Αμστερνταμ, επίσκεψη στο εκπληκτικό μουσείο Rijksmuseum


Image

 Ταξίδι ως την Ολλανδία για να θαυμάσουμε το ανακαινισμένο μουσείο που επί δέκα και πλέον χρόνια παρέμενε κλειστό…. (Καθημερινή – Ι. Καζάκου)

Εχουν περάσει λίγες εβδομάδες από την «επαναφορά» του ιστορικού κτιρίου του Μουσείου Ράικς, το Σάββατο 13 Απριλίου, αλλά στην Πλατεία των Μουσείων του Αμστερνταμ η ατμόσφαιρα παραμένει πανηγυρική. Η αποκατάσταση του κτιρίου που σχεδίασε ο Ολλανδός αρχιτέκτονας Pierre Cuypers, στο οποίο στεγάζονται από το 1885 τα αριστουργήματα της ολλανδικής τέχνης, διήρκεσε πάνω από 10 χρόνια και απασχόλησε συχνά τον ολλανδικό και τον διεθνή Τύπο, καθώς υπερέβη σημαντικά το χρονοδιάγραμμα και τον προϋπολογισμό. Οταν οι πόρτες του μουσείου θα άνοιγαν και πάλι, ήταν αναμενόμενο ότι το πλήθος θα συνέρρεε πυκνό, ετερόκλητο, γεμάτο ενθουσιασμό και ασυγκράτητη περιέργεια. Οκτακόσια χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας σε μία από τις χώρες που έχουν καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η ανθρωπότητα την τέχνη, επέστρεφαν στον φυσικό τους χώρο. «Τι ευτυχής ημέρα για τους απανταχού λάτρεις και εραστές των Καλών Τεχνών», έγραψε στο περιοδικό De Gids, το φθινόπωρο του 1873, ο Joh. C. Zimmerman, εγκωμιάζοντας την πρώτη επίσημη απόφαση για τη δημιουργία Εθνικού Μουσείου Τέχνης στην Ολλανδία. Ηταν η πρώτη φορά που το ζήτημα της κουλτούρας ξέφευγε από τους στενούς κύκλους των ειδημόνων και άγγιζε το ευρύ κοινό. Σήμερα, με τις προβλέψεις να υπολογίζουν 2,5 εκατομμύρια επισκέπτες το χρόνο, το ανανεωμένο Μουσείο Ράικς επαναβεβαιώνει τον ιστορικό ρόλο του.

 

ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΙΜΗΣ

Στο νέο Μουσείο, μόνο η «Νυχτερινή Περιπολία» του Ρέμπραντ παρέμεινε στην αρχική θέση της -δέκα εκατοστά ψηλότερα, για την ακρίβεια-, στο βάθος της Αίθουσας της Τιμής, στο κεντρικό τμήμα του μουσείου, το οποίο ο αρχιτέκτονας σχεδίασε σαν καθεδρικό ναό. «Αν υπάρχει κάποιο μέρος στον κόσμο όπου μπορεί κανείς να δει τα εκλεκτότερα έργα των πιο σπουδαίων Ολλανδών ζωγράφων, αυτό είναι σίγουρα η Αίθουσα της Τιμής», λέει με ανεπαίσθητη υπερηφάνεια ο Pieter Roelofs, καλλιτεχνικός υπεύθυνος του μουσείου για τη ζωγραφική του 17ου αιώνα – ο Χρυσός Αιώνας της Ολλανδίας.

Οι πίνακες που φιλοξενεί η Αίθουσα της Τιμής και ο τρόπος με τον οποίο έχουν τοποθετηθεί στις εσοχές αριστερά και δεξιά του μεγαλοπρεπούς διαδρόμου είναι ενδεικτικοί της λογικής που διαπνέει το μουσείο και κάνει ορισμένους ιστορικούς τέχνης να μιλούν για «επανάσταση» στο πεδίο της καλλιτεχνικής επιμέλειας. Τα πορτρέτα των εμπόρων και των συζύγων τους, έργα του Johannes Verspronck ή του Frans Hals, αντιπροσωπευτικά της αυτοπεποίθησης και του πλούτου της αστικής τάξης της εποχής, διαδέχονται σκηνές από την καθημερινή ζωή των χαμηλών στρωμάτων, με πιο δημοφιλές το οικογενειακό γλέντι του Jan Steen, όπου τα παιδιά καπνίζουν και πίνουν κρασί, καθώς οι ενήλικοι είναι υπερβολικά μεθυσμένοι για να τα συνετίσουν. Στα τοπία του Jacob van Ruisdael μπορεί κανείς να διακρίνει τους πειραματισμούς με το φως, το στοιχείο που κάνει τη νεκρή φύση του Floris van Dijck ολοζώντανη, τον πίνακα «Γυναίκα στα μπλε που διαβάζει γράμμα» του Johannes Vermeer τόσο ατμοσφαιρικό, ή το χλωμό πρόσωπο του γιου του Ρέμπραντ, φιλοτεχνημένο από τον πατέρα του σαν φραγκισκανό μοναχό, να ακτινοβολεί. Οι Ολλανδοί ζωγράφοι του 17ου αιώνα εγκαταλείπουν τα μυθολογικά και βιβλικά θέματα και στρέφονται στον κόσμο γύρω τους. «Είναι οι πρώτοι που συνειδητοποιούν ότι μια υπηρέτρια που γεμίζει με γάλα ένα δοχείο στη γωνία μιας κουζίνας είναι σκηνή άξια αποτύπωσης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Pieter Roelofs, αναφερόμενος στον διάσημο πίνακα «Το κορίτσι με το γάλα» του Vermeer.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ

Η σύμπραξη ιστορίας και τέχνης είναι ακόμη πιο εμφανής σε άλλες αίθουσες του μουσείου, όπου σπουδαίοι πίνακες, έπιπλα και κάθε λογής αντικείμενα -από γυαλικά και όπλα έως ρούχα και μουσικά όργανα- συνδυάζονται επιμελώς. «Απώτερος σκοπός είναι να μεταφερθούν η όψη και η αίσθηση κάθε περιόδου», εξηγεί ο Pieter Roelofs. Τα δωμάτια των περίτεχνων και πανάκριβων κουκλόσπιτων -ένα μπορούσε να κοστίζει όσο ένα πραγματικό σπίτι- προσφέρουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του εσωτερικού των πλούσιων κατοικιών της εποχής, ενώ τις νίκες των Ολλανδών στις ναυμαχίες εναντίον των Αγγλων αφηγούνται, μεταξύ άλλων, πίνακες ζωγραφικής και προσχέδια, το πορτρέτο του Ολλανδού ναύαρχου Michiel de Ruyter και αντικείμενα-σύμβολα της εξουσίας του, καθώς και η ξύλινη διακόσμηση από την πρύμνη της διάσημης ναυαρχίδας των Αγγλων, HMS Royal Charles, που πήρε ως τρόπαιο από τη ναυμαχία του 1667. Κανένας συμβιβασμός δεν γίνεται στην επιλογή των αντικειμένων που εκτίθενται. Η αισθητική και η ιστορική αξία τους είναι το μοναδικό κριτήριο, ακόμη και όταν πρόκειται για δωρεές ή κληροδοτήματα, διαβεβαιώνουν οι υπεύθυνοι του μουσείου.

 

«ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΕ ΤΟΝ CUYPERS»

Το τζάμι αφαιρέθηκε από τους περισσότερους πίνακες και παρέμεινε μόνο όπου ήταν απολύτως απαραίτητο, ενώ το γυαλί στις λιγοστές βιτρίνες είναι εξαιρετικά λεπτό. «Η απόσταση ανάμεσα στα έργα και στους επισκέπτες πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη», τονίζει ο Pieter Roelofs, «είναι αναπόσπαστο στοιχείο της φιλοσοφίας μας». Τα χρώματα στους τοίχους κάθε αίθουσας, επιλεγμένα προσεκτικά από τον γνωστό Γάλλο αρχιτέκτονα Jean-Michel Wilmotte, και ο φωτισμός LED συμβάλλουν καθοριστικά στην αμεσότητα των έργων και την ανάδειξη των λεπτομερειών τους.

Στο πλέγμα των σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα αντικείμενα μεταξύ τους και με τους επισκέπτες, ο ρόλος του κτιρίου είναι πρωταγωνιστικός. «Μπροστά με τον Cuypers» ήταν το σύνθημα των Cruz y Ortiz Arquitectos, όταν κέρδισαν τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την αποκατάσταση του μουσείου. «Θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο μουσείο, επαναφέροντας το κτίριο στη μορφή που του είχε δώσει ο Cuypers», εξηγεί ο Antonio Cruz, ένας από τους ιδρυτές του γραφείου.

Μόνο 40 χρόνια λειτούργησε το μουσείο όπως το είχε σχεδιάσει ο Pierre Cuypers. Θεωρώντας ότι η αισθητική του παραπέμπει υπερβολικά σε καθολικό ναό, οι περίτεχνες διακοσμήσεις στους τοίχους καλύφθηκαν με λευκό στόκο, μαρμάρινες παραστάσεις ξηλώθηκαν και στοιβάχτηκαν στις αποθήκες του μουσείου, ακόμη και το τεράτσο στο δάπεδο της Μεγάλης Αίθουσας -τον μεγαλοπρεπή προθάλαμο της Αίθουσας της Τιμής- αφαιρέθηκε με σφυριά. Αλλά τις πιο σημαντικές αλλαγές υπέστη η δομή του κτιρίου. Τα δύο μεγάλα αίθρια γέμισαν με ορόφους και αίθουσες εκθέσεων, με αποτέλεσμα η φυσιογνωμία του κτιρίου να αλλοιωθεί εντελώς. «Χρησιμοποίησαν το κτίριο σαν κοντέινερ», λέει χαρακτηριστικά ο Antonio Cruz. «Κάθε φορά που ήθελαν ένα χώρο για μια έκθεση, έφτιαχναν ένα νέο δωμάτιο».

Στο νέο μουσείο τα δύο αίθρια άδειασαν και μετατράπηκαν εκ νέου στον φωτεινό και ανάλαφρο χώρο που είχε σχεδιάσει o Cuypers, με την ψηλή οροφή και τους μεγάλους γυάλινους φεγγίτες στη στέγη. Σκάβοντας κάτω από το επίπεδο της Γης -τους πρώτους μήνες των εργασιών η κίνηση στο χώρο γινόταν με βάρκες-, τα δύο αίθρια συνδέθηκαν μεταξύ τους με έναν ελαφρώς κεκλιμένο διάδρομο, μήκους σχεδόν 100 μέτρων, που αποτελεί το λόμπι του μουσείου. Τον συγκεκριμένο χώρο μπορεί κανείς να επισκεφτεί χωρίς εισιτήριο και να απολαύσει την κίνηση του πλήθους από το καφέ του μουσείου, που ίπταται σαν βεράντα πάνω από ένα κατάστημα με καλαίσθητα αναμνηστικά. Πάνω από τον μεγάλο διάδρομο, τον δημόσιο χώρο που, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, κάθε σύγχρονο μουσείο πρέπει να διαθέτει, αιωρείται σαν γέφυρα το «πέρασμα»: η στοά που σχεδίασε ο Cuypers για να ενώσει τις δύο πλευρές της πόλης – και να δώσει αξία στη γη του έρημου τότε νότιου τμήματος.

 

ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΚΑΙ… ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ

Με την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα Gijsbert van Hoogevest, ειδικού στην αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων, το μουσείο απέκτησε εκ νέου την αίγλη του. Το σήμα κατατεθέν του νέου μουσείου είναι, ωστόσο, οι εντυπωσιακές μεταλλικές κατασκευές σε λευκό χρώμα στην οροφή των αίθριων, που λειτουργούν σαν ταβάνι. Αυτόν τον τρόπο βρήκαν οι αρχιτέκτονες για να μειώσουν το μεγάλο ύψος της οροφής, «αμήχανο» κατά τη γνώμη τους, χωρίς να παρέμβουν στο κτίριο και διατηρώντας ανεμπόδιστη την οπτική επαφή με τον ουρανό και τα ψηλότερα τμήματα του κτιρίου, που προβάλλουν πίσω από το γυαλί της στέγης σαν εκθέματα.

Οπως κάθε μεγάλο έργο, το νέο Μουσείο Ράικς έχει αφανείς ήρωες. Οι νέες και οι νέοι που, εξοπλισμένοι με ένα σκαλιστήρι και ανεξάντλητη υπομονή, αποκάλυψαν τις υπέροχες διακοσμήσεις στους τοίχους του μουσείου αξίζουν σίγουρα πολλούς επαίνους. «Στα είκοσί τους οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πολύ ικανοποιημένοι όταν στο τέλος κάθε μέρας είχαν αποκαλύψει ένα μικρό κομμάτι ζωγραφισμένου τοίχου», λέει ο Pieter Roelofs.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s