Θανάσης Βασιλείου, κριτική για το βιβλίο του κοινωνιολόγου Ulrich Beck, από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

μτφρ.: Νέδα Κανελλοπούλου – Μαλούχου

εκδ. Πατάκη, σελ. 158

Η δημόσια συζήτηση καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τη σκοπιά της οικονομίας – πράγμα παράλογο, λέει ο Ούλριχ Μπεκ, αν σκεφτούμε πως οι ίδιοι οι οικονομολόγοι αιφνιδιάστηκαν από την κρίση. Ο «πρύτανης» της γερμανικής κοινωνιολογίας στο τελευταίο βιβλίο του, που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στη Γερμανία, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, ευρωπαϊκές και μη, παρεμβαίνει στην κρίση πραγματοποιώντας μια ανάγνωση με το βλέμμα στραμμένο στο «πνεύμα», στη σύγχυση και την αναποφασιστικότητα ως τακτική επιτήρησης και τιμωρίας «έως ότου το ευρώ μάς χωρίσει». Επιμένει: «Η κρίση της Ε.Ε. δεν είναι κρίση χρέους… Είναι μια κρίση της κοινωνίας και του πολιτικού, αλλά και της κρατούσας αντίληψης περί κοινωνίας και πολιτικού». Πρέπει να ξαναφέρουμε τους λαούς στο προσκήνιο, να ξαναδούμε την κοινωνία (put society back in!).

Ιστορική αμνησία

Οταν ένας δημόσιος διανοούμενος, με παγκόσμια εμβέλεια στους κύκλους των κοινωνικών επιστημών και της πολιτικής σκέψης, περιγράφει την Ευρώπη σαν ένα εργαστήρι αργού οικονομικοκοινωνικού θανάτου, που θυμίζει στην πολιτική πως, τάχα, είναι ζωντανή, το πράγμα αποκτά ενδιαφέρον. Και ο Μπεκ αναλαμβάνει αυτό το εγχείρημα, εμμένοντας στη δική του ιδέα περί «κοινωνίας της διακινδύνευσης» (risk society theory) όχι με σκοπό να αναμοχλεύσει τον ευρωσκεπτικισμό, αλλά, αντίθετα, για να απαντήσει στην έκρηξη του ευρωσκεπτικισμού που απλώνεται και χωρίζει τον ευρωπαϊκό Βορρά και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Η ανάλυση, επομένως, που κάνει ο Μπεκ στο βιβλίο του ακολουθεί μια τροχιά από τις απαρχές της Ε.Ε., της τότε ΕΟΚ, και των επιτυχιών της –του εθελούσιου, οραματικού και αισιόδοξου συνασπισμού των πρώην μεγάλων πολιτισμών και των πρώην μεγάλων δυνάμεων που ήθελαν να λυτρωθούν από το πολεμικό παρελθόν τους–, για να φτάσει, σήμερα, στην αλαζονεία των Βορειοευρωπαίων, οι οποίοι με περισσή ιστορική αμνησία και πολιτισμική άγνοια, επιλήσμονες κατακτημένων αξιών όπως η ελευθερία και η αξιοπρέπεια και κοινωνικών θεμελίων όπως η δημοκρατία, αφήνονται ευκαιριακά, μοιραία, στην «τυφλότητα της οικονομίας» – σε ό,τι ο Μακιαβέλλι χαρακτήριζε ως occasione (ως ευνοϊκή ιστορική περίσταση).

Κοινωνικά κινήματα

Βεβαίως, ο Μπεκ θεωρεί τα κοινωνικά κινήματα –την Αραβική Ανοιξη, το Occupy Wall Street ή το Αμερικανικό Φθινόπωρο και το ακαδημαϊκό πρεκαριάτο– σημαντικούς παράγοντες στην εδραίωση του κοινού μέλλοντος. Βλέπει, επίσης, ως πραγματικούς «αρχιτέκτονες της Ευρώπης» όλους εκείνους που μάχονται υπέρ της Ευρώπης και παίρνουν πρωτοβουλίες, προβάλλουν ιδέες για την αναδιοργάνωση και την ανάπτυξή της. Θα μπορούσε να υπάρξει σύντομα, ίσως αναδυθεί, ένα «Ευρωπαϊκό Φθινόπωρο» για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο –που, όμως, θα παλέψει, από τα κάτω, διασχίζοντας τα σύνορα, ανατρέποντας την εθνοκρατικιστική πολιτική, για περισσότερη και όχι για λιγότερη Ευρώπη. Επικρίνει την κρατούσα πολιτική, που υποτιμά την εξουσία των αδύναμων, των «περιττών», των κοινωνικοπολιτικών κινημάτων και τις διεθνικές συγκρούσεις διακινδύνευσης. Ωστόσο, διαπιστώνει ότι «οι πειστικότεροι και ανθεκτικότεροι αντίπαλοι της χρηματοπιστωτικής οικονομίας δεν είναι αυτοί που στήνουν σκηνές μπροστά από τους καθεδρικούς των τραπεζών και τις μεγάλες πλατείες, αλλά η ίδια η χρηματοπιστωτική οικονομία».

Ανοιχτό το μέλλον της Ευρώπης

Η επιχειρηματολογία του Μπεκ βασίζεται στο ότι το σχήμα «κρατικός σοσιαλισμός για τους πλούσιους και τις τράπεζες και νεοφιλελευθερισμός για τα μεσαία στρώματα και τους φτωχούς» είναι ατελέσφορο και αντιπαραγωγικό. Η επιβολή «από τα πάνω» του οικονομικού και πολιτικού σχεδίου, εκ Βερολίνου προερχόμενου, και η αντίσταση «από τα κάτω» αναδεικνύουν μια δομική δυσαρμονία που δεν αφήνει χώρο στη συλλογική δράση, στο «όλοι μαζί μπορούμε».

Για τον Ούλριχ Μπεκ, προέχει το «παράδειγμα της στρογγυλής τραπέζης» το οποίο υποδεικνύει, όπως και σε παλιότερα γραπτά του, ως κοινό πεδίο συζήτησης για την κοινωνία της διακινδύνευσης και τη λήψη αποφάσεων στην εποχή της αβεβαιότητας. Είτε, όμως, βιώνουμε μια, κατά Γκράμσι, μεταβατική φάση καινούργιου κόσμου που συγκρούεται με τις δικές του και τις παλιές αντιφάσεις, είτε μια, κατά Ντυρκάιμ, ανομική φάση στην οποία το νέο είναι ακόμα θαμπό και το παλιό δεν έχει ξεθωριάσει, στην ευρωπαϊκή, ούτως ειπείν, «μεσοβασιλεία» των μακιαβελλικών διχονοιών και των καταστροφικών αντιθέσεων που εκμεταλλεύεται «ο ηγεμόνας», ο uomo virtuoso, ένας άντρας με ταλέντο στην εξουσία κι, εν προκειμένω, μια γυναίκα, η Αγκελα Μέρκελ (εξ ου και το Μερκιαβέλλι), τα πάντα παραμένουν ως ενδεχόμενο ανοικτής έκβασης για τον καλό ή τον κακό καιρό της Ευρώπης.

Η κατακλείδα, πάντως, του Μπεκ έρχεται με έναν στίχο του Χέλντερλιν, σαν παρηγορητική υπόσχεση που πρέπει να επικαιροποιήσουμε και να εφαρμόσουμε: «Οπου υπάρχει κίνδυνος, φυτρώνει και η σωτηρία».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s