Άρθρο του Jean Pisani-Ferry / Οικονομική μεταρρύθμιση, τίνος;


 Image

Ο JeanPisani-Ferry έγραψε το άρθρο για το 

 Project Syndicate, 30-7-2013, «Whose Economic Reform?»

Ο Γάλλος οικονομολόγος Jean Pisani-Ferry (γνωστός από το βιβλίο του «Η αφύπνιση των δαιμόνων», εκδ. Πόλις, 2012), μιλά για το θέμα των οικονομικών  μεταρρυθμίσεων – κάτι που αφορά κυρίως τη χώρα μας – για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι  «μια ατζέντα οικονομικών μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να προκύψει από μια μηχανική διαδικασία», και να τονίσει –κάτι που βρίσκεται το περιθώριο της κουβέντας– τη δημοκρατική βάση στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να υλοποιούνται οι όποιες μεταρρυθμίσεις.

 Μετάφραση: Θανάσης Βασιλείου

ΠΑΡΙΣΙ – Μαζί με τη δημοσιονομική εξυγίανση, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν το νέο ευρωπαϊκό μάντρα. Οι διεθνείς οργανισμοί και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρούν τις μεταρρυθμίσεις αναγκαίες για την οικονομική ανάκαμψη, τη μεγέθυνση της οικονομίας, και προϋπόθεση για να καταπολεμηθεί η μάστιγα της ανεργίας.

Πράγματι, η συμφωνία που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και την «τρόικα» (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Ευρωπαϊκή Επιτροπή), περιελάμβανε έναν 48σέλιδο κατάλογο με λεπτομέρειες για τις μεταρρυθμίσεις. Δεν δόθηκε σε όλες τις χώρες ένας τόσο μεγάλος κατάλογος για το «τι-πρέπει-να-κάνουν», αλλά εφόσον το 2010 ο κατάλογος αυτός ενσωματώθηκε στη νέα νομοθεσία της Ε.Ε., αυτές οι συστάσεις απευθύνονται πλέον σε όλους. Για παράδειγμα, οι εντολές που δόθηκαν στην Ιταλία περιελάμβαναν συστάσεις για αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την εταιρική διακυβέρνηση στον τραπεζικό τομέα, την αγορά εργασίας, τα σχολεία, τη φορολογία, το άνοιγμα του τομέα των υπηρεσιών, και για τις υποδομές.

Όλοι συμφωνούμε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει επειγόντως να εφαρμόσουν βαθιές μεταρρυθμίσεις. Η χαμηλή παραγωγικότητα και η επίμονη ανεργία θεωρούνται στοιχεία για την αναγκαιότητα μιας πλήρους αναδιάρθρωσης των οικονομιών. Αλλά αν αυτή η διαπίστωση δικαιολογεί την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, δεν εξασφαλίζει κάποια στέρεη βάση για την εκπόνηση του σχεδιασμού μιας αποτελεσματικής οικονομικής ανάκαμψης.

Ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει την επίλυση δύο προβλημάτων. Το πρώτο θέμα είναι αυτό των σκοπών. Οι επιτυχείς κοινωνίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές. Σε μερικές κοινωνίες υπάρχουν ανισότητες, ενώ άλλες είναι περισσότερο εξισωτικές. Άλλες προφυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού το μεγάλο κράτος πρόνοιας, ενώ άλλες το εξαφανίζουν. Ορισμένες χώρες βασίζονται σε εκτεταμένες συλλογικές συμβάσεις ενώ σε άλλες χώρες οι συλλογικές συμβάσεις αποκλείονται εντελώς. Μερικές χώρες βασίζονται σε ευκαιριακές συναλλαγές, ενώ άλλες βασίζονται σε σταθερές σχέσεις. Οι μελετητές αναφέρονται σε «ποικιλίες καπιταλισμού», ακριβώς, για να τονίσουν την απουσία ενός ενιαίου προτύπου επιτυχίας.

Αλλά αν υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα, σε ποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα; Οι διεθνείς οργανισμοί γενικά επισημαίνουν – και σωστά –  ότι στις πλείστες των περιπτώσεων, μια χώρα μπορεί να βελτιώσει την οικονομική της αποδοτικότητα χωρίς να μεταβάλλει το οικονομικό της μοντέλο. Για παράδειγμα, συχνά υπάρχει μεγάλο περιθώριο για την επίτευξη της ίδιας αναδιανομής εισοδήματος με χαμηλότερο δημοσιονομικό κόστος, ή προκειμένου οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας να λαμβάνουν υπόψη τους τα συμφέροντα των ατόμων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης. Έτσι, τα εθνικά μοντέλα μπορούν να μεταρρυθμιστούν, διατηρώντας ωστόσο ρυθμίσεις που εκπληρώνουν τις κοινωνικές προτιμήσεις και διατηρώντας μέριμνες για άτομα δίχως απασχόληση. Έτσι, τα εθνικά μοντέλα μπορούν να μεταρρυθμιστούν διατηρώντας εκείνα τα θεσμικά πλαίσια που ικανοποιούν τις κοινωνικές προτιμήσεις.

Ωστόσο, μια τέτοια απάντηση είναι, τρόπον τινά, αβασάνιστη. Οι χώρες δεν είναι μόνον αναποτελεσματικές· επιπρόσθετα, πολλές φορές είναι και ασυνεπείς. Για παράδειγμα, μερικές χώρες προσποιούνται ότι επιθυμούν να γίνουν παγκόσμια κέντρα, χωρίς να καλοδέχονται τους αλλοδαπούς – είναι αυτό που εμπόδισε την Ιαπωνία να αναδειχθεί ως ένα παγκόσμιο οικονομικό κέντρο τη δεκαετία του 1990· ή ελπίζουν να αναπτυχθούν ως οικονομίες της γνώσης, αλλά απεχθάνονται τις ακαδημαϊκές ελευθερίες· ή έχουν στόχο τους την ανάπτυξη της καινοτομίας, χωρίς να επιτρέπουν στους καινοτόμους να γίνουν πλούσιοι.

Μια τέτοια ασυνέπεια είναι συχνά ένα σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη. Αντίθετα, η επιτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών ως ατμομηχανής της καινοτομίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνέπεια που παρατηρείται σε τομείς που εκτείνονται από την εκπαίδευση και τη μετανάστευση μέχρι τη φορολογία και την αγορά εργασίας.

Επομένως, οι μεταρρυθμίσεις που βοηθούν την ανάπτυξη, δεν προϋποθέτουν μόνο την αντικατάσταση των αποτελεσματικών θεσμικών ρυθμίσεων με αντίστοιχες αποτελεσματικές·  απαιτούν επίσης την αντιμετώπιση δύσκολων επιλογών –πράγμα που, σε τελική ανάλυση, είναι ένα καθαρά πολιτικό εγχείρημα. Και κατ’ αυτή την έννοια, οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να προτείνει ο κάθε διεθνής οργανισμός υποκαθιστώντας τη βούληση των ψηφοφόρων της χώρας.

Το δεύτερο πρόβλημα με τον σχεδιασμό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι αυτό της στρατηγικής. Όπως έχει επισημάνει ο οικονομολόγος Dani Rodrik, η τυπική ανάλυση οδηγεί εν γένει σε έναν κατάλογο επιθυμητών μεταρρυθμίσεων ο οποίος όμως δεν λέει στις κυβερνήσεις από πού να αρχίσουν. Οι φοβισμένοι ηγέτες ξεκινούν κυρίως με θέματα που έχουν να κάνουν με πολιτικές σκοπιμότητες, ενώ οι τολμηροί ηγέτες αρχίζουν με πιο απαιτητικές προδιαγραφές· αλλά ουδεμία εγγύηση υπάρχει για το ποια από τις δύο αυτές προσεγγίσεις θα οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ακόμα και μια φαινομενικά ορθολογική στρατηγική, δηλαδή, ότι πρώτα θα πρέπει να διορθωθούν οι μεγαλύτερες ανεπάρκειες, δεν είναι απαραίτητα η κατάλληλη.

Ένας λόγος είναι ότι η αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης μπορεί να εξαρτάται από τις συνθήκες που επικρατούν σε άλλους τομείς: τα καλά πανεπιστήμια, για παράδειγμα, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις συνέπειες της κακής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Επιπλέον, η εξάλειψη μιας παραμόρφωσης μπορεί να είναι αναποτελεσματική ή ακόμα και αντιπαραγωγική: σε μια οικονομία με πρόβλημα στις τις αμοιβές, μια μερική μεταρρύθμιση θα μπορούσε απλά να οδηγήσει σε μετατοπίσεις μεταξύ των τομέων και των άλλων συντελεστών, αντί να τις μειώσει προς όφελος της κατανάλωσης.

Ως εκ τούτου, μπορεί να χάνεται σημαντική πολιτική ενέργεια στην προώθηση ατελέσφορων μέτρων. Αντ’ αυτού, οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν με απολύτως δεσμευτικό περιορισμό σε σχέση με την απόδοσή τους (η οποία και θα συνδέεται με το σύνολο των αγκυλώσεων που αντιμετωπίζει η οικονομία).

Επιπλέον, τα αποτελέσματα μεταρρυθμίσεων εξαρτώνται από τις συνθήκες του οικονομικού κύκλου. Γενικά, οι θιασώτες  των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ισχυρίζονται ότι στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγής και της ευημερίας μεσοπρόθεσμα, και ότι δεν έχει και τόση σημασία το βραχυπρόθεσμο διάστημα. Αλλά, ενώ ορισμένες μεταρρυθμίσεις –  για παράδειγμα, εκείνες που βελτιώνουν την πρόσβαση στην πίστωση ή αυτές που βοηθούν στην εξάλειψη του κόστους εισροών όταν αυτό πλήττει την κατανάλωση – μπορούν πράγματι να βοηθήσουν ώστε να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη όταν υπάρχει μειωμένη ζήτηση, όπως αυτή που βιώνει τώρα η Ευρώπη, άλλες όμως μπορεί να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που διευκολύνουν τις επιχειρήσεις να μειώσουν το προσωπικό τους, αποδυναμώνουν ακόμα περισσότερο τη ζήτηση, υπογραμμίζοντας έτσι το πόσο σημαντική είναι η μελέτη των μεταρρυθμιστικών επιδράσεων στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι μια ατζέντα οικονομικών μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να προκύψει από μια μηχανική διαδικασία. Σε κάποιο σημείο θα πρέπει να γίνουν δύσκολες επιλογές σχετικά με τις προτεραιότητες και την αλληλουχία των μεταρρυθμίσεων. Κανείς δεν λέει ότι οι διεθνείς οργανισμοί και η Ε.Ε. δεν προσφέρουν καμία βοήθεια. Απεναντίας, οι φορείς αυτοί είναι αρκετά πολύτιμοι όσον αφορά το βαθμό στον οποίο διενεργούν διεθνείς συγκρίσεις και επισημαίνουν ελλείψεις. Αλλά υπάρχει μια γραμμή πέρα από την οποία μόνον οι κυβερνήσεις μπορούν να θέσουν προτεραιότητες και να προχωρήσουν σε δράσεις. Δηλαδή, ύστερα από όλα αυτά, οι ψηφοφόροι είναι εκείνοι που επιλέγουν το τι θέλουν να γίνει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s