλλά ως μέλος ενός σπουδαίου λαού που παρά τα προτερήματά του παραμένει απελπιστικά ευμετάβολος και ευάλωτος. Λαός εν κινδύνω! Στο βιβλίο, ο Δημοσθένης και ο Ισοκράτης κατακεραυνώνουν μια χώρα, όπου το πολιτικό προσωπικό ερίζει για τη νομή του δημόσιου χρήματος. Οπου το εθνικό συμφέρον γίνεται προπέτασμα στυγνών φιλοδοξιών, τα ωραία λόγια συγκαλύπτουν την ανυπαρξία πεποιθήσεων, μια κατακερματισμένη και αμήχανη κοινωνία αναζητεί εξιλαστήρια θύματα ή προφάσεις, επιστρατεύει μύθους και στερεότυπα. «Διότι και τριήρεις και στρατό και χρήματα και εφόδια διαθέτουμε και με το παραπάνω. Ολα αυτά, όμως, έχουν καταστεί άχρηστα, ατελέσφορα, ανώφελα στα χέρια εκείνων που τα εμπορεύονται», λέει ο Δημοσθένης στο Κατά Αθηναίων.

Και ο Ισοκράτης στην «Πολιτεία και Ηγεσία»: «Για τα νοσήματα του σώματος έχουν βρεθεί πολλές θεραπείες από τους γιατρούς, για τις ψυχές όμως που ’ναι γεμάτες άγνοια και πονηρές επιθυμίες δεν υπάρχει άλλο φάρμακο από τον λόγο που τολμά να επιπλήττει όσους σφάλλουν. Οι ηγέτες εκείνοι που ανταποκρίνονται στα όσα πρέπει να πράξουν, οφείλουν να αγαπούν ταυτόχρονα τους πολίτες και την πόλη τους. Γιατί ούτε ίππους, ούτε σκύλους, ούτε ανθρώπους εξουσιάζει κανείς καλά, αν δεν χαίρεται γι’ αυτά που πρέπει να φροντίζει. Να μεριμνούν για τον λαό και να θεωρούν πρωταρχικό να είναι ευχαριστημένος από τη διακυβέρνησή τους – αφού από τα ολιγαρχικά και απ’ όλα τα άλλα καθεστώτα, τα μακροβιότερα είναι όσα υπηρετούν καλύτερα τον λαό».

Λες κι αυτές οι σκέψεις ανήκουν σε έναν σύγχρονο Ελληνα με καθαρό μυαλό. Γι’ αυτόν προέχει το συλλογικό συμφέρον. Διακρίνει τους δημαγωγούς. Το ψεύδος από τη μισή αλήθεια. Διαισθάνεται πως πίσω από τις επιπόλαιες ή τις δήθεν σοβαρές πολιτικές δηλώσεις, το δίχως έλεος έρεβος πλησιάζει. Αντιφατικός ο σύγχρονος πολιτικός λόγος απέναντι σε μια κατακερματισμένη, θυμωμένη και εξαγριωμένη κοινωνία. Ελάχιστα τής εξηγούν. Τη θέλουν εγκλωβισμένη στην απόλυτη σύγχυση, ακριβώς όπως θα είναι η ζωή στο έρεβος που κινείται κατά πάνω της σαν το παγόβουνο που συνέθλιψε τον Τιτανικό, τη στιγμή που οι ολιγαρχίες διασκέδαζαν στους πάνω ορόφους και ο λαός παρέμενε εγκλωβισμένος χαμηλά. Οχι, ο καθένας από εμάς οφείλει να βγει από το κλουβί των ηλιθίων, διαβάζοντας, μελετώντας την ιστορία και κτίζοντας πρώτα μέσα του την ελπίδα, κι ύστερα εξωτερικεύοντάς την.Image

Πολλοί έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο φυσικός μας χώρος είναι η Ευρώπη, το οχυρό μας. Ακόμη και με τη σημερινή σκληροπυρηνική της μορφή. Αξίζει να δώσουμε τη μάχη της παραμονής μας σ’ έναν χώρο που, όπως υποστηρίζει ο ιστορικός Niall Ferguson, δεν έχει άλλο δρόμο από το να προσχωρήσει στον φεντεραλισμό, υιοθετώντας παράλληλα ένα δίκαιο δημοσιονομικό σύστημα. Παρουσιάζοντας τη διαμάχη Αθήνας – Βερολίνου με τη γνωστή έκφραση «chicken game», ο Niall Ferguson εκτιμά ότι στο παρά πέντε οι δύο πλευρές θα βάλουν νερό στο κρασί τους, οι Ελληνες επειδή θα δουν ότι το κόστος εξόδου θα αποβεί καταστροφικό και οι Γερμανοί επειδή θα αντιληφθούν ότι η τραπεζική κρίση θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση και την ίδια τη Γερμανία.

Ανάμεσά τους τοποθετώ εν είδει ιεροσυλίας έναν Κωστή Παλαμά: «Πότε θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι / πότε θα έρθουνε καινούργιοι άνθρωποι / να συνοδεύσουν την βλακεία / στην τελευταία της κατοικία!»

Image

Advertisements

Η σαγήνη του έρωτα!

Image

Της Pιτσας Mασουρα

Και όμως, όλοι έχουμε αγωνία για το πού θα οδηγήσει σήμερα η προσωπική επιλογή μας. Η ψήφος μας. Ισως κάποιοι αισθάνονται μεγαλύτερη ένταση, άλλοι λιγότερη. Πολλά εξαρτώνται από τον θυμό, τον φόβο, τα συμφέροντα, αλλά και τις ισορροπίες που προσδοκά καθείς για τον εαυτό του. Μη φανταστείτε ότι έχουμε φτάσει σε ένα υποτυπώδες σημείο συλλογικής δράσης. Σε άλλες εποχές, πολύ πιο δύσκολες, αντίστοιχες σε βαρύτητα και διακύβευμα εκλογές θα ‘πρεπε να ‘χουν κάτι από την Ηρωική του Μπετόβεν. Το πένθιμο εμβατήριο δεν είναι αφηρημένο πένθος, αλλά ηρωικό. Αμφιβάλλω, όμως, αν στο τέλος τούτης της σχεδόν βουβής ημέρας θα αισθανθούμε άνθρωποι ηρωικοί που αντέξαμε ώς εδώ και είμαστε αποφασισμένοι να αντέξουμε περισσότερο, ή θα συρθούμε σε πολιτική αβλεψία, από την οποία όλοι αύριο θα βγούμε ζημιωμένοι. Σε λίγες ώρες θα ξέρουμε.

Image

Περνώντας προχθές από το μικρό κατάφορτο από βιβλία καταφύγιο – βιβλιοπωλείο του Γ. Χρονά, άνοιξα την πόρτα και όρμησα εντός, θέλοντας να χαθώ ανάμεσα στα εκατοντάδες ταξινομημένα ή αταξινόμητα βιβλία. Σημάδι ότι οι αντοχές είχαν χαμηλώσει και το «αψέντι» ήταν εκεί ανάμεσα σε βιβλία του Λέοναρντ Κοέν , της Σαλομέ ή του Χριστιανόπουλου. Πέντε λεπτά νωρίτερα είχα διαπράξει ένα ακόμη μικρό ατόπημα. Και λέω ατόπημα, γιατί τελικά νιώθουμε ενοχές κάθε φορά που σκεπτόμαστε να ικανοποιήσουμε μικρές μας απολαύσεις. Εισέβαλα σε δισκάδικο της περιοχής, λίγο σκοτεινό, λίγο πασέ, με δίσκους βινυλίου, φανταστικά πικάπ, παλιά έπιπλα και αφίσες με διάσημα μουσικά συγκροτήματα. Οχι, δεν πήρα καρέκλα να καθίσω απέναντι από τον ιδιοκτήτη, ούτε αγόρασα κάτι, αλλά δεσμεύτηκα ότι με την πρώτη ευκαιρία -κρίση ξεκρίση- θα επιστρέψω εκεί και κάτι θα βρω για να τιθασεύσω αυτές τις μύχιες επιθυμίες. Οταν, επομένως, έφτασα στο στέκι του Χρονά, άπλωσα το χέρι και αδιακρίτως έριξα στη σακούλα βιβλία, σχεδόν χωρίς να κοιτάξω τους τίτλους. Το όφειλα στον εαυτό μου αυτό το αλήτικο παρορμητικό σάλτο, γιατί εξακολουθώ να πιστεύω πως μόνον έτσι καταλαγιάζει μέσα μου ο πόθος της ζωής, της διαρκώς φευγάτης επιβίωσης. Ο Χρονάς, προφανώς πιο συγκρατημένος, με άφησε να εκτονωθώ και, φεύγοντας, μου έκανε δώρο το βιβλίο της Λου Αντρέας Σαλομέ «Περί έρωτος» σε πρόλογο και μετάφραση Παρασκευής Σιδερά-Λύτρα, εκδόσεις Οδός Πανός.

Ξεφυλλίζοντάς το αργότερα, θυμήθηκα τον Σταντάλ, ο οποίος συνέθεσε ο ίδιος την επιτύμβια επιγραφή του, γράφοντας: «Εζησα, έγραψα, ερωτεύτηκα». Αν μιλούσα για τη Λου Αντρέας Σαλομέ, που σαγήνευσε τον Νίτσε, που λάτρεψε και λατρεύτηκε από τον Ρίλκε, θα το αντέστρεφα σχεδόν αυθαίρετα, λέγοντας ότι εκείνη ερωτεύτηκε, έγραψε, έζησε. Από το βιβλίο της «Περί έρωτος», επέλεξα μία μόνον παράγραφο, θεωρώντας την αντιπροσωπευτική όσων ζούμε και δεν ομολογούμε ο ένας στον άλλο. «Η ερωτική μας δύναμη παραδίδεται στον θάνατο χωρίς ελπίδα σωτηρίας, όταν δεν αποδεικνύεται γόνιμη για την εσωτερική ζωή. Οπου ο έρωτας θέλει να είναι κάτι περισσότερο από αισθησιακή ή ονειρώδης χρονοτριβή, πρέπει να συνεργάζεται με το μεγάλο βιοτικό μέλημα. Ο πλέον τέλειος έρωτας είναι εκείνος όπου, ναι, δύο άνθρωποι μπορούν να είναι τα πάντα μεταξύ τους: ερωτευμένοι, σύζυγοι, αδέλφια, φίλοι, γονείς, σύντροφοι, παιδιά που παίζουν, αυστηροί δικαστές, ελεήμονες άγγελοι…»

Image

Ο έρωτας, αυτό το αστέρι που ποτέ δεν αγγίζουμε, δημιουργεί αισιοδοξία. Ανάμεσά μας υπάρχουν πολλοί που ξεχνούν την καθοριστική αυτή παράμετρο και βλέπουν μόνον ό,τι καταρρέει και όχι εκείνο που μπορεί να αναδυθεί. H απαισιοδοξία είναι η αρρώστια του αιώνα, λέει ο Γάλλος διανοούμενος Luc Ferry στο βιβλίο του «Η Επανάσταση της Αγάπης» (εκδόσεις Πλέθρον). Οι μεγάλες διατριβές που ανακοινώνουν το τέλος των μεγάλων έργων, μιλάνε για την κρίση των αξιών, του καπιταλισμού, της οικολογίας, που περιγράφουν την απομάγευση του κόσμου, την εποχή του κενού, την ανυπαρξία του έρωτα… Ε, όχι, ας μείνουμε στο άλμα του ανθρώπου στον έρωτα, και ας ανατρέψουμε με τα ίδια μας τα χέρια τη φημολογούμενη αδράνεια του ατόμου, υπερβαίνοντας πρωτίστως τον εαυτό μας. Γιατί από αυτόν ξεκινάει ο κόσμος και πορεύεται…

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: