Μικρά μυστικά – η παραδοχή, το ξάφνιασμα, οι εκπλήξεις του καλοκαιριού.

Της Pιτσας Mασουρα

Τα καλοκαίρια έχουν το πλεονέκτημα της ξεγνοιασιάς και του έρωτα. Οι άνθρωποι αποκόπτονται από τα προβλήματα. Τους θέλγει η έξοδος από τη δουλειά, το σπίτι, την πόλη. Διαγράφουν τους κανόνες, τα πλαίσια, τον καθωσπρεπισμό των λέξεων, των συμπεριφορών. Ασπάζονται τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες, αυτές που κατακρίνουν καταμεσής του χειμώνα, και προτιμούν το τυχαίο. Οσοι παριστάνουν τους προγραμματισμένους, στο τέλος νιώθουν σαν να μην έφυγαν μια μέρα. Κερδισμένοι βγαίνουν αυτοί που σκαρφαλώνουν απρογραμμάτιστα στα πλοία, κινούνται από νησάκι σε νησίδα, παλεύουν με τα συσσωρευμένα θέλω τους κι εκεί στην αμμουδιά στο ηλιοβασίλεμα τα απελευθερώνουν. Ναι, για λίγο, όσο κρατάει το ηλιοβασίλεμα. Ακόμη και σήμερα που όλα κινούνται σαν να τα σκιάζει η φοβέρα, στον περιβάλλοντα χώρο υπερισχύει το φως, το ελληνικό φως, υπερισχύει το γαλάζιο, το γαλάζιο των ελληνικών θαλασσών, και ο φορτισμένος Eλληνας, αυτός που από Σεπτέμβρη και μετά θα περιέλθει στο «πέπρωται» των προγόνων, μπορεί να διεκδικήσει το μερίδιο που του αναλογεί στον έρωτα ή απλώς στην ανεμελιά.

Μιλώντας για τον έρωτα, ο Χρήστος Γιανναράς μάς θυμίζει ότι «όλοι διψάμε για ζωή και δεν τη διψάμε με σκέψεις και με νοήματα. Τη διψάμε με το κορμί και την ψυχή μας. Η ορμή της ζωής, σπαρμένη μέσα στη φύση μας, αρδεύει κάθε ελάχιστη πτυχή της ύπαρξής μας». Ναι, ακόμη και για τους αντιδραστικούς ή τους οπαδούς του Καντ, για τους πλέον άχρωμους και άοσμους φίλους, ο έρωτας -ακόμη και ο καλοκαιρινός, ο δίχως χειμώνα έρωτας- είναι αυτός που διώχνει από τα χείλη τη γεύση του θανάτου. Παρ’ όλα αυτά, κοινωνιολόγοι και φιλόσοφοι εξακολουθούν να αναλύουν τη συναισθηματική πραγματικότητα του ατόμου, της δίνουν συνέχεια και την ερμηνεύουν μέσα από διαδοχικές καταστάσεις με την εξής σειρά: έρωτας, γάμος, αγάπη, διαζύγιο, μοναξιά. Τελευταία, κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα δύο βιβλία Γάλλων διανοουμένων: «Η επανάσταση της αγάπης» του Luc Ferry (εκδ. Πλέθρον) και «Ο γάμος από έρωτα έχει αποτύχει;» του Πασκάλ Μπρικνέρ (εκδ. Πατάκη, μετ. Σώτη Τριανταφύλλου). Ο πρώτος αγκαλιάζει την αγάπη σε όλες τις μορφές της -αγάπη δηλαδή και προς τον πλησίον- ενώ ο Μπρικνέρ (φωτ.) ακροβατεί ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική, κλίνοντας περισσότερο προς την ανάγκη να προσφεύγουμε στη λογική. Με άλλα λόγια, η λογική που παραμερίστηκε από την ευαισθησία σπεύδει τώρα να τη συντρέξει.

Οι ερωτικές ιστορίες τελειώνουν γενικά άσχημα, λέει το τραγούδι του γαλλικού συγκροτήματος Rita Mitsouko. Το γεγονός ότι μια σχέση διαλύεται δεν ακυρώνει το μέγεθος και την ομορφιά της. Η ζωή των δύο δεν είναι μαραθώνιος στον οποίο πρέπει να αντέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερο. Η βραχύτητα δεν είναι έγκλημα, μερικές εφήμερες συναντήσεις είναι αριστουργήματα περιεκτικότητας, ενώ συμβιώσεις που διαρκούν μισό αιώνα είναι κόλαση πλήξης. Στην ταινία του σκηνοθέτη Κριστόφ Ονορέ (φωτ.) «Τα τραγούδια της αγάπης», ο Λουί Γκαρέλ λέει: «Αγάπα με λιγότερο, αλλά αγάπα με για περισσότερο καιρό». Η επιθυμία μας να γεράσουμε μαζί με κάποιον δεν είναι λιγότερο εύλογη από το να καούμε σε ένα παραλήρημα αισθήσεων. Μπορούμε να αποζητούμε την ελευθερία, τον ίλιγγο των μικρών διαλειμμάτων, μπορούμε να φοβόμαστε τη μοναξιά περισσότερο από την πλήξη. Ο δυτικός άνθρωπος έχει ένα λόγο παραπάνω να νιώθει μπερδεμένος γύρω από τον ερωτικό του κόσμο: επιδιώκει την ευδαιμονία και τον έρωτα, τα οποία όμως διαρκώς ξεφεύγουν από τον έλεγχό του.

Από τη δική του σκοπιά, ο Γάλλος φιλόσοφος Luc Ferry (φωτ.) αγγίζει κάτι που μας αναστατώνει διαρκώς, παρότι δεν τολμάμε να το ομολογήσουμε, παρά μόνο σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις: Είναι η αγάπη αυτή που δίνει νόημα στην ύπαρξή μας. Είναι η νέα ισχυρή δύναμη που φέρνει επανάσταση στις θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Ποιος θέλει, στην Ευρώπη τουλάχιστον, να πεθάνει για τον Θεό, την πατρίδα ή την επανάσταση; Σχεδόν κανείς. Ομως είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πάντα γι’ αυτούς που αγαπάμε. Πέραν του ανθρωπισμού του Διαφωτισμού, πέρα από τον Καντ και τον Νίτσε, γεννιέται μια νέα πνευματικότητα της ιεροποίησης του ανθρώπινου,

Advertisements

Το καλοκαίρι, η Σύρος, ο Κλιμτ και η δίψα μας για τέχνη

Πρόσωπα Της Ρίτσας Μασούρα (Το κείμενο δημοσιεύεται στην Καθημερινή της Κυριακής 22.7.2012)
Death and Life, Klimt

Τα καλοκαίρια έντονη είναι η αίσθηση της ασυδοσίας της σκέψης, του σώματος, ακόμη και της ίδιας της ψυχής. Ολα θεωρούνται προσβάσιμα και εφικτά. Το παιγνίδι του έρωτα που δεν γίνεται απαιτητικό, που διακόπτεται αιφνιδίως, δίχως ανταλλάγματα, ως ανάμνηση μόνο στο… μέλλον. Η θάλασσα, το πλατσούρισμα των ποδιών στο νερό, η ηδονιστική αίσθηση της κυριαρχίας. Ο νεαρός που παίζει άτσαλα ρακέτες, η πλαδαρή κυρία που απλώνει τα πάχη της παντού, σχεδόν συμφιλιωμένη μαζί τους. Το καΐκι που χάνεται στη δύση του ήλιου με τον καπετάνιο του όρθιο, στητό, αφεντικό του εαυτού του. Κι ύστερα τα καλοκαιρινά βράδια με ουζοκατάνυξη ή και μπυροκατάνυξη στην πλατεία, στη βεράντα, με καλλιτεχνική ανάπαυλα στην υπαίθρια έκθεση στο Θησείο, σε παράσταση του Ηρωδείου, ενδεχομένως, αλλά και σε κάποιο νησί. Μα τι σημασία έχει πού; Ο κόσμος, ένα καθολικό αγκάλιασμα. Ανταγωνισμός ωραιότητας. Παντού υπάρχει αιωρούμενος ο δεσμός του Ελληνα με το καλοκαίρι, με το νησί, τη θάλασσα, την ελευθερία. Ποιος θα υψώσει τώρα τείχη σ’ αυτό;

Την περασμένη εβδομάδα βρέθηκα πρώτα στην Αίγινα για να απολαύσω στο Λαογραφικό Μουσείο την έκθεση της φίλης μου Γεύσως Παπαδάκη και στη συνέχεια στη Σύρο. Κάτι σαν ετήσιο προσκύνημα έχει γίνει τελευταία η Σύρος. Με ελκύει ο αρχιτεκτονικός ελιτισμός της Ερμούπολης, το θέατρό της, η Ανω Σύρα, η Φραγκοσυριανή, η κλασική μουσική, η όπερα, φυσικά και η θάλασσα. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αιγαίου παρακολούθησα φέτος την όπερα Σαλώμη του Στράους (ο ερωτικός χαρακτήρας των επτά πέπλων) σε μια εξαιρετικά προσεγμένη παράσταση με ξένους πρωταγωνιστές. Η Σαλώμη επί σκηνής, λοιπόν. Το αυταρχικό και επιθετικό θηλυκό που ζητάει τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου. Η παράσταση καταχειροκροτείται από τον κόσμο. Και η υπόκλιση τελειώνει τη στιγμή που η εκπρόσωπος του Ιδρύματος Κυβέλη αφιερώνει στην πρωταγωνίστρια ένα ποίημα φορτισμένο με τις μνήμες και τους συμβολισμούς ενός μακρινού παρελθόντος.

Στην Ερμούπολη, στη βεράντα του Ινστιτούτου Κυβέλη, ο επισκέπτης μπορεί ώς το τέλος του καλοκαιριού να ακολουθήσει έναν οπτικομουσικό περίπατο σε Ανατολή και Δύση. Ενα πολιτιστικό – ιστορικό νήμα ανάμεσα στον συμβολιστή ζωγράφο Κλιμτ, με αφορμή τις εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, τον αναμορφωτή του ελληνικού θεάτρου και οπαδό του Συμβολισμού Κωνσταντίνο Χρηστομάνο (συνοδό επί τριετία της πριγκίπισσας Σίσσυ), τον Αυτοκράτορα της Βιέννης, Ιωσήφ (το 1888 βράβευσε με το Μετάλλιο του Τάγματος της Τιμής τον Κλιμτ, αλλά και τον Χρηστομάνο την εποχή που έζησε στη Βιέννη) και την ωραία Κυβέλη με τη μικρασιατική καταγωγή. Μετά τη Σαλώμη, λοιπόν, ο Γκούσταβ Κλιμτ. Το έργο του «Σαλώμη» συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαίων αλληγορικών έργων του ζωγράφου που σφράγισε με τη δουλειά του μία από τις ομορφότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, προκαλώντας τα πουριτανικά ήθη της εποχής και ενδεχομένως ανατρέποντάς τα. Ο Κλιμτ λάτρεψε τη γυναίκα, φτάνοντας στο σημείο να δηλώσει ότι ελάχιστα τον ενδιέφερε ο εαυτός του, όσο τον απασχολούσε η γυναίκα. Στο μοναδικό έργο που συμμετέχει και ο ίδιος είναι το «Φιλί», όπου συνυπάρχει με την ερωμένη του Εμιλι Φλέγκε, η οποία αδιαφορώντας για τις ερωτοδουλειές του, τον ακολούθησε ώς το τέλος. Ας συγκρατήσουμε, ωστόσο, ότι ο Κλιμτ υπήρξε μέλος του κινήματος της Βιέννης, «Απόσχιση» που σηματοδοτεί την απομάκρυνση από τον ακαδημαϊσμό του τέλους του 19ου αιώνα.

Σύγχρονος του Φρόιντ και του Μάλερ, ο Κλιμτ περιβάλλει τα πρόσωπα των γυναικών με μυστήριο. Είναι πότε σκοτεινά και πότε φωτεινά. Δείχνει να ακροβατεί ανάμεσα στο ακραίο και το φυσιολογικό, στο απεχθές και το ποθητό. Θυμίζει άγγελο, αλλά και δαίμονα. Εχει έντονη την αίσθηση του κινδύνου, αλλά και αυτήν της ελευθερίας. Αλληγορία παντού. Υπονοούμενα εξωφρενικά. Ενας συμβολισμός που δύσκολα συγκρατείται γιατί, όπως αφήνει παντού να εννοεί, σε κατακτά η ίδια η γυναίκα κι όχι το μήνυμα. Η δουλειά του ακολουθεί την πορεία της ηλικίας κι είναι φορές που θυμίζει την αδιάκοπη πάλη του παλιού με το καινούργιο, του γέροντα με τον νέο άνθρωπο… Τα καλοκαίρια, λοιπόν! Καλοκαίρια με ερωτισμό, τέχνη, ανεμελιά και έντονη διάθεση για ζωή. Κι είναι ειδικά τα ελληνικά καλοκαίρια τέτοια.

Ο μύθος και το εύθραυστο του ανθρώπου

ΠροσωπαΤης Pιτσας Mασουρα (Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής,1 Ιουλίου 2012)…………..Κατά βάθος αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της πατρίδας μας: ο άνθρωπος βυθισμένος στην ατομικότητά του. Περιβεβλημένος με την εσωτερική ισχύ του βαδίζει μόνος προς την υλιστική αυτοπραγμάτωση. Έχει καλές σπουδές στο ιστορικό του. Έχει συμμετάσχει σε διαγωνισμούς ρητορικής και μάλιστα με διακρίσεις. Φοράει προσεγμένα ρούχα. Τα βράδια προβάλλει το κοινωνικό πρόσωπό του και αλιεύει ομοϊδεάτες και μελλοντικούς συνεργάτες. Οραματίζεται το δικό του αύριο σε ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον με αξιοκρατία και δίχως ίχνος πανικού για το πώς θα πληρωθούν οι ατομικές του υποχρεώσεις και ενδεχομένως (αν τεθεί ένα τέτοιο θέμα) οι υποχρεώσεις των γονιών του. Μεγαλωμένος με μια μάλλον ατομιστική κοσμοθεωρία, αυτός ο άνθρωπος δύσκολα αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει σήμερα στην πατρίδα του, θεωρώντας ότι εκείνος μπορεί να κινείται προς τα εμπρός ως μονάδα.Αυτός είναι ο ένας τύπος του Έλληνα πολίτη, ο οποίος αν τυχόν αγνοεί βασικά κεφάλαια της Ιστορίας, μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Ο άλλος τύπος ζει μέσα από μύθους. Αρνητής της καθολικής πραγματικότητας εξίσου με τον πρώτο, επιλέγει να αράξει στον καφενέ, μετράει τα ευρώ του, ψιθυρίζει «μου βγαίνουν για σήμερα» κι ύστερα βυθίζεται στην παραμυθία που του επιτρέπει να νιώθει ασφαλής από μικρός, τότε που ο παππούς του έλεγε ότι «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά». Με λίγα λόγια, ό,τι κι αν λένε οι Βρυξέλλες ή η Μέρκελ, κάποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα κι εγώ ο εκλεκτός των θεών θα μεγαλουργήσω εκ νέου, είτε στους δρόμους είτε στα καφενεία είτε σε γραφείο του Δημοσίου. Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζόζεφ Κάμπελ , γνωστός για τις μελέτες του πάνω στη συγκριτική μυθολογία, θεωρεί ότι ο μύθος γύρω από την πατρίδα συμβάλλει στο να περιορίσει και να δεσμεύσει τους κατοίκους ενός τόπου σε μια αμοιβαία υποστήριξη, προσφέροντας εικόνες που αγγίζουν το θυμικό. Παράλληλα βοηθάει τους πολίτες να αναγνωρίσουν την ομαδικότητα, κρατώντας τους δέσμιους μέσα στην ομάδα.Ας θυμηθούμε τον μύθο που θέλει την Ελλάδα να παραμένει ο ομφαλός της Γης. Τι πιο μαγευτικό! Όμως ο φόβος ενός Αρμαγεδδώνα μας υποχρεώνει να σκεφτούμε κάτι πολύ πιο ρεαλιστικό: την ανάγκη απομάγευσης της Ελλάδας, την παραδοχή του προβλήματος και την υποχώρηση του ατομικού συμφέροντος πολιτικών και πολιτών έναντι του συλλογικού. Παλιότερα, μαθαίναμε πως μέσα στο κέλυφος του μύθου αγρυπνά μια ακατάλυτη αξία. Οι μύθοι μας δίδαξαν πώς να μυθοποιούμε τη δύναμη και τις αδυναμίες μας, τον πανικό και τις προσδοκίες μας. Κι ίσως αυτήν την ύστατη ώρα να αποκτά σπουδαίο συμβολισμό ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης (φωτ.). Ο Ορφέας, κατεβαίνοντας στον Αδη για να πάρει πίσω τη νεκρή Ευρυδίκη, δεσμεύτηκε ενώπιον των θεών ότι δεν θα γύριζε να κοιτάξει πίσω του. Ο Θρακιώτης τραγουδοποιός, όμως, κοινός θνητός με αδυναμίες, δεν τήρησε την υπόσχεσή του και λαχταρώντας να δει την αγαπημένη του, διέπραξε το μοιραίο λάθος. Αυτό ήταν. Παραβίασε τα συμπεφωνημένα. Η Ευρυδίκη χάθηκε κι εκείνος πέθανε μονάχος. Πολύ φοβάμαι πως η Ελλάδα είναι ο Ορφέας που ξέρει να παίζει όμορφα τη λύρα και νυχθημερόν ονειρεύεται να αναστήσει Ευρυδίκες. Υπάρχουν όμως οι κανόνες, υπάρχουν και οι δεσμεύσεις.

Προ εβδομάδος, οι οπαδοί της όπερας στο Σεντ Ετιέν της νότιας Γαλλίας παρακολούθησαν στο κατάμεστο θέατρο της πόλης την όπερα του Κριστόφ Βίλιμπαλντ φον Γκλουκ «Ορφέας και Ευρυδίκη», την οποία ο συνθέτης έγραψε το 1762. Στη σκηνή της Όπερας του Σεντ Ετιέν, με μοναδικό υλικό τα μετακινούμενα ταμπλό, όλα ήταν σπάταλα γκρι, σαν τον κόσμο της Κόλασης, σαν τον άσπονδο εχθρό της γαλήνιας μέρας. Μοναδική ανάσα στο γκρι, το τυρκουάζ φόρεμα της Ευρυδίκης. Παλιότερα, στην Επίδαυρο, το 2008, η διάσημη Πίνα Μπάους είχε καθηλώσει κάποιους άλλους θεατές, παρουσιάζοντας την ίδια όπερα του Γκλουκ μέσα από τέσσερις ενότητες: Πένθος, βία, ειρήνη, θάνατος. Στην καρδιά του μύθου, οι συστατικές καταστάσεις της ζωής. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να αναιρούμε τη λογική ή αν η λογική θα αναιρέσει τελικά τον μύθο όλων όσοι καταβυθίζονται στον ατομισμό τους και όσοι πιστεύουν ότι θα περάσουμε αβρόχοις ποσί απέναντι.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: