«Κανείς Κεντροευρωπαίος δεν έχει δικαίωμα να σας τιμωρεί» (Εφημερίδα των Συντακτών)


 Ο Γκράχαμ Σουίφτ ήρθε στην Ελλάδα με αφορμή τρια σημαντικά βιβλία

 Αυτός ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας, της ίδιας γενιάς με τον Τζούλιαν Μπαρνς και τον Σάλμαν Ρούσντι, βραβευμένος με Booker το 1996 για τον «Τελευταίο γύρο», έχει ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα μας. Κάποια τυχερά Ελληνόπουλα στον Βόλο τον είχαν κάποτε δάσκαλο Αγγλικών. Το πρόσφατο ταξίδι του στην Αθήνα, για να παρουσιάσει το εξαιρετικό νέο του μυθιστόρημα «Θα ήθελα να ήσουν εδώ», ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε

Της Βένας Γεωργακοπoύλου

image

getFile (17)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάθε νέο βιβλίο του Γκράχαμ Σουίφτ είναι λογοτεχνικό γεγονός, ακόμα κι όταν είναι περίεργο, ακατάταχτο. Δεν του αρέσει του μεγάλου Βρετανού συγγραφέα να περιμένουν οι αναγνώστες κάτι συγκεκριμένο από αυτόν. Aς πούμε μια «Υδάτινη χώρα» νο2 , όπως συνέβαινε τη δεκαετία του ’80, τότε που εισέβαλε ορμητικά με αυτό το αριστούργημα στη σκηνή και παραλίγο να πάρει το Μπούκερ από τον μετέπειτα νομπελίστα Τζ. Μ. Κουτσί.

Να όμως που το νέο του μυθιστόρημα, το «Θα ήθελα να ήσουν εδώ», που κυκλοφορεί σε λίγο από τις εκδόσεις Εστία (μετάφραση Θ. Σκάσση), ενώνεται με μια λεπτή θεματική γραμμή με το άλλο αριστούργημά του, τον «Τελευταίο γύρο», βραβείο Βooker του 1996, που επίσης επανακυκλοφορεί από τον ίδιο εκδοτικό οίκο σε νέα μετάφραση -της Αντζελας Δημητρακάκη- και νέο τίτλο, το ξέραμε ως «Τελευταίες εντολές» από την πρώτη έκδοση της «Νεφέλης».

Υπάρχει και σ’ αυτό το θέμα του θανάτου, του αποχαιρετισμού κι ένα τρομακτικό ταξίδι προς μια κηδεία. Μόνο που τώρα η σορός έχει μόλις φτάσει από το Ιράκ. Ο νεκρός στρατιώτης και ο μεγάλος του αδελφός είναι παιδιά της αγροτικής Αγγλίας. Εχουν δει το αγρόκτημα, την οικογένειά τους, τη ζωή τους να καταρρέει. Και όχι μόνο από τη νόσο των τρελών αγελάδων…

Ο Γκράχαμ Σουίφτ, παλιός φίλος της Ελλάδας, είχε διδάξει για ένα χρόνο και αγγλικά στον Βόλο (1974), ήρθε στην Αθήνα πριν από λίγες μέρες για να παρουσιάσει το νέο του μυθιστόρημα αλλά και το «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα», μια συλλογή από αυτοβιογραφικά κείμενα, δοκίμια και συνεντεύξεις. Τον συναντήσαμε και όταν τον αποχαιρετήσαμε θέλαμε οπωσδήποτε να ξαναδιαβάσουμε την «Υδάτινη χώρα».

-Πώς ξεκίνησε το «Θα ήθελα να ήσουν εδώ»;

«Για να είμαι ειλικρινής όλα τα βιβλία μου ξεκινάνε με ένα πολύ μυστήριο τρόπο. Χωρίς κανένα πλάνο. Περνάει καιρός μέχρι να φανεί ποιο ακριβώς είναι το θέμα τους. Το «Θα ήθελα να ήσουν εδώ» ξεκίνησε ακριβώς όπως φαίνεται στις πρώτες του σελίδες. Ενας άντρας με ένα όπλο στα χέρια. Αποφάσισα να ψάξω να βρω την ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτή τη δραματική κατάσταση. Και νομίζω ότι το όπλο αποδείχτηκε σημαντικό στην ιστορία μου, γιατί, αν και τότε δεν το ήξερα, εμφανίζεται και ξαναεμφανίζεται σε διαφορετικές σκηνές στα χέρια διαφορετικών ανθρώπων. Θα έλεγα ότι το όπλο ήταν αυτό που με οδήγησε και στην αγροτική ζωή, τον κόσμο από τον οποίο προέρχεται ο ήρωάς μου, εκεί όπου συχνά βρίσκεις όπλα, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Αγγλία όπου είναι σπάνιο και δύσκολο. Εκτός από το αγροτικό μπαγκράουντ, το όπλο ίσως να με οδήγησε και στην ύπαρξη ενός στρατιώτη.. Αλλά πάντα, για κάποιο λόγο, ένιωθα ότι θα έγραφα ένα βιβλίο για ένα άντρα και τη σύζυγό του, αλλά και για δύο αδελφούς με μεγάλη διαφορά ηλικίας, που ο μικρότερος θα ήταν χαμένος».

-Δεν είχατε δηλαδή στο μυαλό σας το ταξίδι προς την παραλαβη της σορού ενός στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Ιράκ;

«Στην αρχή δεν ήταν τόσο επιτακτική αυτή η εικόνα, παρ’ όλο που στη συνέχεια έγινε το δραματικό κέντρο του μυθιστορήματος, η σημαντικότερη από τις πολλές ιστορίες του».

-Μια ανάλογη ιστορία υπήρχε και στον «Τελευταίο γύρο», όπου τέσσερις φίλοι ξεκινάνε από μια παμπ για να σκορπίσουν τις στάχτες του πέμπτου της παρέας στη θάλασσα. Εκεί όμως υπήρχε χιούμορ, κάθαρση. Στο νέο σας μυθιστόρημα όλα είναι πιο βαριά και θλιβερά. Γιατί;

«Ο κύριος χαρακτήρας, ο Τζακ, είναι αλήθεια ότι είναι εξαιρετικά απομονωμένος. Πρέπει να κάνει αυτό το τρομαχτικό ταξίδι ολομόναχος. Συμφωνώ ότι είναι μια από τις βασικές διαφορές τού «Θα ήθελα να ήσουν εδώ» με τον «Τελευταίο γύρο». Εκεί οι φίλοι, παρ’ όλο που είναι συνεχώς αντιμέτωποι με τον θάνατο, διατηρούν το χιούμορ τους. Θέλω πάντως να ελπίζω ότι και στο νέο μου μυθιστόρημα, όσο θλίψη και πόνο κι αν έχει, υπάρχει χιούμορ, κι ας μην είναι το είδος που σε κάνει να γελάς δυνατά. Νομίζω ότι σε όλα μου τα έργα υπάρχει χιούμορ. Εστω και μόνο στη στόφα της γραφής, στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα πράγματα».

-Αν εξαιρέσω το «Σάββατο» του ΜακΓιούαν, δεν έχω διαβάσει άλλο αγγλικό μυθιστόρημα στο οποίο με κάποιο τρόπο το θέμα του Ιράκ έχει βρει μια θέση. Τι ακριβώς συμβαίνει;

«Εχουν γραφτεί αρκετά μυθιστορήματα με αυτό το θέμα, ανάμεσά τους και μερικά από ανθρώπους που πολέμησαν εκεί. Δεν μπορώ βέβαια να κρίνω βιβλία που δεν έχω διαβάσει. Ο πόλεμος στο Ιράκ στο δικό μου μυθιστόρημα κάποιες φορές εισέρχεται με έναν πολύ άμεσο τρόπο και άλλες πιο έμμεσα. Κι αυτό αντανακλά και στον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε. Γιατί δεν ήξερα ότι θα έγραφα ένα βιβλίο που θα αφορούσε, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, και τον πόλεμο στο Ιράκ».

-Δεν σας ενδιαφέρει, δηλαδή, ένα μυθιστόρημα που να ανήκει στο σήμερα, που να μιλά για το σήμερα;

«Δεν είναι ότι δεν με ενδιαφέρει. Απλώς πιστεύω ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Τα μυθιστορήματα δεν γίνεται να είναι σύγχρονα. Οι εφημερίδες είναι αυτές που γράφουν για το σήμερα ή μάλλον για αυτά που έγιναν χθες. Τα μυθιστορήματα μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια για να γραφτούν, τα δικά μου τουλάχιστον. Ετσι, ακόμα κι αν αρχίσεις ένα μυθιστόρημα στη βάση ότι θα αφορά το “τώρα”, όταν θα το έχεις τελειώσει το “τώρα” θα είναι ήδη παρελθόν. Ο πόλεμος στο Ιράκ τελείωσε το 2006, το βιβλίο μου τοποθετείται στο 2006, σήμερα έχουμε φτάσει στο 2013. Να γιατί το «σύγχρονο» μυθιστόρημα είναι μια τόσο απατηλή ιδέα. Σ’ αυτό το θαυμάσιο λογοτεχνικό είδος δεν υπάρχουν όρια στο τι μπορείς να κάνεις. Μπορείς να βάλεις μέσα του ολόκληρες ζωές, ιστορίες γενιών. Και γιατί όχι; Μου αρέσει να σπρώχνω στα άκρα αυτή την αρετή του μυθιστορήματος, όσο περισσότερο μπορώ».

-Συχνά όμως καταλήγετε, όπως και στο «Θα ήθελα να ήσουν εδώ», σε θέματα όπως γη, ιστορία, οικογένεια, παραδόσεις, κληρονομιά, θάνατος. Είναι όντως αυτά που σας στοιχειώνουν; Υπάρχει κάποια εξήγηση;

“Παραδέχομαι ότι είναι θέματα που επανεμφανίζονται στα βιβλία μου, είναι όμως τόσο μεγάλα που εμφανίζονται και στο έργο πολλών άλλων. Δεν είστε η πρώτη που το επισημαίνει, δεν είμαι εγώ που θα κρίνω. Αλλά θα ‘λεγα ότι συμβαίνει κάτι παράξενο. Ενώ γεννήθηκα στο Λονδίνο και έζησα στο Λονδίνο το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου κι έχω γράψει και για το Λονδίνο, έχω μια ιδιαίτερη αίσθηση και αισθήματα για περιοχές μακριά από την πρωτεύουσα. Η περιοχή που πρωταγωνιστεί στην «Υδάτινη χώρα» είναι σχεδόν άγνωστη ακόμα και για τους Εγγλέζους. Το ίδιο ισχύει και για τη νοτιοδυτική Αγγλία, στην οποία εκτυλίσσεται το νέο μου βιβλίο».

-Κάνετε έρευνα, ταξίδια; ‘Η εμπιστεύεστε τη φαντασία σας;

«Κάνω όσο το δυνατόν λιγότερη έρευνα μπορώ. Δεν τη βρίσκω σημαντική ή συναρπαστική. Συχνά είναι και τρομερά βαρετή. Τα βιβλία μου είναι κυρίως καρπός της φαντασίας μου. Κι αυτή είναι η μεγάλη ευχαρίστηση, το να ανακαλύπτεις πράγματα. Βέβαια, όλα τα μυθιστορήματα έχουν ανάγκη από μια πραγματολογική συνέπεια. Για παράδειγμα, τοποθέτησα την ιστορία μου στο Ντέβον, γιατί η νόσος των τρελών αγελάδων από όλες τις περιοχές της Αγγλίας αυτήν κυρίως χτύπησε άσχημα. Οφείλεις να οδηγείς τη φανταστική σου αφήγηση ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο, έτσι ώστε όλα να ταιριάζουν. Αλλά η φαντασία σαφώς έρχεται πρώτη».

-Οταν γράφετε για την αγροτική Αγγλία, για οικογένειες με παραδόσεις και ιστορία που τιμούν το παρελθόν και μένουν πιστές στον τόπο τους, ο οποίος καταρρέει, υπάρχει ένα είδος νοσταλγίας;

«Δεν θα χρησιμοποιούσα αυτή τη λέξη. Στα αγγλικά έχει μια συναισθηματική χροιά. Yποβάλλει μια γλυκερή αίσθηση λαχτάρας και επιθυμίας για πράγματα του παρελθόντος. Εχει κάτι το επιφανειακό, το ρηχό. Κανένα από τα βιβλία μου δεν έχει σχέση με τέτοια συναισθήματα. Μιλούν βέβαια για το πώς το παρελθόν δεν εξαφανίζεται, για το πώς επηρεάζει το παρόν, για τη δύναμη της μνήμης, αλλά ποτέ δεν είναι νοσταλγικά. Ακόμα κι αν μερικές φορές οι ήρωές μου νιώθουν νοσταλγία, δεν είναι το συναίσθημα που κινεί το βιβλίο. Για παράδειγμα, ο τίτλος “Θα ήθελα να ήσουν εδώ” είναι μια πολύ συναισθηματική δήλωση, από αυτές που οι άνθρωποι γράφουν σε κάρτες από τις διακοπές τους – τίποτα το μεμπτό. Ετσι τη χρησιμοποιεί και ο ήρωάς μου. Αλλά αυτές οι λέξεις γίνονται σταδιακά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύ . Ενα καθημερινό και κοινό κλισέ ελπίζω ότι καταλήγει να αντιπροσωπεύει κάθε είδους απώλεια, κάθε επιθυμία για πράγματα που έχουν χαθεί. Κι αυτό δεν είναι νοσταλγία, είναι κάτι οξύ και έντονο. Τα αισθήματα, που πολλές γενιές αγροτών έχουν για τη γη τους, έχουν κάτι το σωματικό, τα κουβαλάνε στα κόκαλά τους».

-Ο τρόπος που γράφετε θα έλεγα ότι είναι… ευρωπαϊκός. Αυτά τα κύματα της πρόζας, τα θέματα που επανέρχονται σαν μουσική, δεν κάνουν ιδιαίτερα εύκολη για τον αναγνώστη τη λογοτεχνία σας…

«Με κάνετε χαρούμενο που χρησιμοποιείτε τη λέξη “ευρωπαϊκός”. Γιατί ενώ είμαι Βρετανός λογοτέχνης με πολλούς τρόπους, ελπίζω ότι δεν είμαι με τη στενή έννοια, δηλαδή αποκομμένος, προστατευμένος από τον υπόλοιπο κόσμο. Αισθάνομαι μέσα μου μια… ευρωπαϊκότητα, νιώθω ανοιχτός στην υπόλοιπη ήπειρο. Και αν υπάρχει κάτι στην ίδια τη φύση της γραφής μου που το μεταφέρει αυτό, είμαι ευτυχής. Ναι, μου αρέσει να λέω ιστορίες, αλλά προτιμώ να παράγω ένα κείμενο που να έχει μουσικότητα, που να δημιουργεί ηχώ, έτσι ώστε κάτι που ο αναγνώστης δεν έχει ίσως παρατηρήσει νωρίτερα, να ξεπηδάει κάποια στιγμή μπροστά του. Καταλαβαίνω ότι ο αναγνώστης πρέπει να προσαρμοστεί στον τρόπο γραφής μου, αλλά πιστεύω ότι αν τον δεχτεί, θα ανταμειφθεί».

-Κάποιος κριτικός έγραψε πρόσφατα ότι τα βιβλία σας δεν είναι για ανυπόμονους.

«Πάντα υπήρχαν ανυπόμονοι αναγνώστες και σήμερα ακόμα περισσότεροι. Αν όμως καθίσεις να διαβάσεις ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, το “Middlemarch” για παράδειγμα, ίσως το σημαντικότερο αγγλικό μυθιστόρημα, δεν γίνεται να μην έχεις υπομονή. Θέλει χρόνο, συγκέντρωση. Σήμερα το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί κάποιος να παραμείνει συγκεντρωμένος σε κάτι, έχει μικρύνει, κυρίως λόγω της τηλεόρασης. Αν τα πράγματα δεν συμβαίνουν γρήγορα, η προσοχή του κοινού χάνεται. Αλλά ίσως να είναι και λίγο μύθος όλο αυτό… Ειδικά όμως τα μυθιστορήματα απαιτούν από τον άνθρωπο να αφιερώσει χρόνο. Και υπάρχει η μειονότητα των αναγνωστών που κάνουν ό,τι κι εγώ. Παίρνω ένα βιβλίο και του επιτρέπω να καταργεί την υπόλοιπη ζωή μου. Ζω μέσα σ’ αυτό. Είναι κάτι υπέροχο».

 -Δυο βιβλία σάς καθιέρωσαν με θόρυβο, τεράστια δημοσιότητα και βραβεία, η «Υδάτινη χώρα» και ο «Τελευταίος γύρος». Σήμερα βρίσκεστε σε μια πιο γαλήνια κατάσταση. Σας επηρέασε το μπουμ της αναγνώρισης;

«Εχετε δίκιο, η “Υδάτινη χώρα” ήταν πολύ σημαντική για την καριέρα μου. Οι άνθρωποι έλεγαν “Γκράχαμ Σουίφτ; Α, ‘Υδάτινη χώρα’ “. Δεν συμβαίνει συχνά αυτό, είναι καλό. Αλλά μετά από λίγο καιρό αυτή η σύνδεση, αυτή η ταμπέλα άρχισε να γίνεται λίγο κουραστική. Γιατί είχα γράψει κι άλλα βιβλία. Και μετά ήρθε ο “Τελευταίος γύρος” και προστέθηκε κι άλλο ένα λινκ στο όνομά μου. Η “Υδάτινη χώρα” ήταν υποψήφια για το Booker του 1983 και κάποιοι νόμιζαν ότι έπρεπε να το πάρει. Κέρδισε τελικά ο Τζ. Μ. Κουτσί με το “Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ”. Δεν λυπήθηκα, ένιωθα ότι βρισκόμουν στην αρχή της καριέρας μου. Οταν τελικά κέρδισα το Booker το 1996 με τον “Τελευταίο γύρο” ήμουν πιο ικανός να αντιμετωπίσω ό,τι φέρνει μαζί του αυτό το βραβείο. Το ευχαριστήθηκα πολύ, ήταν η κατάλληλη στιγμή. Είναι αλήθεια ότι αν έχεις πάρει Μπούκερ νιώθεις ανακούφιση, “ενταξει, έγινε κι αυτό, μπορώ τώρα να συνεχίσω με τη ζωή μου”. Από τότε παραδέχομαι ότι είμαι πιο ήρεμος».

-Πώς βλέπετε λοιπόν το φαινόμενο Χιλαρι Μαντέλ; Πρεπει να πάρει όλα τα βραβεία; Θα αντέξει την υπερέκθεση και τους υπερβολικούς επαίνους;

«Η λέξη “φαινόμενο” τα λέει όλα. Δεν έχω διαβάσει τα δύο επίμαχα τελευταία βιβλία της, μόνο μερικά από τα παλιά της. Εγραφε για πολλά χρόνια και δεν είχε την αναγνώριση που της άξιζε. Και τώρα την παίρνει σε ένα όμως τεράστιο βαθμό. Ο συγγραφέας σίγουρα μπορεί να κακομάθει από την επιτυχία. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος. Αλλα η Μαντέλ ειναι αρκετά ώριμη και έμπειρη για να διαχειριστεί τον θόρυβο γύρω της. Της εύχομαι καλή τύχη».

-Εχετε ζήσει στην παλιά Ελλάδα. Βλέπετε και τη σημερινή, της κρίσης. Εχετε καταληξει σε κάποιο συμπέρασμα;

«Θυμάμαι μια Ελλάδα που μπορούσες να δεις παντού μικρά, λευκά φλιτζανάκια τούρκικου καφέ και δίπλα τους αυτά τα υπέροχα ποτήρια νερού, που λαμπύριζαν κάτω από το φως. Τώρα βλέπω εσπρέσο και καπουτσίνο, όπως εμείς καλή ώρα. Αυτό όμως είναι επιφανειακό, αυτό είναι νοσταλγία. Υπάρχουν μεγαλύτερες και σημαντικότερες αλλαγές. Συμβαίνει κάτι πολύ σκληρό στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Είναι επικίνδυνο κάποιος ξένος, ακομα κι εγώ που έχω κάποια σχέση με τη χώρα σας, να βγάλει οριστικά συμπεράσματα. Αλλά η αίσθηση που έχω είναι ότι η Ελλάδα ήταν πάντα μια άστατη, ευμετάβλητη χώρα. Ηταν επίσης μια χώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη θεωρούσε λίγο στο περιθώριο, μακρινή. Η Ελλάδα ανήκε όμως πάντα στην Ευρώπη, πολύ περισσότερο από μια χώρα που λέγεται Ελβετία και βρίσκεται στο κέντρο της. Σκέφτομαι όλα αυτά που χάρισε στην Ευρώπη, ακόμα και το ίδιο της το όνομα. Γι’ αυτό το πιο θλιβερό αποτέλεσμα της κρίσης ειναι ότι επέτρεψε στις κεντρικές ευρωπαϊκές χώρες για μια ακόμα φορά να βάλουν την Ελλάδα στο πλάι. Πιστευω ότι οι περισσότεροι Ελληνες παραδέχονται ότι κάτι πρέπει να γίνει για να βγείτε από την κρίση, όσο σκληρό κι αν είναι. Αλλά κανείς δεν έχει δικαίωμα να σας τιμωρεί και να σας αντιμετωπίζει με συγκατάβαση. Είναι κάτι που με ενοχλεί πολύ».

v.georgakopoulou@efsyn.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s