Παντέρμη Κρήτη (Νίκος Ξυδάκης – Καθημερινή)

Image

Η Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου είναι η μεγαλύτερη δημόσια βιβλιοθήκη της Κρήτης. Αυτός ο χαρακτηρισμός, όμως, δεν περιγράφει επαρκώς τη σημασία της· θα το πω λοιπόν κι αλλιώς: είναι μία από τις σημαντικότερες κιβωτούς μνήμης της ελληνικής διάρκειας, από τον 13ο αιώνα έως σήμερα. Οι συλλογές της Βικελαίας εκτείνονται από τα αρχεία του Δούκα της Κρήτης και των νοταρίων του Χάνδακα έως τα οθωμανικά αρχεία και τα αρχεία της Δημογεροντίας, παλαίτυπα του 15ου αι., τα αρχεία του δωρητή Δ. Βικέλα, των Γιώργου Σεφέρη, Γιώργου Σαραντάρη, Μάρκου Αυγέρη κ.ά., χειρόγραφα, πίνακες ζωγραφικής, σειρές περιοδικών και εφημερίδων, φωτογραφίες, χαρακτικά, οπτικοακουστικά τεκμήρια. Και όχι μόνο κιβωτός μνήμης, αλλά και εργαστήρι ζώντος πολιτισμού: οι εκδόσεις και το περιοδικό «Παλίμψηστος», που πρωτογνωρίσαμε χάρη στον αείμνηστο Νίκο Γιανναδάκη, συνεχίζονται αμείωτα· στις εκθέσεις της Βικελαίας περιλαμβάνονται οι αλησμόνητες για τα Φαγιούμ και τον Ελ Γκρέκο και τόσα άλλα.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Διότι αυτή η κιβωτός, το καμάρι της Κρήτης και του νεότερου Ελληνισμού, αφού περίμενε δέκα χρόνια να στεγαστεί αξιοπρεπώς, στο κτίριο της κεντρικής πλατείας Λιονταριών, κινδυνεύει να μείνει άστεγη· μάλλον, συστεγασμένη με εστιατόρια και καφετέριες, τα οποία θα καταλάβουν το μισό κτίριο. Ετσι έκρινε ο δήμαρχος Ηρακλείου Γιάννης Κουράκης και έτσι ψήφισαν οι δημοτικοί σύμβουλοι τηλεφωνικώς, όπως καταγγέλλεται. Κι ας είχαν προηγηθεί έξι χιλιάδες υπογραφές κατοίκων που ζητούσαν να αποδοθεί επιτέλους το κτίριο στη δικαιούχο Βικελαία.

Ρακές, μεζέδες, τηγανιές, φραπέδες και φρέντο, μουσικές, σούρτα-φέρτα, παρκαρίσματα, smartphones και Wi-Fi για like, στο ισόγειο και στον ημιώροφο, και από πάνω οι οκτακοσίων χρόνων συλλογές χειρόγραφων κωδίκων και παλαιτύπων της Βικελαίας, να στοιβαχτούν σε δυόμισι ορόφους. Και είναι ήδη το Ηράκλειο μια απέραντη καφετέρια, όπως τόσες και τόσες πόλεις της αρειμανίως χρεοκοπημένης Ελλάδας… Παντέρμη Κρήτη, παντέρμη Ελλάδα.

Advertisements

Εγκώμιο του έρωτα – Αλαίν Μπαντιού (Εφη Γιαννοπούλου – redbook)

 
 
 
 

 Image

Πρέπει να ξαναεπινοήσουμε τον έρωτα, αυτό το ξέρουμε.

Αρτύρ Ρεμπώ, Μια εποχή στην κόλαση

 

Για τον Αλαίν Μπαντιού η ύπαρξη της φιλοσοφίας προσδιορίζεται από τέσσερις όρους, τέσσερις διαδικασίες αλήθειας, και αυτές είναι: η επιστήμη (και πιο συγκεκριμένα το μάθημα), η τέχνη (και πιο συγκεκριμένα το ποίημα), η πολιτική (και πιο συγκεκριμένα η πολιτική στην υποκειμενική της διάσταση ή πολιτική χειραφέτησης) και ο έρωτας (και πιο συγκεκριμένα η διαδικασία που εισάγει στη διάσταση της αλήθειας τη διάζευξη των έμφυλων θέσεων). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως διατυπώνει ένα «Εγκώμιο του έρωτα» σε μια συζήτηση με τον Νικολά Τουόν, αρχικά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2008, κατόπιν σε βιβλίο που εκδόθηκε το 2009 στις εκδόσεις Flammarion.

Με αφετηρία μια διαφήμιση του σάιτ γνωριμιών Meetic, ο Μπαντιού προχωρά σε ένα στοχασμό πάνω στον έρωτα ως διαδικασία διακινδύνευσης, πολύ διαφορετική από τον έρωτα μηδενικού ρίσκου που διαφημίζει η εποχή του καταναλωτισμού και των διαδικτυακών γνωριμιών, και διαγιγνώσκει την ανάγκη να επανεπινοήσουμε τον έρωτα με βασικά στοιχεία του το ρίσκο και την περιπέτεια, ενάντια στην ασφάλεια του ασφαλιστικού συμβολαίου και την άνεση των περιορισμένων απολαύσεων.

Ο έρωτας απειλείται, υποστηρίζει ο γάλλος φιλόσοφος, από μια φιλελεύθερη λογική της εμπορευματοποίησης και του μηδενικού ρίσκου, από μια λογική που θεωρεί ως κινητήρια δύναμη της ζωής το ατομικό συμφέρον. Για τον Μπαντιού, ο έρωτας είναι μια κατασκευή αλήθειας, της αλήθειας του Δύο, μιας κατασκευής του κόσμου βασισμένης όχι στην ταυτότητα αλλά στη διαφορά. Η συνάντηση, τυχαίο και συγκυριακό γεγονός με μαγική διάσταση, αποτελεί συμβάν που όμως καλεί τους εραστές να εργαστούν πάνω στη διάρκεια. Και διευκρινίζει: «ως “διάρκεια” δεν εννοούμε κατά κύριο λόγο ότι ο έρωτας πρέπει να διαρκέσει, να είμαστε ερωτευμένοι πάντα, ή για πάντα. Πρέπει να αντιληφθούμε πως ο έρωτας επινοεί έναν διαφορετικό τρόπο διάρκειας μέσα στη ζωή. Ότι, στη δοκιμασία του έρωτα, η ύπαρξη του καθενός έρχεται αντιμέτωπη με μια νέα χρονικότητα». Όπως το ποίημα, λέει πιο κάτω, είναι για τον Μαλλαρμέ μια λέξη προς λέξη νίκη επί του τυχαίου, έτσι και η κατασκευή του έρωτα επιχειρεί σημείο προς σημείο να κατασκευάσει από την τυχαιότητα της συνάντησης τη διάρκεια, να εγγράψει την αιωνιότητα στο χρόνο.

Ο έρωτας ως συμβάν και διαδικασία αλήθειας συνιστά κάτι που υπερβαίνει τη μαγεία της συνάντησης, χωρίς ωστόσο να την υποτιμά. Δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική σαγήνης του Δον Ζουάν, απαιτεί δέσμευση, καθημερινή δουλειά και πίστη για να μετατρέψει το τυχαίο, τη συμπτωματική συνάντηση σε πεπρωμένο. Δεν είναι μια ψευδαίσθηση που συγκαλύπτει την επιθυμία αναπαραγωγής, ούτε μια διαδικασία αυτογνωσίας μέσω της απόλαυσης και διά του άλλου. Και δεν είναι πάντα μια διαδικασία ειρηνική. Έχει βίαιες συγκρούσεις, αληθινά βάσανα, περιορισμούς, χωρισμούς, δράματα, φόνους ή αυτοκτονίες. Εκεί ίσως πατά και η προπαγάνδα ενός έρωτα ασφαλούς, χωρίς ρίσκο. Όμως η αλήθεια δεν μπορεί να κατασκευαστεί στην ασφάλεια ενός συμβολαίου.

Έρωτας και πολιτική

Ως διαδικασία αλήθειας ο έρωτας βρίσκεται κοντά στην πολιτική, στην τέχνη και στην επιστήμη. «Η ερωτική ευτυχία», λέει ο Μπαντιού, «είναι η απόδειξη πως ο χρόνος μπορεί να φιλοξενήσει την αιωνιότητα. Μια τέτοια απόδειξη είναι ο πολιτικός ενθουσιασμός όταν συμμετέχουμε σε μια επαναστατική δράση, η απόλαυση που προσφέρουν τα έργα τέχνης και η σχεδόν υπερφυσική χαρά που νιώθουμε όταν καταλαβαίνουμε επιτέλους, σε βάθος, μια επιστημονική θεωρία». Και στον έρωτα και στην πολιτική έχουμε επίσης συμβάντα, διακηρύξεις, πίστη. Αν ο έρωτας είναι η κατασκευή του Δύο, «η πολιτική δράση καθιστά αλήθεια αυτό για το οποίο είναι ικανό το συλλογικό. Παραδείγματος χάρη είναι ικανό για ισότητα; Είναι ικανό να ενσωματώσει το ετερογενές; Να σκεφτεί πως δεν υπάρχει ένας μόνο κόσμος;» Ό,τι είναι για την πολιτική η εξουσία, το Κράτος, είναι για τον έρωτα η οικογένεια, η ίδια ένταση, η ίδια απειλή διάψευσης της ελπίδας.

Όμως στην πολιτική υπάρχουν εχθροί, ενώ στον έρωτα δράματα. Το πρόβλημα στην πολιτική είναι ο έλεγχος του μίσους και όχι της αγάπης. Λέει ο Μπαντιού: «στην πολιτική, όπου υπάρχουν εχθροί, ένας από τους ρόλους της οργάνωσης, όποια κι αν είναι αυτή, είναι να ελέγξει, δηλαδή να εξαλείψει, κάθε φαινόμενο μίσους. Κάτι που δεν σημαίνει βέβαια επ’ ουδενί, “να κηρύξει την αγάπη”, αλλά κι αυτό είναι ένα μείζον διανοητικό πρόβλημα να ορίσει τον πολιτικό εχθρό με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και αυστηρότητα. Και όχι, όπως συνέβαινε σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, με τον πιο αόριστο και ευρύ τρόπο».

Στην εποχή μας που έχουμε την αίσθηση πως πολλές από τις σταθερές καταρρέουν, οι φιλόσοφοι ξαναστρέφονται στον έρωτα, στον επαναπροσδιορισμό του ως μιας ελάχιστης σταθεράς. Ο Μπαντιού το κάνει αυτό από την πλευρά της διαφοράς. Ο έρωτας είναι γι’ αυτόν μια κατασκευή με βάση τη διαφορά, εκεί που ο συντηρητισμός αναζητά την ασφάλεια της ταυτότητας, την υπεράσπιση των «δικών μας αξιών». Ο έρωτας είναι εμπιστοσύνη στη διαφορά, ενώ η αντίδραση είναι καχύποπτη απέναντί της. Υπερασπιζόμενοι τον έρωτα έναντι της ταυτοτικής λατρείας της επανάληψης, υπερασπιζόμαστε το μοναδικό, το μη επαναλαμβανόμενο, το ξένο και το περιπλανώμενο. Μ’ αυτή την έννοια, αναγνωρίζουμε και τη δυνατότητα του συλλογικού να συμπεριλάβει ολόκληρο τον κόσμο, υπερβαίνοντας κάθε εξωπολιτική διαφορά. Και εδώ συναντά με έναν τρόπο την έννοια του κομμουνισμού. Μόνο που στον έρωτα δεν υπάρχουν εχθροί ή ο εχθρός είναι πάντα ο εαυτός μας.

 

 

 

Έφη Γιαννοπούλου

Ποιος ο λόγος να υποκρινόμαστε; (Μαρία Κατσουνάκη- Καθημερινή)

Στα κινούμενα σχέδια υπάρχει μια σκηνή σταθερά επαναλαμβανόμενη: η πορεία ενός σφαιριδίου που διανύει τις πιο απίθανες διαδρομές για να καταλήξει στον εξαρχής στόχο του. Οι θεατές γελούν με την εξωπραγματική, θεότρελη επιστροφή, με αυτήν την ευρηματική κίνηση μπούμερανγκ, αν και ξέρουν με ακρίβεια τι θα συμβεί. Η εμπειρία της επανάληψης όμως δεν αποθαρρύνει τους σεναριογράφους· το αντίθετο μάλιστα: στηρίζονται στα εκπαιδευμένα ανακλαστικά του κοινού και όχι στον αιφνιδιασμό.

Κάπως έτσι συμβαίνει, χρόνια τώρα, με το υπουργείο Πολιτισμού. Οποιος τοποθετείται, προέρχεται συνήθως από διαδοχικές «καραμπόλες». Τα πρόσωπα αλλάζουν, η διαδικασία παραμένει αναλλοίωτη.

Κάπως έτσι προέκυψε και ο διάδοχος του κ. Κώστα Τζαβάρα, κ. Πάνος Παναγιωτόπουλος. Από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας (στο οποίο μετακινήθηκε ο κ. Αβραμόπουλος) βρέθηκε στο Πολιτισμού, που ξανάγινε υπουργείο από Γενική Γραμματεία. Αναβάθμιση και αμηχανία. Ποιος μπορεί τώρα να ισχυριστεί ότι η κυβέρνηση δεν υπολογίζει στον Πολιτισμό, δεν τον θεωρεί «βαριά βιομηχανία» και «άμυνα της χώρας»;

Στην προσωπική ιστοσελίδα του Π. Παναγιωτόπουλου, στο μενού επιλογών, έχουν ήδη προστεθεί τρεις νέες κατηγορίες: Δραστηριότητα, Δελτία Τύπου και Δηλώσεις του υπουργού Πολιτισμού. Η αναζήτηση καταλήγει σε κενό. Λευκή σελίδα. Προφανώς, τις προσεχείς ημέρες, το επικοινωνιακά ακαταπόνητο πιστό στέλεχος της Ν.Δ., θα εμπλουτίσει το βιογραφικό του.

Βέβαια, οι δηλώσεις του δεν θα αφήσουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ούτε για τις επιθυμίες ούτε για τις προθέσεις του. Ο πολιτισμός (μπλα, μπλα, μπλα) προσφέρεται για τα πάντα και το τίποτα (με το δεύτερο να προηγείται θριαμβευτικά). Ετσι και χθες, στην καθιερωμένη τελετή παράδοσης και παραλαβής, ο απερχόμενος χειροκρότησε τη «θεσμική παλινόρθωση του ΥΠΠΟ» και ο νεοτοποθετηθείς σχολίασε τη νέα διαδρομή, «ελπίζω συναρπαστική, γόνιμη και ωφέλιμη στους ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης».

Ομως, επειδή, ακριβώς, οι «καιροί είναι χαλεποί», θα όφειλαν ίσως οι πολιτικά αρμόδιοι να είναι ειλικρινείς και απενοχοποιημένοι: δεν θέλουν το ΥΠΠΟ. Δεν τους απασχολεί. Υπάρχει όχι γιατί το υπαγορεύει κάποια εθνική ανάγκη αλλά για να εξυπηρετεί τη σκακιέρα των υπουργοποιήσεων, τις κομματικές ισορροπίες και τα πελατειακά δίκτυα. Για να απορροφά κραδασμούς και αντιδράσεις.

Ποιος ο χαρακτήρας ενός απαξιωμένου υπουργείου Πολιτισμού; Η γενική γραμματεία πρόδιδε την υποβάθμιση; Οταν τελειώνουν οι αναμονές για την καλύτερη επόμενη ημέρα (σε θεσμικό επίπεδο τουλάχιστον) και απομένει, απλώς, η διαχείριση ενός υπουργικού ρόλου, ποιος ο λόγος να υποδυόμαστε (υποκρινόμαστε) όλοι, ότι η χώρα συντηρεί υπουργείο για τον Πολιτισμό της; Βοηθούν οι αυταπάτες;

Οι μνηστήρες της Αφρικής (Νίκος Κωνσταντάρας- Καθημερινή)

Η επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα σε τρεις χώρες της Αφρικής αυτές τις μέρες υπενθυμίζει τη σημασία αυτής της τεράστιας, πλούσιας και ταλαιπωρημένης ηπείρου στη γεωστρατηγική σκακιέρα. Απ’ όταν άρχισε η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας και η φρενήρης αναζήτηση πρώτων υλών και πόρων, η Αφρική βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας κούρσας για επιρροή και εμπόριο. Στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, οι αναλυτές σημειώνουν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ έρχεται δεύτερος και καταϊδρωμένος, πίσω από τους ηγέτες της υπερδραστήριας Κίνας.

Αυτή είναι η δεύτερη επίσκεψη του Ομπάμα στην υποσαχάρια Αφρική ως πρόεδρος, μετά ένα σύντομο πέρασμα από την Γκάνα το 2009. Αντιθέτως, ο Σι Tzινπίγκ, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία της Κίνας μόλις τον περασμένο Μάρτιο, αφιέρωσε το πρώτο του ταξίδι στην Αφρική. Ο προκάτοχός του Χου Ζιντάο επισκέφθηκε την ήπειρο πέντε φορές σε μία δεκαετία. Το αποτέλεσμα είναι ότι απ’ όταν ο πρόεδρος Ζιάνγκ Ζεμίν ξεκίνησε την πολιτική προσέγγισης με την Αφρική το 1996, οι εμπορικοί και πολιτικοί δεσμοί εντάθηκαν ταχύτατα, σε σημείο που το 2009 η Κίνα εκτόπισε τις ΗΠΑ από κύριο εμπορικό εταίρο – με ετήσιο εμπόριο αξίας περίπου 200 δισ. δολαρίων.

Είναι προφανές ότι οι δύο υπερδυνάμεις δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την ήπειρο των 54 ανεξάρτητων χωρών, όπου έξι από αυτές ήταν μεταξύ των δέκα ταχύτερα αναπτυσσόμενων της τελευταίας δεκαετίας. Ενδεικτικά, οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν πρεσβείες σε 50 αφρικανικές χώρες. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, επίσης, έχει υιοθετήσει ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα με τις χώρες της ηπείρου, με στόχο τη βελτίωση της διακυβέρνησής τους και την ευημερία των πολιτών τους. Μεταξύ των στόχων της συνεργασίας είναι η διαχείριση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, η αποφυγή συγκρούσεων, η ανάπτυξη ανανεώσιμων πόρων ενέργειας, η δημιουργία υποδομών, η εξασφάλιση τροφίμων, η καταπολέμηση του AIDS, η διαχείριση της μετανάστευσης και η προώθηση της ισότητας των φύλων. Η Ε.Ε. είναι ο μεγαλύτερος πάροχος αναπτυξιακής βοήθειας στον κόσμο, προσφέροντας 53 δισ. ευρώ το 2011, παρότι πολλά μέλη της αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ε.Ε. και κάποιες χώρες-μέλη της παρείχαν πάνω από το 30% της βοήθειας που δόθηκε στην Αφρική εκείνο τον χρόνο.

Η Ε.Ε. επιχειρεί να αναπτύξει θεσμούς που θα βελτιώσουν τη ζωή των κατοίκων της Αφρικής. Οι ΗΠΑ προωθούν και αυτές την ανάπτυξη θεσμών και δείχνουν ζωηρό ενδιαφέρον για θέματα υγείας, αλλά και ασφαλείας, κυρίως μετά την πρόσφατη δημιουργία του Επιτελείου Αφρικής και τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην περιοχή. Η Κίνα προωθεί κυρίως συμφωνίες αμοιβαίου συμφέροντος, χωρίς να επεμβαίνει στα εσωτερικά των αφρικανικών χωρών, όπως πράττουν οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. Αγοράζει πρώτες ύλες και τρόφιμα, αναπτύσσει υποδομές, δημιουργεί κοινότητες Κινέζων. Η Αφρική μπαίνει σε μια νέα εποχή, με ισχυρούς μνηστήρες που ερίζουν για τις απεριόριστες προοπτικές της.

Νατάσσα Συλλιγνάκη….Οι άνθρωποι και οι σαύρες..

Image

[Δεν ξέρω αν ο Douglas Adams είχε «εμάς» στο μυαλό του όταν το έγραφε, αλλά φαίνεται αυτά συμβαίνουν και σε άλλα μέρη του πλανήτη. Και του Γαλαξία, επίσης ]

Καλό Σαββατοκύριακο!

«… και κατηφόρισε τη ράμπα ένα τεράστιο ασημένιο ρομπότ γύρω στα τριάντα μέτρα ύψος.
Άπλωσε το χέρι του.
«Έρχομαι με ειρηνικούς σκοπούς», είπε, και πρόσθεσε, ύστερα από μια νέα δόση τριγμών, «οδηγήστε με στη Σαύρα σας».

Ο Φορντ Έσκορτ φυσικά είχε μια εξήγηση για όλα αυτά
(…)
«Προέρχεται από μια πολύ αρχαία δημοκρατία, βλέπεις…»
«Θέλεις να πεις ότι έρχεται από έναν κόσμο με σαύρες;»
«Όχι», είπε ο Φορντ, που είχε γίνει τώρα κάπως πιο λογικός και κατανοητός, έχοντας πιει τον καφέ του με το ζόρι, «τίποτα το τόσο απλό. Τίποτα το τόσο ξεκάθαρο. Στον κόσμο του, οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Οι αρχηγοί τους είναι σαύρες. Οι άνθρωποι μισούν τις σαύρες, και οι σαύρες κυβερνούν τους ανθρώπους».
«Περίεργο», είπε ο Άρθουρ, «μου φάνηκε ότι είπες πως ήταν δημοκρατία».
«Το είπα», είπε ο Φορντ, «είναι».
«Τότε», είπε ο Άρθουρ, ελπίζοντας ότι δεν γινόταν γελοίος με την ανικανότητά του να καταλάβει, «γιατί οι άνθρωποι δεν ξεφορτώνονται τις σαύρες;»
«Βασικά, δεν το σκέφτηκαν», είπε ο Φορντ. «Έχουν όλοι τους δικαίωμα ψήφου, κι έτσι συμπεραίνουν πως η κυβέρνηση που ψήφισαν ταυτίζεται λίγο-πολύ με την κυβέρνηση που θέλουν».
«Θέλεις να πεις ότι τις ψηφίζουν τις σαύρες;»
«Ε, βέβαια», είπε ο Φορντ ανασηκώνοντας τους ώμους, «φυσικά’.
«Μα», είπε ο Άρθουρ δοκιμάζοντας πάλι τη μεγάλη ερώτηση, «γιατί;»
«Γιατί αν δεν ψήφιζαν μια συγκεκριμένη σαύρα», είπε ο Φορντ, «μπορεί να τους καθόταν στο σβέρκο η λάθος σαύρα»
(…)
«Μερικοί υποστηρίζουν ότι οι σαύρες είναι το καλύτερο πράγμα που τους έχει συμβεί», είπε. «Έχουν απόλυτο λάθος, βέβαια, οριστικό και απόλυτο λάθος, αλλά κάποιος πρέπει να το πει».»
[So Long, and Thanks for All the Fish.]

Η πατρίδα ευγνωμονούσα (Τάκης Θεοδωρόπουλος- Καθημερινή)

Image

Αν συγγενής δευτέρου βαθμού ή κόρη στενού φίλου μού έλεγε πως θέλει όταν μεγαλώσει να γίνει Φώφη Γεννηματά, δεν θα την απέτρεπα, αν βέβαια διέθετε το κατάλληλο επίθετο. Δεν είναι η μόνη, θα μου πείτε. Δόξα τω Θεώ οι πολιτικές δυναστείες στη χώρα μας είναι ανθεκτικότερες των επιχειρηματικών και το κληρονομικό δίκαιο ισχύει στην οριζόντιο ιδιοκτησία της πολιτικής σκηνής, όπως και στις πολυκατοικίες. Αναφέρομαι στην κυρία Γεννηματά επειδή θεωρώ πως η πατρίδα τής οφείλει ευγνωμοσύνη, αφού για ακόμη μία φορά εμφανίστηκε με το όπλο παρά πόδα, έτοιμη να αναλάβει δράση πριν καλά καλά ολοκληρωθεί η εκφώνηση του παραγγέλματος. Σε αντίθεση με την κυρία Βούλτεψη, η οποία αρνούμενη να γίνει υφυπουργός στέρησε από την πατρίδα, σε τόσο κρίσιμες στιγμές, το αγωνιστικό της σθένος. Η κυρία Γεννηματά όμως έχει και ακόμη ένα προσόν. Είναι μια στερεότυπη έκδοση της πολιτικής μας τάξης –στερεότυπες, ως γνωστόν, καλούνται οι εκδόσεις κλασικών κειμένων τις οποίες έχουν εκπονήσει φιλόλογοι μελετώντας και συγκρίνοντας παπύρους και κώδικες. Φέροντας ένδοξο όνομα του ελληνικού σοσιαλισμού και γνωστού νοσοκομείου της πρωτεύουσας, δεν έχει ποτέ παραμελήσει τον ρόλο που της απένειμε μια μοίρα αγαθή και γενναιόδωρη. Ρόλος που, όσο κι αν φαίνεται απλός για μας τους πληβείους θαυμαστές της, είναι δύσκολος, επώδυνος και βασανιστικός. Να θυμίσω απλώς τι δύναμη ψυχής έδειχνε η Ελεν Μίρεν στον ρόλο της Ελισάβετ, όχι μόνον για να αντιμετωπίσει τα πολιτικά προβλήματα που προέκυψαν μετά τον θάνατο της Νταϊάνα, αλλά και για να προστατεύσει τα σύμβολα του θεσμού ακόμη και στην τρέχουσα καθημερινότητα της ζωής της. Η κ. Γεννηματά, τηρουμένων όλων των αναλογιών, είναι κάτι σαν τη βασίλισσα του ΠΑΣΟΚ, του βαθέος ΠΑΣΟΚ, αυτού που έφερε τον λαό στην εξουσία και μας επέτρεψε να γνωριστούμε με τη σκέψη της Δήμητρας Λιάνη. Ο ρόλος της δεν απαιτεί έργα ούτε πράξεις, κατά συνέπεια δεν κρίνεται από την αποτελεσματικότητά της. Αν θυμάμαι καλά έχει διατελέσει υπερνομάρχης, αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας και Εσωτερικών, υφυπουργός, εκπρόσωπος ή κάτι παρεμφερές, όμως η θητεία της και οι δραστηριότητές της ελάχιστη σημασία έχουν. Σημασία έχει ότι ήταν παρούσα, ωσεί απούσα, και ανταποκρινόταν στον ιστορικό της ρόλο. Και επειδή ακριβώς ήξερε να τηρεί το πρωτόκολλο του ρόλου της κατά γράμμα, ευτυχώς δεν δοκίμασε να σταδιοδρομήσει σε κάτι άλλο, κράτησε τα λάβαρα του κινήματος όρθια, ακόμη και μετά την κωμικοτραγική έξοδο από τη σκηνή του τελευταίου πρίγκιπος των Παπανδρέου.

Οσοι τώρα ανησυχούν για τη θέση που της έδωσε η Ιστορία στο υπουργείο Αμυνας -με κεφαλαίο το Ι- νομίζω ότι υπερβάλλουν. Ως αναπληρώτρια δεν θα χρειασθεί να συμμετάσχει με τους επιτελείς στο νέο αμυντικό δόγμα της χώρας, το οποίο, υποθέτω, έχει ήδη εκπονήσει ο κ. Αβραμόπουλος λαμβάνοντας υπόψη τις ταραχές στην Τουρκία και τη Βραζιλία, ως επίσης και το αποτέλεσμα των ιρανικών εκλογών. Είναι βέβαιον ότι αν δεν είχε ολοκληρωμένο σχέδιο, δεν θα δεχόταν να αναλάβει μία καρέκλα η οποία ακόμη κρατάει το σχήμα από το εκτόπισμα ενός Πάνου Παναγιωτόπουλου ο οποίος, κι αυτός με τη σειρά του, είχε το θάρρος να διαδεχθεί έναν Κώστα Τζαβάρα. Και για να σοβαρευτούμε. Τη ρημαγμένη μας πατρίδα ουδόλως ενδιαφέρουν τα σύμβολα, οι βασίλισσες και οι κατ’ ανάγκη δεσμοί ενός κλειστού επαγγέλματος. Κι αν εκλαμβάνουν τη σιωπή της ως ευγνωμοσύνη, μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσουν τους ερμηνευτικούς τους κώδικες. Δύσκολο; Σχεδόν αδύνατο. Ας φρόντιζαν, ας φρόντιζε η περίφημη μεσαία τάξη που τόσες δεκαετίες στεγαζόταν στις επαύλεις του δικομματισμού, και τώρα, γυμνή και ανυπόδητη, διαπιστώνει ότι οι διαχειριστές της τύχης της τής μοιάζουν ανεπαρκείς, ελάχιστοι, κατώτεροι των περιστάσεων.

Η ανεργία στην Ισπανία πλήττει τώρα και τους προνομιούχους εργαζόμενους!!

Η ανεργία στην Ισπανία, που έχει φθάσει στα ιστορικά ύψη του 27,16%, έχει αρχίσει και πλήττει πλέον τους άλλοτε θεωρούμενους καλά προστατευμένους μισθωτούς, δηλ. τους άνδρες μεταξύ 30 και 50 ετών, που συνδυάζουν ανώτατες σπουδές και μόνιμες συμβάσεις, ή συμβάσεις αορίστου χρόνου εργασίας, υπογραμμίζεται σε έκθεση που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
 
«Η ανεργία πλήττει ήδη όσους ονομάζουμε ‘insiders’», μία κατηγορία που περιλαμβάνει τους άνδρες ηλικίας 30-49 ετών με ανώτατες σπουδές και με εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου, επεσήμανε ο Τζοζέπ Μαρία Κομαχουνκόσα, καθηγητής στην εμπορική σχολή Esade και συντάκτης της έκθεσης.
 
«Αρχικά, η μερίδα αυτή του πληθυσμού δεν είχε γευθεί την ανεργία», εξηγεί ο Κομαχουνκόσα, προσθέτοντας πως στις απαρχές της κρίσης το 2008 η κατηγορία αυτή κατέγραφε ποσοστά ανεργίας μόλις 3%.
 
«Εντούτοις, μέσα στο 2012, το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 13%», που ναι μεν είναι πολύ κατώτερο του μέσου όρου στην Ισπανία, αλλά ο ίδιος ο αναλυτής το θεωρεί, για το “ποιόν” της κατηγορίας αυτής, πολύ αυξημένο».
 
«Η διαιώνιση της κρίσης μέσα στο χρόνο έχει ως συνέπεια να πλήττονται από την ανεργία και ομάδες που έως σήμερα ήταν στο απυρόβλητο», υπογραμμίζει ο ίδιος, εκφράζοντας την ανησυχία του για τη διάδοση: «Οι επιπτώσεις της ανεργίας στην κατανάλωση θα είναι ακόμη πιο ισχυρές, διότι αυτή η μερίδα του πληθυσμού είχε διατηρήσει έως σήμερα αλώβητο το επίπεδο δαπανών τους».
 
Επιπλέον, αυτό «θα επιδεινώσει τα επίπεδα των αμφίβολων δανειοληπτών όσον αφορά τα τραπεζικά δάνεια», καθώς η κατηγορία αυτή, που κατά τον οίκο αξιολόγησης Fitch, είναι η πιο πρόσφορη στην ιδιοκτησία ενός ακινήτου, θα έχει εφεξής δυσκολίες στο να αποπληρώσει τις δόσεις, μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο.
 
Κι ενώ η ισπανική κυβέρνηση διαβεβαιώνει σε όλους τους τόνους πως κατά το β’ τρίμηνο τα στοιχεία, τόσο για το ΑΕΠ, όσο και για την ανεργία, θα δείξουν εμφανή βελτίωση, η έκθεση που παρουσίασε η Esade κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. «Οι προβλέψεις μας είναι πως η ανεργία θα παραμείνει υψηλή κατά το 2013 και το 2014», με ασφαλώς μία «προοδευτική ελάττωση» του ποσοστού της, αλλά «χωρίς μία εντυπωσιακή μείωση πριν το 2014».
 
Η έκθεση προβλέπει για την Ισπανία μία συρρίκνωση του ΑΕΠ περίπου 1% το 2013 και «δεν πρόκειται πριν το 2014 να ανοίξει κάποιο παράθυρο για μία ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης», η οποία θα παραμείνει «ακόμη μέτρια, κάτω από το 1%, γεγονός που δεν πρόκειται να επιτρέψει τη δημιουργία πολλών θέσεων εργασίας», δηλώνει ο Κομανχουκόσα, για τον οποίον είναι «απαραίτητο να ασκηθεί μία πολιτική που θα διευκολύνει την ανάπτυξη».

Οι ρίζες του μίσους – του Κορνήλιου Καστοριάδη

Castoriadis infront of the fire place

 

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

 

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

 

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

 

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

 

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

 

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

 

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

 

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

 

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

 

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

 

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

 

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

 

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

 

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

 

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Μίλησε η μνήμη (O Librofilo γράφει για τα Κτερίσματα του Μισέλ Φάις)

Image
Μίλησε μνήμη…

«Από παλιά η μνήμη από δεύτερο χέρι ρουφιάνευε την πρωτογενή μνήμη»
 
Η μνήμη «μιλάει» αποσπασματικά με έναν έξοχο ελεγειακό και απόλυτα μινιμαλιστικό λόγο, στο πρόσφατο βιβλίο του Μισέλ Φάις, με τίτλο «ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ», (εκδ. Πατάκη, σελ.283). Εικόνες ολοκληρωμένες, εικόνες φευγαλέες, εικόνες σαν φωτογραφίες ή σαν μικρού μήκους ταινίες, περνάνε σε σύντομα κεφάλαια (θυμίζοντας στους παλαιότερους τα – μαγικά στα παιδικά μάτια –  viewmasters), προκαλώντας και προσκαλώντας τον αναγνώστη σε ένα σαγηνευτικό παιχνίδι συμμετοχής.
 
«Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα, που δεν είναι αρκετά μέρα, κι ωστόσο μια μέρα μπουχτισμένη από νύχτα, μια μέρα που εύχεσαι να μην ξημερώσει άλλη σαν αυτήν, και σιγά μη σου κάνει το χατίρι, αφού κάθε μέρα από δω και πέρα, η αρχή να μη γίνει, θα είναι ένα ξημέρωμα αυτής της μέρας, ίδιας και απαράλλαχτης, της μπουχτισμένης από νύχτα και της πεισματικά αξημέρωτης, αυτή τη γαμημένη μέρα λοιπόν, κάποιος που διατείνεται πως γεννηθήκατε το ίδιο λεπτό και, το εξωφρενικότερο, πως θα πεθάνετε το ίδιο λεπτό ξαπλώνει  πλάι σου γυμνός. Όχι, καμμία σχέση με σοδομισμό. Ένας σκατόγερος, φτυστός εσύ τριάντα χρόνια μετά. Σκαμμένο πρόσωπο, σταφιδιασμένο δέρμα, ραγισμένη φωνή, γέρνει στο προσκέφαλό σου. Κάποιος που μόνο για το βάτεμα της ψυχής σου νοιάζεται, αρχίζει να σου ψιθυρίζει στο αυτί, στο στόμα, στην κωλοτρυπίδα, ό,τι αθλιότητα έχεις σκεφτεί τόσο εξαντλητικά, που είναι σαν να την έχεις κάνει, ό,τι αθλιότητα δεν έχεις σκεφτεί αλλά την έχεις κάνει.
Η καταχωνιασμένη κασέτα της ζωής σου ξανά και ξανά παιγμένη.»
 
Τα «κτερίσματα» ήταν (στην αρχαία Ελλάδα) τα αντικείμενα τα οποία τοποθετούσαν στον τάφο μαζί με το νεκρό. Συνήθως αντικείμενα αγαπητά σ΄ αυτόν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο Φάις, αυτοβιογραφικός σχεδόν σε όλα τα κείμενά του, στην πλούσια βιβλιογραφία του, κάνει σ’αυτό το βιβλίο, μια βαθιά τομή μιλώντας για την παιδική ηλικία, τα πρώτα σεξουαλικά ερεθίσματα, τις μυρωδιές και την τριβή των σωμάτων, τον οικογενειακό αλληλοσπαραγμό για να καταλήξει στις ερωτικές στιγμές, στις σχέσεις που τον σημάδεψαν, στα ερωτικά βιώματα που καθόρισαν την προσωπικότητά του.
 
«Θλιβερός αντιγραφέας της ζωής μου και ατάλαντος συγγραφέας της αυτοβιογραφίας ενός άλλου. Ένας καταδικασμένος γραφιάς, καταδικασμένος να γράφει και να ξαναγράφει, από τη μέρα που άνοιξε τα μάτια του μέχρι τη μέρα που θα τα κλείσει, το βιβλίο του πατέρα και το βιβλίο της μητέρας, με άλλα λόγια το βιβλίο της ταραγμένης ομιλίας, μνήμης και σεξουαλικότητας και ποτέ μα ποτέ το βιβλίο της οικογένειας, δηλαδή το βιβλίο του εαυτού και των άλλων, το βιβλίο της ξανακερδισμένης συνοχής.»
 
Μια οικογένεια στην Βορειοανατολική Ελλάδα – στην Κομοτηνή συγκεκριμένα, οι γονείς γιατροί με εβραϊκές ρίζες από την πλευρά του πατέρα και ένα παιδί με αχαλίνωτη φαντασία, γεμάτο περιέργεια και μια αδυναμία στη μητέρα. Οι γονείς χωρίζουν, ο μικρός ακολουθεί την μητέρα του στην Αθήνα. 
Μνήμες από τη ζωή στη Θράκη την δεκαετία του ‘60, ατμόσφαιρα ανατολής γεμάτης ερωτισμό και μυρωδιές στο πρώτο μέρος, με εικόνες ενίοτε ρεαλιστικές, ενίοτε ιμπρεσιονιστικές – τα σώματα των γυναικών, γεμάτα ερωτισμό είτε απροκάλυπτο, είτε στη φαντασία του γεμάτου περιέργεια παιδιού. Ο θυμός προς την «μαλθακότητα» και την «ηρεμία» του πατέρα που δέχεται τα γεγονότα χωρίς να αντιδράσει, η μανία – σχεδόν ερωτικής φύσης – προς τη μητέρα που κάνει την «εξέγερσή της».
 
«Ένας γάμος  μες στα σκατά. Ένα μαλακισμένο φλερτ. Μια γυναίκα μιλάει. Επείγεται. Κι ένα εξουθενωμένο σχολιαρόπαιδο, με ξεσκισμένη καρδιά, ακούει – ακούει;»
 
Στο δεύτερο μέρος, θραύσματα άναρχα και αποσπασματικά, σημειώσεις από τετράδια, τραγούδια, ποιήματα, ερωτικές κραυγές, αγγελίες για σεξ, κραυγές και ψίθυροι, βρισιές. Ένα παζλ φράσεων φαινομενικά ασύνδετων αλλά (επί της ουσίας), εξαιρετικά δομημένης αρχιτεκτονικής ώστε να επιτείνουν την απόγνωση και την μελαγχολία που διαπερνά τις σελίδες του βιβλίου.
 
«Όσο περισσότερο σ’ερωτεύομαι, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι ούτε έρωτας υπάρχει ούτε εσύ.»
 
Στο τρίτο μέρος, το ερωτικό παιχνίδι μέσα από σχέσεις, άλλες μακροχρόνιες, άλλες εφήμερες. Με την ερωτική επιθυμία να δονεί τις σελίδες και μια σεξουαλικότητα που εκρήγνυται μέσα από ανούσιες επαφές, άχρηστες συνομιλίες, υστερίες και βίτσια, με το αδιέξοδο του έρωτα να κυριαρχεί παντού. Χιούμορ και αυτοσαρκασμός, στοχασμός και ελεγεία σε πρώτο πλάνο με μια αφήγηση που παρασέρνει τον αναγνώστη σε ένα μεθυστικό και γοητευτικό λογοτεχνικό ταξίδι.
 
«Ο συμμαθητής σου, που είδε τη χοντρή θεούσα θεία του να βγαίνει από το μπάνιο όπως τη γέννησε η μάνα της, να κάθεται πάνω σε μια κόκκινη πετσέτα και με θωπευτικές κινήσεις να αλείφεται με Νιβέα ανάμεσα στα μπούτια και πίσω στα κωλομέρια, καθόταν πλάι σου στο θρανίο.
Διαγωνίως απέναντι καθόταν εκείνος που ισχυριζόταν ότι το πράμα της κατσίκας είναι ανώτερο από εκείνο των συμμαθητριών σας.
Πίσω σου καθόταν ένα λελέκι που επέμενε ότι δεν αυνανίζεται διότι, όπως διάβασε σ’ένα βιβλίο σεξολογίας, το σπέρμα τελειώνει κι άμα τελειώσε, πως θα κάνει παιδιά όταν μεγαλώσει και παντρευτεί;
Ο γιός του συμβολαιογράφου, ο γιός του τυρέμπορα και ο γιός της βιβλιοπώλη ήταν αχώριστοι στο δημοτικό, αχώριστοι στο γυμνάσιο, αχώριστοι και στο μοιραίο.
Στην Τρίτη γυμνασίου, σε διακοπές στη Θάσο, τρικάβαλο σε μηχανάκι έπεσαν σε γκρεμό.»
 
Αυτή η «εν θερμώ» ρέουσα αφήγηση είναι που καθιστά το συγκεκριμένο βιβλίο, πραγματικό «στολίδι» γραφής και ύφους. Ανατρεπτικός και άναρχος, παραληρηματικός και εξομολογητικός, ο συγγραφέας δεν διστάζει «να ξεγυμνωθεί» μέσα από τις θραυσματικές εικόνες που περιγράφει, δεν διστάζει να μιλήσει ωμά και σκληρά προς εαυτόν και προς αλλήλους, δεν κολώνει να επιτεθεί στην «αγία οικογένεια»,  δεν σταματάει να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται σε ένα αλλιώτικο «πένθιμο εμβατήριο» για το σεξ, το ερωτικό παιχνίδι, τις ερωτικές εμμονές, «τακτοποιώντας» ίσως τη σχέση του συγγραφέα με το παρελθόν, λειτουργώντας ως ένα είδος «καθαρτηρίου» ψυχολογικού.
 
Τα «Κτερίσματα», αυτά τα υπέροχα λογοτεχνικά θραύσματα μνήμης, θα μπορούσε να είναι και ένα μοντέρνο δράμα ή μια αρχαιοελληνική τραγωδία. Με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες να παρεμβάλλονται στο κείμενο και να φέρνουν στο νου, ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ ή την «γυμνότητα» και την δύναμη της ασπρόμαυρης εικόνας. Θα μπορούσε να είναι μια ταινία του Λ.Μπονιουέλ ή και μια «απογειωμένη» ταινία του Ν.Λιντς, δεν είναι όμως τίποτε απ’όλα αυτά (ή ίσως όλα αυτά μαζί). Το βιβλίο του Φάις, είναι ίσως ότι καλύτερο από πλευράς νεοελληνικής λογοτεχνίας διάβασα το πρώτο εξάμηνο της χρονιάς – ένα βιβλίο τόσο γοητευτικό που δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου.
 
«Σύμφωνοι. Πονέσατε πολύ, αλλά και γελάσατε πολύ. Με άλλα λόγια, το μέλι κάποτε ζαχάρωσε και το μαχαίρι στόμωσε. Κι ένας πόνος που γελάει πόσο ν’αντέξει; Κι όμως, κανάγια χρόνε, πανταχού παρόντα με τους αμέτρητους ρουφιάνους σου, αυτό που δεν αγγίζει η σκουριά σου άντεξε.»

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: