Πρόσωπα, Ρίτσα Μασούρα


Image

Είναι φορές που η ελληνική πραγματικότητα εξαντλεί. Το ύφος των ανθρώπων, οι πράξεις τους, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τα τρέχοντα προβλήματα, οι βίαιες ή ήπιες ή αδιάφορες αντιδράσεις. Συγκεχυμένη εικόνα μιας φυλής που νιώθει σαν άγριο ζώο, εγκλωβισμένο στην παγίδα του κυνηγού, δίχως την εύνοια των θεών στο πλευρό του. Μια φυλή που επιμένει διαστροφικά στα φτηνά χαρακτηριστικά της (όλες οι φυλές διαθέτουν αρκετά), γουστάρει την απραξία, διοχετεύει τις δυνάμεις της σε ανούσιες πράξεις και αποστρέφει το βλέμμα από το καινούργιο, το άυλο, το διαφορετικό. Είναι προφανές ότι της λείπει η λατρευτή κανονικότητα που ώς τώρα θύμιζε τατουάζ διαρκείας. Ολα δικαιολογούνται. Κυρίως η προσκόλληση στην κανονικότητα που άπειρες φορές οδηγεί στην πνιγηρή στασιμότητα. Αλλά δεν γεννηθήκαμε επαναστάτες, ούτε σπουδαίοι ερευνητές, φιλόσοφοι, διανοούμενοι. Είμαστε η συμπαθητική τάξη των μετρίων. Αντιλαμβανόμαστε τις βαθύτερες έννοιες της εποχής. Τις απορρίπτουμε, όμως, γιατί ανατρέπουν την κανονικότητά μας. Κάποιοι μεγαλορρήμονες επιμένουν πως θυμίζουμε μπορχικούς καθρέφτες («Υπήρξαν φορές που φοβήθηκα πως θ’ άρχιζαν ν’ αποκλίνουν απ’ την πραγματικότητα», Μπόρχες [φωτ.]). Μέσα τους αντανακλάται αυτό που φανταζόμαστε κι όχι ο πραγματικός εαυτός, η πραγματικότητα του τόπου, παρ’ ότι η Ιστορία μάς γειώνει με τα πολλά παραδείγματά της.

Στις δύσκολες εποχές μοιάζω με στρείδι που κολλάει στον βράχο – Ιστορία. Διαβάζω αποσπασματικά το «Διχασμός και Εξιλέωση» του Βασίλη Καραποστόλη (εκδ. Πατάκη). «Τέσσερα χρόνια μετά την αναγγελία της πτώχευσης από τον Τρικούπη, η Ελλάδα είναι έτοιμη να ριχτεί στην περιπέτεια που ήλπιζε ότι θα τη βοηθούσε να ξεπεράσει τις μεταπτώσεις στο ηθικό της, τα χρέη της, τις διακομματικές διενέξεις της. Για κακή της τύχη, η έκβαση του πολέμου το 1897 ήταν ράπισμα σ’ αυτές τις προσδοκίες. Πασχίζοντας να απαλλαγεί από τον βραχνά των ταπεινώσεων, η χώρα βρέθηκε ξαφνικά για μια φορά στη θέση του ικέτη. Ψυχικά και ηθικά, το να χάσει η Ελλάδα το γόητρο μιας χώρας εδραιωμένης που σιγουρεύει τα κέρδη της και τα αυξάνει σταθερά και με πρόγραμμα, ήταν μια οπισθοχώρηση που δύσκολα θα διορθωνόταν… Συμβαίνει μερικές φορές μέσα από το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει μια χώρα να ξεμυτάει η προσμονή για αντενέργειες, για πράξεις ριζικές που θα μπορούσαν να τερματίσουν την περίοδο της πνιγηρής στασιμότητας. Μα η προσμονή αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην και αίτημα και πολύ λιγότερο επιταγή. Αν ήταν, το ζήτημα θα λυνόταν εύκολα. Οταν μια χώρα ζητεί κάτι συγκεκριμένο, σημαίνει ότι ήδη έχει ετοιμάσει κάποιους από τους γηγενείς να αναλάβουν την πραγμάτωση του συλλογικού σκοπού. Αν όμως δεν ξέρει τι της χρειάζεται για να συνέλθει;»

«Βυθισμένη στην αστάθεια και την ταραχή από την ήττα του 1897, η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να προβεί σε αντιπερισπασμούς που θα την βοηθούσαν να αποκαταστήσει τις ζημιές ή και να ξεχαστεί… Εμενε λοιπόν με την αόριστη προσμονή που σήμαινε ότι καλούσε σε αόριστο εγερτήριο όσους δεν είχαν αποκάμει από τις εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις». Είναι προφανές ότι η Ελλάδα εκείνης της εποχής αναζητούσε δίχως πυξίδα ένα άνοιγμα στην ελευθερία, στην αποδέσμευση. Κι εμείς εδώ βρισκόμαστε. Εκ πρώτης όψεως, ειδικότερα μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Ευρώπη, δείχνουμε να μην κινούμαστε πια τόσο στην αοριστία. Αλλά ουδείς εγγυάται ότι έχουμε ανακαλύψει τις δικές μας ατραπούς ή ότι θα υπάρξει πάλη ανάμεσα στον Διγενή και τον Χάροντα, στο καθησυχαστικό χθες και το ανήσυχο αύριο.

Η Ελλάδα υπέστη σοβαρή ήττα εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης και με αφορμή την εσωτερική της λαγνεία προς την ευμάρεια. Αυτή την ευμάρεια την υφάρπαξε με τη συμβολή των πολιτικών. Τώρα καλείται να διδαχθεί από την ήττα, όπως οι Ελληνες διδάχτηκαν παλιά από τη μικρασιατική καταστροφή. Πολλοί προτείνουν να αποφεύγουμε τις ανόμοιες συγκρίσεις. Ομως όλοι σκαλίζουν την Ιστορία. Το ίδιο οφείλει να κάνει και ο μάνατζέρ μας, η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ενας μάνατζερ δεν αρκεί να γνωρίζει τους κανόνες λειτουργίας μιας επιχείρησης (ας μου επιτραπεί η υπερβολή), πρέπει να γνωρίζει καλά τους εργαζομένους της. Κάποτε ο Μιτεράν, ο οποίος απέρριπτε τον όρο μάνατζερ στην πολιτική, είχε πει πως Ευρωπαίος είναι αυτός που έχει πλήρως συνειδητοποιήσει τη φρίκη των δύο παγκόσμιων πολέμων και δεν διανοείται να υποστεί έναν τρίτο. Σ’ αυτό ας συμβάλλει και ο δικός μας τόπος, όσο κι αν λατρεύουμε την κανονικότητα, όσο κι αν με τον καιρό συνηθίζουμε σιγά σιγά στους μάνατζερ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s