«Η άλλη αλήθεια»

b10

Γράφει η  Ρίτσα Μασούρα

Η ιστορία γράφεται πάντα με το χέρι των νικητών. Οι νικητές διαμορφώνουν τις παραμέτρους της, ιεραρχούν τα γεγονότα και πολλές φορές τα περιβάλλουν με τον ανάλογο μύθο. Και στην περίπτωση της Χιροσίμα ή του Ναγκασάκι, η κρατούσα άποψη είναι ότι ο Χάρι Τρούμαν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τις μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές σε περίπτωση που οι αμερικανικές δυνάμεις θα εισέβαλαν στην Ιαπωνία, αποφάσισε να ρίξει την ατομική βόμβα, η οποία υποχρέωσε τη χώρα του Χιροχίτο να παραδοθεί.

Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη, που κανείς δεν μπορεί άκριτα να υιοθετήσει, καθότι μη ιστορικός· μπορεί όμως να την παραθέσει, αφήνοντας τους σύγχρονους οδοιπόρους να αναζητήσουν τη δική τους ιστορική περιπέτεια. Την άλλη άποψη επιχειρεί να προβάλει μέσα από το προς έκδοση βιβλίο του «Racing the Enemy» ο Ιάπωνας ιστορικός Tsuyoshi Hasegawa, διευθυντής του Κέντρου Μελέτης του Ψυχρού Πολέμου στο Πανεπιστήμιο Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας. Σε συνέντευξή του, την οποία έδωσε σε δημοσιογράφο του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» ο διακεκριμένος καθηγητής θεωρεί ότι τρεις άνθρωποι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν, ο Στάλιν και ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Χιροχίτο, θα μπορούσαν να σώσουν τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Κανείς όμως δεν το τόλμησε. Τον Αύγουστο του 1945, μια μόνη σκέψη κυριαρχούσε στο μυαλό των τριών: ποιος θα ήλεγχε την Ιαπωνία και την Ασία μετά το τέλος του πολέμου. «Τα υπόλοιπα δεν είχαν καμιά σημασία», δηλώνει ο καθηγητής. Ομως, μετά το τέλος του πολέμου, κανείς δεν παραδέχτηκε τη λογική αλληλουχία της σκέψης του. Η αλήθεια, άλλωστε, ήταν ανομολόγητη, γι’ αυτό και ξανάγραψαν την ιστορία – κυρίως ο Τρούμαν και ο Χιροχίτο, λέει ο καθηγητής. Κατά τον Ιάπωνα ιστορικό, ήταν ο Τρούμαν που επέλεξε τον πρώτο στόχο. Στα τέλη του Απριλίου του 1945, ο υπουργός Πολέμου Χένρι Στίμσον του ζήτησε να παρέμβει, προκειμένου να πείσει τον επικεφαλής του πυρηνικού προγράμματος, στρατηγό Γκρόουβς, να μη ρίξει την ατομική βόμβα πάνω από το Κιότο, την παλιά πρωτεύουσα της Ιαπωνίας. Πίστευε ότι το σοκ στον γιαπωνέζικο πληθυσμό θα ήταν τέτοιο ώστε ο αυτοκράτορας δεν θα είχε καμιά άλλη επιλογή από το να παραδοθεί.

Ο υπουργός Πολέμου, όμως, δεν συμφωνούσε με αυτή την επιλογή όχι για λόγους ηθικής, αλλά καθαρά για πολιτικούς λόγους. Είπε, λοιπόν, στον Τρούμαν (παραθέτω τμήματα της συνέντευξης του Ιάπωνα ιστορικού στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ») ότι το να πληγεί το Κιότο, κέντρο πολιτιστικό και θρησκευτικό της Ιαπωνίας, θα λειτουργούσε αρνητικά για τις ΗΠΑ, θα αμαύρωνε την εικόνα τους και ενδεχομένως η διεθνής κοινότητα να χαρακτήριζε αυτές τις πράξεις «βαρβαρότητες», όμοιες με εκείνες των ναζιστών. Ο υπουργός Πολέμου προτιμούσε τη Χιροσίμα, άγνωστη πόλη στους πολλούς. Ο Χάρι Τρούμαν γέλασε στην αρχή και στη συνέχεια είπε στον υπουργό του ότι είχε δίκιο. Ο Τρούμαν πίστευε, όπως και οι στρατηγοί του, ότι έπρεπε να ριφθούν δύο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία. Η πρώτη για να αναδειχθεί η δύναμη των πυρηνικών όπλων, η δεύτερη για να φανεί ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν στην κατοχή τους περισσότερες της μιας πυρηνικές βόμβες. Το Ναγκασάκι ήταν στη λίστα των πιθανών στόχων, αλλά στην τρίτη θέση. Στη δεύτερη βρισκόταν η πόλη Κοκούρα. Την ημέρα όμως που η δεύτερη βόμβα ήταν έτοιμη, ο καιρός χάλασε πάνω από την Κοκούρα.

Eτσι ο πιλότος στράφηκε προς το Ναγκασάκι, τον τρίτο προγραμματισμένο στόχο. Πέταξε, λοιπόν, πάνω από την πόλη, όπου διαπίστωσε ότι και εκεί ο καιρός θα του δημιουργούσε προβλήματα εξαιτίας της χαμηλής ορατότητας. Τη στιγμή όμως που το αμερικανικό αεροπλάνο πετούσε πάνω από το στάδιο του Ναγκασάκι, ο αέρας έδιωξε τα σύννεφα και ο πιλότος άδειασε το τρομερό υλικό του. Φαίνεται όμως ότι η Ιαπωνία παραδόθηκε εξαιτίας της σοβιετικής απειλής και όχι λόγω των βομβαρδισμών.

Ο Ιάπωνας ιστορικός πιστεύει ότι οι συμπατριώτες του στρατιωτικοί ήταν έτοιμοι να θυσιάσουν δέκα ή και εκατό Χιροσίμες προκειμένου να διατηρηθούν στην εξουσία. Επισήμως όμως, ο αυτοκράτορας πήρε την ιερή απόφαση να παραδοθεί αποτρέποντας την καταστροφή του λαού του. Μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ο Χιροχίτο ήλπιζε ότι θα μπορούσε έστω και την τελευταία στιγμή να διαπραγματευτεί με την Ουάσιγκτον. Πώς; Κερδίζοντας αυτό που αποκαλούσε καθοριστική μάχη. Πίστευε ότι κάποια ημέρα οι Αμερικανοί, είτε βομβάρδιζαν είτε όχι, θα εισέβαλαν στην Ιαπωνία και ότι επί του εδάφους του, ο ιαπωνικός στρατός θα τους γονάτιζε, γεγονός που θα υποχρέωνε την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί τους δικούς του όρους ανακωχής. Στη συνέντευξη, τίθεται θέμα «εγκλημάτων πολέμου» εκ μέρους των ΗΠΑ, αλλά ο Ιάπωνας ιστορικός αδυνατεί να χτίσει εύκολα τα επιχειρήματά του, γνωρίζοντας προφανώς ότι ο αντίλογος θα είναι κατά πολύ ισχυρότερος.

b9

Προς μια άλλη Ευρώπη

evropi_0_7Η Ε.Ε. δημιουργήθηκε από τις κοινωνίες που έτρεμαν το παρελθόν. Τώρα οι Ευρωπαίοι τρέμουν το μέλλον.
Ευρωπαίος αναλυτής, 2019

 

Όταν το 1957 ιδρύθηκε η ΕΟΚ, ο στόχος ήταν η εδραίωση της ειρήνης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Για τη γενιά του πολέμου η ένωση ήταν κάτι περισσότερο από μια τελωνειακή ελευθερία εμπορίου βιομηχανικών και αγροτικών  προϊόντων και συνδιαχείριση του άνθρακα και του χάλυβα. Πάντα ήταν κάτι περισσότερο∙ από την εποχή που ο Βίκτορ Ουγκό, το 1849, είχε μιλήσει για Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης στο Διεθνές Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

Η Ε.Ε. στα εβδομήντα χρόνια της ύπαρξής της είχε επιτυχίες και αποτυχίες –μαζί με πολλά ναρκωτικά: συντηρητισμό, ριζοσπαστισμό, ουτοπισμό, χριστιανισμό, αψέντι, αλκοόλ… να γεμίζουν τη μαύρη τρύπα με όψεις που κάνουν τις ίντριγκες και τους πολέμους της Ευρώπης να περιφέρονται σαν φαντάσματα.

Μαζί με τις αβλεψίες της νομισματικής αρχιτεκτονικής , οι αδυναμίες φάνηκαν στα τελευταία δέκα χρόνια. Οι Ευρωπαίοι το αναγνωρίζουν αυτό. Ολοι θέλουν μια άλλη Ευρώπη. Παρόλα αυτά, το στοιχείο του αιφνιδιασμού κινδυνεύει να γίνει κυρίαρχο, όπως είχε γίνει με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου και όπως ξανάγινε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι ανεύθυνη η κουβέντα για το σκορ του εθνικού ντέρμπι Τσίπρας-Μητσοτάκης, και δεν είναι οι ευρωεκλογές –όπως θέλει ο κ. Μητσοτάκης‒ μία αναμέτρηση που, την επόμενη μέρα, θα δρομολογήσει αλλαγή φρουράς. Μπορεί στη Ν.Δ. το όραμα για το ευρωπαϊκό μέλλον –υποθέτοντας ότι υπάρχει τέτοιο‒ να εξαντλείται από το αν θα κυβερνά ο Κυριάκος ή από το αν ο Αδωνης θα στήνει ειδικά δικαστήρια.

Όμως, αυτό που, κυρίως, αφορά τους Ελληνες είναι το μεγάλο κάδρο: η Ευρώπη, το μέλλον της, η θέση της στον Κόσμο, η ένωση των λαών της, η μεταξύ τους αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη και η άνοδος της ευημερίας σε πλαίσιο ειρήνης και δημοκρατίας. Ενδιαφέρει η μοίρα της Ελλάδας.

Κακά τα ψέματα, το ζήτημα που απασχολεί σήμερα περισσότερο τους Ευρωπαίους δεν είναι μονοσήμαντα η μετανάστευση, αλλά η οικονομία. Ενδιαφέρει η ανισότητα που αυξάνεται σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και η απόκλιση Βορρά-Νότου εξαιτίας της κρίσης και της οικονομικής στασιμότητας.

Αυτό που διαφεύγει σήμερα ότι σε 11 από τις 14 χώρες (από πρόσφατη δημοσκόπηση του ινστιτούτου YouGov και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων), η πλειονότητα αναγνωρίζει ότι η πραγματικότητα στην Ευρώπη είναι αυτή του ανταγωνισμού και της σύγκρουσης και όχι της συνεργασίας∙ ότι εντός των επόμενων 10-20 ετών –αν δεν γίνουν ριζικές αλλαγές‒ θα είναι αναμενόμενη μια πιθανή κατάρρευση της Ε.Ε.

Αν αναλογιστεί κάποιος ότι το σχέδιο της ένωσης της Ευρώπης ήταν κάποτε φάρος ελπίδας ‒όχι για τους λαούς της Ευρώπης αλλά για τους λαούς του Κόσμου‒, για μια παγκόσμια συνεργασία βασισμένη σε πανανθρώπινες αξίες, αποτελεί δυσοίωνη αναστροφή η πτώση της μεταψυχροπολεμικής αυτοπεποίθησης και η άνοδος της εθνικιστικής αναδίπλωσης.

Επομένως, έχει σημασία το ποιος θα ηγηθεί της Ε.Ε. για τα επόμενα πέντε χρόνια. Ποιος θα αντικαταστήσει τον Γιούνγκερ στη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Ντόναλντ Τουσκ στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ποιος θα είναι ο Υπατος Εκπρόσωπος της Ε.Ε. για θέματα εξωτερικής πολιτικής στη θέση της Φεντερίκα Μογκερίνι και, κυρίως, ποιος θα διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σημασία θα έχει η αντικατάσταση της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που δημιούργησε τα προβλήματα στην Ε.Ε. και επέβαλε την αγοραία και ιδιοτελή διαχείριση των σύνθετων κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών υποθέσεων, με ανευθυνότητα, εγωισμούς και ρηχότητα.

Μεγαλύτερη, συνεπώς, σημασία θα έχει η προώθηση δυνάμεων της συνοχής μέσω της κοινωνικής σύμβασης που θα περιλαμβάνει πρόνοιες, από τις διαταραχές στις αγορές εργασίας μέχρι την περιβαλλοντική προστασία, στα αυριανά ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

Η εικαζόμενη ανάκαμψη του ευρωπαϊκού εθνικισμού και του ακροδεξιού αντιευρωπαϊσμού θα έχει συνέπειες που θα οξύνουν τις αποτυχίες της Ευρώπης. Αυτό που δεν ξέρουμε ακόμα είναι το μέγεθος των ζημιών.

Ωστόσο, κοιτώντας μπροστά, η Ευρώπη θα μπορούσε να ξαναγίνει φάρος ελπίδας σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από ανταγωνιστικές δυνάμεις: από την κινεζική αμετροέπεια του Σι Τζινπίνγκ και τον ρεβιζιονισμό του Πούτιν μέχρι τις αμφιθυμίες του Ντόναλντ Τραμπ ‒ κάτι που δείχνει ότι δεν είναι πλέον δεδομένη η φιλία και η συμμαχία με τις ΗΠΑ.

Σίγουρα, η απόσταση του χώριζε τον Γερμανό Μπίσμαρκ (που έλεγε το 1872 πως «η Ευρώπη είναι μια γεωγραφική έκφραση») από τον Γάλλο Πολ Βαλερί (που έλεγε το 1919 πως «Ευρώπη και Ευρωπαίος είναι μια έννοια κάπως ευρύτερη από γεωγραφική… είναι κάπως λειτουργική»), είναι τεράστια, όπως τεράστιες  είναι οι αποστάσεις ελπίδας και απελπισίας, παρελθόντος και μέλλοντος. Οι Ευρωπαίοι δείχνουν να νοιάζονται για το παρόν, το διεκδικούν και, όπως πάντα, θα το πετύχουν. Το ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση θα το στρέψουν. Κοντός ψαλμός…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι κυβερνήσεις 4ετίας, οι πιο βραχύβιες και οι εξαντλητικές χρονιές με διπλές και τριπλές κάλπες

PAPANDREOU CARAMANLIS
FILE–Former Greek prime minsiter Andreas Papandreou, center, during his swearing in ceremony as prime minister of Greece, October 21, 1981. At right is Greece’s former President Constantine Caramanlis. Papandreou, the first Socialist prime minister of Greece and leader of Greece s ruling party, died at home early Sunday, news media reported. He was 77. (AP Photo/Aris Saris)

Οτι το Σύνταγμα ορίζει πως οι εθνικές εκλογές διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια το γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε όμως επίσης καλά πως από το 1974 και μετά λίγες φορές μια Βουλή κατάφερε να ολοκληρώσει τον βίο της. Είτε επειδή οι κυβερνήσεις δεν εξασφάλιζαν ψήφο εμπιστοσύνης και ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης δεν ήταν εφικτός είτε επειδή το κόμμα που είχε τη διακυβέρνηση της χώρας επέλεγε τον εκλογικό αιφνιδιασμό έναντι των κομματικών του αντιπάλων.

Αλήθεια όμως, πόσες φορές μια Βουλή κατάφερε να ολοκληρώσει τον τετραετή βίο της; Ποια ήταν η πιο σύντομη; Πόσες φορές διεξήχθησαν δύο εκλογικές αναμετρήσεις την ίδια χρονιά;

Ιδού λοιπόν μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τις εθνικές εκλογές από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα:

    1. Από το 1974 μέχρι και την 20η Σεπτεμβρίου 2015, δηλαδή μέσα 41 χρόνια προκηρύχθηκαν και διεξήχθησαν 17 εκλογικές αναμετρήσεις. Δηλαδή επτά περισσότερες απ ό,τι θα έπρεπε.
    2. Οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, διεξήχθησαν στις 17 Νοεμβρίου 1974, ανήμερα της Επετείου του Πολυτεχνείου και πρώτος πρωθυπουργός της Γ΄Ελληνικής Δημοκρατίας αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το κόμμα της ΝΔ να παίρνει το υψηλότερο ποσοστό κόμματος μέχρι σήμερα, 54,37%.

konstantinos karamanlis

    1. Ο βίος όμως της πρώτης Βουλής της Μεταπολίτευσης ήταν τριετής αφού διεξήχθησαν εθνικές εκλογές τον Νοέμβριο του 1977. Η δεύτερη παντως θητεία της ΝΔ ήταν πλήρης.
    2. Πολλοί εσφαλμένα νομίζουν πως η Βουλή που αναδείχθηκε το 1981 με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου να παίρνουν το τιμόνι της χώρας, κατάφερε να εξαντλήσει την τετραετία. Κι όμως. Οι εκλογές του 1985 έγιναν περίπου τέσσερις μήνες νωρίτερα.
    3. Η πρώτη πλήρης τετραετία ήταν αυτή της περιόδου Ιουνίου 1985 – Ιουνίου 1989, διάστημα κατά το οποίο επίσης το ΠΑΣΟΚ ήταν στη διακυβέρνηση της χώρας.

andreas papandreou

    1. Το 1989 ήταν και η πρώτη χρονιά κατά την οποία διεξήχθησαν δύο εθνικές εκλογές με τις δεύτερες κάλπες να στήνονται στις 5 Νοεμβρίου 1989.
    2. Επειδή όμως ακολούθησαν και οι εθνικές εκλογές της 8ης Απριλίου 1990, ουσιαστικά διεξήχθησαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε 10 μήνες. Κάτι που αποτελεί ρεκόρ.

mitsotakis

    1. Και η Βουλή όμως της 8ης Απριλίου 1990 και η κυβέρνηση της ΝΔ, υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη δεν κατάφερε να μακροημερεύσει αφού κάλπες στήθηκαν ξανά στις τον Οκτώβριο του 1993 στις οποίες αναδείχθηκε πρώτη πολιτική δύναμη το ΠΑΣΟΚ. Πρωθυπουργός ήταν αρχικά ο Α.Παπανδρέου και ακολούθως ο Κώστας Σημίτης.
    2. Δεν εξάντλησαν όμως την τετραετία και οι εκλογές διεξήχθησαν περίπου τρία χρόνια μετά, στις 22 Σεπτεμβρίου 1996.
    3. Οι επόμενες εκλογές επίσης δεν ήρθαν στην ώρα τους, αλλά περίπου πέντε μήνες νωρίτερα, τον Απρίλιο του 2000. Ακολούθησε όμως μια πλήρης τετραετία με κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και τον Κώστα Σημίτη στην πρωθυπουργία, δηλαδή μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου του 2004.

simitis

    1. Η ΝΔ και ο Κώστας Καραμανλής που εξελέγησαν σε αυτές τις εκλογές, άντεξαν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2007, δηλαδή 3,5 χρόνια.
    2. Η δεύτερη θητεία του Κ.Καραμανλή ήταν ακόμη συντομότερη, και για την ακρίβεια δύο ετών αφού οι κάλπες στήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2009 και πρώτη πολιτική δύναμη αναδείχθηκε το ΠΑΣΟΚ.

george papandreou

    1. Από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2009 και οι βραχύβιες βουλευτικές περίοδοι, γίνονται κανόνας.
    2. Κάλπες στήνονται 31 μήνες μετά την νίκη του Γιώργου Παπανδρέου και τις εκλογές του Μαϊου του 2012 κερδίζει η ΝΔ και ο Αντώνης Σαμαράς.

papandreou samaras

    1. Το 2012, βέβαια διεξάγονται και πάλι δύο εκλογικές αναμετρήσεις, τον Μάιο οι πρώτες και οι επαναληπτικές- εξαιτίας αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης – τον Ιούνιο.

tsipras

  1. Η νέα Βουλή και η κυβέρνηση της ΝΔ και του Αντώνη Σαμαρά άντεξαν περίπου δυόμιση χρόνια.
  2. Οι κάλπες όμως της 25ης Ιανουαρίου 2015 ανέδειξαν για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία αριστερό κόμμα στην εξουσία, τον ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργός έγινε ο Αλέξης Τσίπρας αλλά ήταν προφανώς γραφτό να μην είναι οι τελευταίες κάλπες της χρονιάς. Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου έχουμε και πάλι ραντεβού με την κάλπη. Ενδιάμεσα φυσικά, διεξήχθη και το πρώτο δημοψήσιμα, το Ιούνιο.

Γιατί η Πρωτοβουλία Brain-regain είναι “άσφαιρη”

Στιγμιότυπο-2019-04-20-9.38.32-πμΟι σκέψεις μου δεν είναι καθόλου Σαββατιάτικες. Είναι σκέψεις μεσοβδομαδιάτικες και αφορούν την Πρωτοβουλία ατόμων και επιχειρήσεων που ακούει το όνομα Brain-regain.
Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξελίξη μια προσπάθεια να πειστούν οι Ελληνες που έφυγαν στο εξωτερικό να επιστρέψουν και να αναλάβουν σημαντικές θέσεις κυρίως στον ιδιωτικό τομέα με κάποιες ας πούμε αξιοπρεπείς αμοιβές.
Ως εδώ, τίποτα το μεμπτό. Θα ήταν, άλλωστε, ευχής έργο η χώρα μας να μπορεί να αντέξει το βάρος των επιστημόνων της διασποράς. Αυτό το διαφυγόν επιστημονικό δυναμικό το χρειάζεται για να προχωρήσει.
Ομως τα ερωτηματικά είναι πολλά, αν και δύο είναι αυτά που χρειάζονται ειλικρινείς απαντήσεις: πρώτον, πόσες είναι οι εταιρείες που μπορούν να απορροφήσουν ένα τέτοιο δυναμικό και δεύτερον, πόσες είναι οι εταιρείες που δυνητικά θα μπορούσαν να πληρώσουν αξιοπρεπείς μισθούς σε αυτούς τους νέους. (Λέγοντας αξιοπρεπείς μισθούς, εννοώ να μπορεί ο νέος να ζήσει ανεξάρτητος και να αισθανθεί ότι μπορεί να κάνει οικογένεια)
 
Προς το παρόν, πολλές εταιρείες στην Ελλάδα ζητούν από τους υποψηφίους τα πάντα, τόσο από επιστημονικής πλευράς και εξειδίκευσης,όσο και από πλευράς ωρών απασχόλησης. Τα χρήματα τα οποία πληρώνουν όμως είναι αστεία! 
Προχθές, νεαρός επιστήμων με εξειδίκευση, αναζητώντας δουλειά βρέθηκε σε “παρφουμαρισμένη” εταιρεία όπου του ζητήθηκε να εργαστεί 9 το πρωί με 9 το βράδυ με 600 ευρώ και να αναλάβει την ευθύνη ενός τομέα για πολύ φτασμένους επαγγελματίες και όχι για νεαρούς. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά και φτάνουν στα αυτιά μου καθημερινά. Οι εταιρείες που μπορούν να πληρώσουν – να δώσουν δλδ. 1500 μεικτά – είναι ελάχιστες, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που μπορούν, δεν το κάνουν, γιατί δεν αντέχουν τα υψηλά λειτουργικά κόστη, καθώς ελαχιστοποιούνται τα κέρδη τους. Μην ξεχνάμε και τη βαρβαρότητα της φορολογίας!
Γενικότερα μιλώντας, θα έλεγα ότι αν οι επικεφαλής της Πρωτοβουλίας Brain-regain θέλουν να προβληθούν, να το κάνουν και να τους χειροκροτήσω. Ας μην παραμυθιάζουν όμως τους νέους και γενικότερα τους ανθρώπους που έχουν φύγει, γιατί κακά τα ψέμματα όσο δυνατός κι αν είναι ο νόστος, δεν χορταίνεις με ήλιο και με θάλασσα. Τέλος, να θυμήσω κάτι βασικό που υπάρχει στο DNA μας και δεν αλλάζει. Στην Ελλάδα απουσιάζει η καλώς νοούμενη αξιοκρατία και η απουσία αυτή συνοδεύεται από την κλασσική έχθρα προς έναν άνθρωπο που θα έρθει απ’ έξω για να….καπελώσει τους μέσα.(Μιλάμε για τέραστια στρέβλωση, αλλά έτσι είναι και χειρότερα) 
Να θυμήσω στους μεγαλύτερους την εποχή που ο Ανδρέας Παπανδρέου έπεισε πολλούς επιστήμονες να επιστρέψουν και να εργαστούν για την ανοικοδόμηση της χώρας. Ηρθαν τότε πολλοί, αλλά….σιγά να μην τους άφηναν.`Εφυγαν κακήν κακώς από τη χώρα. Γι αυτό, λέω. Προσοχή στις Πρωτοβουλίες.
Εκτός αν οι νέοι που εργάζονται στο εξωτερικό έχουν μάζεψει κάποιες οικονομίες κι έρθουν εδώ ν’ ανοίξουν κανένα φούρνο. Not bad!
 Ρίτσα Μασούρα
Δημοσιεύτηκε στο www.globalview.gr

Μπλογκ, βραβεύσεις και άκαιρες νοσταλγίες

http://blogoscars.blogspot.com/

 

Σκεφτόμουν με μια  αδικαιολόγητη νοσταλγία τα χρόνια εκείνα των μπλογκ και τα διστακτικά βήματα των πολλών στα σχεδόν αχαρτογράφητα νερά του διαδικτυακού ωκεανού. Καινούργιες γνωριμίες  πολλές. Τον άλλον δεν τον έβλεπες, τον φανταζόσουν όμως. Κι ήταν περίπου όπως συχνά συμβαίνει στο ραδιόφωνο. Ακούς μια φωνή και ελπίζεις ότι η φωνή είναι το ίδιο με το πρόσωπο του ατόμου, για να μην πω και με τον…χαρακτήρα. Και υπήρχε πάντα ένα ερωτηματικό (μα πώς να είναι άραγε; ) να αιωρείται πάνω από κάθε άβαταρ, πάνω από κάθε ψευδώνυμο που επέλεγε ο κάθε μπλόγκερ να πορευτεί. Βροχή τα σχόλια  κάτω από κάθε ανάρτηση κι εσύ αναρωτιόσουν πού στην οργή κρυβόσουν τόσα χρόνια. Πώς δεν τους ήξερες όλους αυτούς εκεί έξω στην στρατόσφαιρα του αγνώστου Χ;  Η γυάλα είχε αίφνης γίνει κομμάτια κι εσύ, σαν ανέμελος τουρίστας σάλπαρες για την άγονη γραμμή.  Και απαντούσες μέσα στη νύχτα με πάθος, με έναν εαυτό που είχες και δεν είχες, με μια προσπάθεια εν μέρει τιτάνια γιατί διακυβεύονταν πολλά πίσω από τα ψευδώνυμα του καθενός, αλλά δεν σ’ ένοιαζε. Ωσπου αργά τη νύχτα κατάκοπος απ’ την προσπάθεια κοιμόσουν αγκαλιά με το κομπιούτερ, χωρίς να σου περάσει απ’ το μυαλό ότι μπορεί να σε δουλεύει κάποιος, μπορεί να σε κολακεύει κάποιος, μπορεί να σκέφτεται πονηρά για σένα κάποιος, Ναι, έτσι, κατευθείαν στον τοίχο πηγαίναμε όλοι και ή που θα μας γκρέμιζε ο τοίχος ή που θα τον γκρεμίζαμε εμείς. Με πολλούς συναντηθήκαμε. Η χαρά του καινούργιου Με πολλούς κάναμε δράσεις σημαντικές. Τα καταφέραμε. Πήγαμε θέατρο, τα πιαμε σε ταβέρνες, πήγαμε σε παρουσιάσεις βιβλίων, γίναμε πρόσωπα υπαρκτά και ήταν ωραία τελικά.

Τον τελευταίο καιρό προσπαθώ να επαναφέρω στα νερά του το παλιό μου μπλογκ. Μάλλον από νοσταλγία περισσότερο. Περνάει ο καιρός και όπως έχω πει, κοιτάς περισσότερο πίσω και λιγότερο μπροστά. Και κάπου εκεί ψάχνοντας και αναζητώντας βρήκα τις δύο βραβεύσεις του μπλογκ μου, το 2007 και το 2008.  Ευχαριστώ εκείνους που με ψήφισαν. Φαντάζομαι όμως έστω και εκ των υστέρων ψήφισαν την ορμή που είχα, καθώς πραγματικά εφορμούσα σ’ ένα καινούργιο μέσον, ένα εργαλείο, μοχλό προώθησης όσων κρατούσα τα χρόνια της απρόσωπης ή της προσωπικής δημοσιογραφίας στην Καθημερινή. Και πάλι, λοιπόν τους ευχαριστώ. Πάνω πάνω στην ανάρτηση έχω τον σύνδεσμο που οι νοσταλγοί μπορούν να δούνε με την ησυχία τους. Καλή συνέχεια. ΥΓ Σήμερα η Νατάσσα με επανασύνδεσε με όλους τους παλιούς συνδέσμους.

Ελύτης και Novalis (Από το φως στο σκοτάδι – και πάλι στο φως)

 

 

Ο σκοτεινός βαρόνος ( Από το μπλογκ του Νίκου Δήμου ) 

Στην σύντομη ζωή του (1772 – 1801, δεν συμπλήρωσε ούτε τα 29 του χρόνια) ο Φρειδερίκος βαρόνος του Χάρντενμπεργκ (πλήρες όνομα: Georg Philipp Friedrich Freiherr von Hardenberg) έγραψε ένα αριστούργημα. Τους «Ύμνους στην Νύχτα» (Hymnen an die Nacht) που τον έκαναν διάσημο με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Novalis.

Διακόσια σχεδόν χρόνια μετά, ο Οδυσσέας Ελύτης αφιερώνει στον Novalis ένα από τα τελευταία του ποιήματα. Πρόκειται για το «Ελεγείο του Grueningen» από την συλλογή «Τα Ελεγεία της Οξώπετρας». (Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό «Συντέλεια» τεύχος 2-3, 1991).

Η αφιέρωση δεν περιορίζεται μόνο στην προμετωπίδα. Είναι ουσιαστική. Το Ελεγείο αυτό του Ελύτη ανακαλεί τόσο τον άνθρωπο Hardenberg στου οποίου την ζωή και τα πάθη αναφέρεται, όσο και τον μυστικόπαθο ποιητή Novalis – με την τόσο βορινή νύκτια κοσμοθεωρία του.

Στο ιστορικό-θεματολογικό επίπεδο πρέπει να αναφερθεί πως το Ελεγείο δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αρκετές γνώσεις γύρω από τη ζωή του Γερμανού ποιητή. Τα ονόματα και οι ημερομηνίες που αναφέρονται στους στίχους του παραμένουν γρίφοι για τον απληροφόρητο. (Ο Ελύτης, αντίθετα με τον Σεφέρη και άλλους, ποτέ δεν υπομνηματίζει τα ποιήματά του – δουλειά για τους ερευνητές!)

Ωστόσο αυτό που εκπλήσσει κυρίως όσους γνωρίζουν την ποίηση του Novalis είναι η προσέγγιση στο κοσμοθεωρητικό – ή καλύτερα υπερβατικό επίπεδο. Θεωρητικά ο γερμανός ρομαντικός αποτελεί τον ποιητικό αντίποδα του ‘Ελληνα ηλιοπότη. Οπαδός του σκότους και της νύχτας, νοσταλγός του θανάτου, συμβολιστής, θρησκευόμενος, πιετιστής, μυστικιστής, πλατωνικός εραστής γυναικείων ειδώλων – τι σχέση μπορεί να έχει με τον ερωτικό μεσογειακό ποιητή που ήδη οι τίτλοι των συλλογών του υμνούν αδιάκοπα το φως;

«Οδός άνω κάτω μία και ωϋτή», έγραψεν ο Εφέσιος. Συμβαίνει άραγε το ίδιο με τους «Υμνους προς την Νύχτα» και το «Φωτόδεντρο»; Κι ο ‘Ελληνας που κάποτε διακύρηξε: «Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου» πόσο προσεγγίζει τον Γερμανό που έγραψε: «Δοξασμένη ας είναι για μας η αιώνια νύχτα / δοξασμένος ο αιώνιος ύπνος».

Θα αντιπαραθέσουμε τα δύο ποιήματα – τον τρίτο ‘Υμνο του Novalis (από τον οποίο ο Ελύτης παραθέτει και αμετάφραστο απόσπασμα) και το Ελεγείο. Πριν όμως, δύο γενικές παρατηρήσεις (που θα μπορούσαν να δώσουν αφορμή για χωριστές μελέτες.

Φως – σκοτάδι – φώς

Στα τελευταία του κείμενα ο ποιητής του φωτός βλέπει διαφορετικά το σκοτάδι. Και δεν μιλάω μόνο για το σαφώς νυκτερινό (και συννεφιασμένο) τοπίο στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου». Και στα άλλα βιβλία υπάρχει μια διαφορετική στάση απέναντι στη νύχτα. Δεν θέλω να κουράσω με παραθέματα.

Νομίζω πως είναι φανερό στον επαρκή αναγνώστη πως με τα χρόνια, ο Ελύτης ξεπέρασε την «ηλιακή μεταφυσική» της «τρίτης περιόδου» του για μια πιο σύνθετη μορφή μυστικής εμπειρίας που εμπεριέχει και το σκότος.

Κάποτε έγραφε: «οι Ευρωπαίοι και οι Δυτικοί βρίσκουν πάντα το μυστήριο στη σκοτεινιά, στη νύχτα, ενώ εμείς οι ‘Ελληνες το βρίσκουμε στο φως που είναι κάτι απόλυτο».

Στην τελευταία του περίοδο το πνευματικό τοπίο αλλάζει. Η σκιά δεν είναι μόνο περίγραμμα του φωτός – αλλά παρουσία αυτοδύναμη. Όσο περνάνε τα χρόνια, το σκοτάδι γίνεται πιο υπαρκτό – είναι αδύνατο να το αγνοήσεις. Πρέπει να το υπερβείς.

Έτσι η πορεία δεν είναι πια ευθύγραμμη – προς το φως – είναι παλινδρομική ή μάλλον σπειροειδής. Πάλι προς το φως μέσα από το σκοτάδι. Η εσωστρεφής αυτή εποχή καθιερώνει τον Ελύτη σαν μεγάλο μυστικό και θρησκευτικό ποιητή (με την ευρύτατη έννοια του θρησκεύεσθαι). Σε αυτήν φαίνεται να έχει πια υπερβεί την αντίθεση Φως-Νύχτα. Ακολουθεί την κλασική πορεία του μυστικού που ανεβαίνοντας προς το Ένα ξεπερνάει, αίρει τις φαινομενικές αντιθέσεις.

Η εξιστόρηση αυτής της μετάβασης από το φως στο σκοτάδι (και πάλι στο φως) θα χρειαζόταν πολλή ανάλυση και τεκμηρίωση. Σίγουρα όμως η συνάντηση με τον Novalis είναι ένας σημαντικός σταθμός σε αυτή τη διαδρομή.

Επιρροές

Έχει υπερτονισθεί η σχέση του Ελύτη με Γάλλους ποιητές. Σίγουρα είναι σημαντική (αν και σημαντικότερη επίδραση παραμένουν οι αρχαίοι δικοί μας). Όμως τα τελευταία χρόνια οι Γερμανοί εμφανίζονται όλο και περισσότερο στην ποίησή του. Και σαν ονόματα – αλλά και σαν συνομιλητές.

Υπενθυμίζω ότι στον «Ταξιδιωτικό Σάκκο (ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ)» του «Μικρού Ναυτίλου» ανθολογούνται δύο στίχοι του Novalis (από τον 2ο και 3ο «Υμνους στην Νύχτα») και δύο του Hoelderlin. Ο τελευταίος αυτός κατέχει καίρια θέση στο δοκίμιο του ποιητή «Πρόσω ηρέμα» (από την «Ιδιωτική Οδό»). Εκεί αφηγείται ο Ελύτης πως στο ταξίδι της ζωής του τον «παρακολουθούνε με άγρυπνο μάτι ο Φρειδερίκος Χαίλντερλιν από την μια και ο Διονύσιος Σολωμός από την άλλη». Παρακάτω τους ονομάζει «…αγίους όπως ο Σουηβίας και ο Ζακύνθου».

Στον Hoelderlin, δύο χρόνια πρεσβύτερο του Novalis, ο Ελύτης έχει ανακαλύψει μια άλλη εικόνα της Πινδαρικής Ελλάδας, που πρέπει να του στάθηκε πολύτιμη. Η δομή των τελευταίων ποιημάτων του έχει δανειστεί πολλά από την δωρική λιτότητα των ύμνων του Hoelderlin. Σπασμένα ημιστίχια, κοντές φράσεις με αιφνιδιαστική τελεία, παύσεις – όλα απηχήσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι στα «Ελεγεία της Οξόπετρας» ένα ολόκληρο ποίημα ασχολείται με την μοίρα εκείνου που «ευλαβέστατα υπογραφόταν Scardanelli». (Κι ένα άλλο με τον Διονύσιο Σολωμό).

Θα ήταν χρήσιμη μια μελέτη της παρουσίας των Γερμανών ποιητών στο έργο του Ελύτη. Από όσα γνωρίζω ο ποιητής είχε μάθει μικρός μερικά στοιχεία Γερμανικής γλώσσας. Στα δώδεκά του χρόνια έκανε ένα ταξίδι στην Γερμανία (το οποίο και αναφέρεται στο Ελεγείο). Οι γνώσεις του, του παρέχουν την δυνατότητα, παρ’όλο που διαβάζει τους γερμανούς ποιητές σε γαλλική μετάφραση, να ανατρέχει στο πρωτότυπο (οι εκδόσεις είναι συνήθως δίγλωσσες) και να ακούει τον πρωτογενή ήχο.

Η ιστορία της Σοφίας

Μερικά ακόμα στοιχεία από τον βίο του βαρόνου von Hardenberg απαραίτητα για την κατανόηση των δύο ποιημάτων που θα ακολουθήσουν. (Βαρόνο von Hardenberg τον αποκαλεί ο Ελύτης στην αφιέρωση, πράγμα που θα ξένιζε έναν γερμανό. Ο τίτλος Freiherr είναι ο ταπεινότερος τίτλος ευγενείας και οι κάτοχοί του σπάνια τον αναφέρουν. Είτε τον αποσιωπούν, είτε – αν είναι σνομπ – καλύπτονται από το «von» που θα μπορούσε να υποδηλώνει και υψηλότερη βαθμίδα).

Στις 17 Νοεμβρίου 1794, ο Novalis συναντά για πρώτη φορά την δωδεκάχρονη Sophie von Kuehn. («Σε ένα τέταρτο αποφασίστηκε η ζωή μου»). Η συνάντηση έγινε στον πύργο του Grueningen που ανήκε στην μητέρα της, η οποία είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τον λοχαγό von Rockenthien. H Sophie ήταν ένα από τα έξη παιδιά της από τον πρώτο γάμο.

Ο φίλος του Νovalis, ποιητής Ludwig Tieck, έγραψε αργότερα: «Η πρώτη ματιά που έριξε σ’ αυτή την ωραία και άπειρα γοητευτική μορφή, στάθηκε αποφασιστική για όλη την υπόλοιπη ζωή του».

Αρραβωνιάστηκαν τον Μάρτιο του 1795. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου η κόρη αρρωσταίνει βαριά – και μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις πεθαίνει, δεκαπέντε χρόνων, στις 19 Μαρτίου 1797.

Στις 13 Μαΐου του ίδιου χρόνου (δεν είμαι σχολαστικός με τις ημερομηνίες – υπάρχουν όλες στο ποίημα του Ελύτη) ο Novalis επισκέπτεται τον τάφο της αγαπημένης του. Σημειώνει στο ημερολόγιό του:

«Το βράδυ επήγα στην Σοφία. Εκεί ήμουν απερίγραπτα χαρούμενος – αστραπιαίες στιγμές ενθουσιασμού – φύσηξα μακριά μπροστά μου τον τάφο, σαν σκόνη – οι αιώνες ήταν σαν στιγμές – ένιωθα την παρουσία της – πίστεψα πως θα ‘πρεπε πάντα να προηγείται – «.

Η νεκρή Σοφία έγινε Βεατρίκη για ένα ταξίδι όχι στον Παράδεισο αλλά σε έναν άλλο υπέρ-τόπο. «Υψηλότερο χώρο» τον αποκαλεί ο Novalis, χώρο του «μετά-θανάτου» θα τον ονομάσει ο Ελύτης. Ο νεαρός (μόλις 25 ετών) ποιητής αποστρέφει το πρόσωπο από το φως της μέρας «τον βασιλέα της γήινης φύσης» και απευθύνεται στην νύχτα την «βασίλισσα του κόσμου» ενός «άγιου κόσμου» που δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις της γήινης ύπαρξης. Δεν γνωρίζει την ανάγκη, την φθορά και τον χρόνο.

Δύο σύμβολα κυριαρχούν στους «Ύμνους»: Φως και σκότος, ημέρα και νύχτα. Σ’ αυτά αντιστοιχούν το εδώ και το επέκεινα, η ζωή και ο θάνατος. ο τελευταίος όμως, ως πλήρωση και λύτρωση. Η νύχτα δεν είναι μόνο «ένα περιεχόμενο του νοείν (κόσμος ή εσώτερος κόσμος) αλλά και ένας τρόπος του νοείν (όργανο)». Γράφει: «Πιο ουράνια από εκείνα τα απαστράπτοντα αστέρια μας φαίνονται τα άπειρα μάτια που ανοίγει μέσα μας η Νύχτα».

Μέσο για την προσέγγιση με το σκότος είναι ο «άγιος ύπνος». Όχι ο φυσικός της κουρασμένης καθημερινότητας αλλά ο ύπνος του κρασιού, του οπίου (αναφέρεται στον δεύτερο ύμνο), του έρωτα, και, τελικά, του θανάτου.

‘Έχουν γραφτεί πολλά για την μυστική εμπειρία του Novalis, τις μακρινές πλατωνικές επιδράσεις και τις εγγύτερες των «πιετιστών» (pietismus) που διατείνονταν πως ο άνθρωπος μπορεί να «ξαναγεννηθεί» και να λυτρωθεί. Οι πιετιστές βέβαια ήταν φανατικοί Χριστιανοί. Αλλά και ο Novalis από τον τέταρτο και κυρίως τον πέμπτο «Ύμνο» εισάγει την μορφή του Χριστού. Ο τάφος της Σοφίας οδηγεί στον Άγιο Τάφο και ο Ιησούς παίζει για το πλήθος των ανθρώπων, τον ρόλο που έπαιξε για τον Novalis η αγαπημένη. Γίνεται μεσολαβητής ανάμεσα στους δύο κόσμους. Αυτή η κάπως απρόοπτη μετάλλαξη, έχει προβληματίσει αρκετούς σχολιαστές. (Δεν θα επεκταθώ. Το κείμενό μου αφορά τον Ελύτη κι όχι τον Novalis κι έτσι εδώ σημειώνω μόνο όσα στοιχεία θα βοηθήσουν στην προσέγγιση του Ελεγείου).

Η αναγεννητική εμπειρία της 13ης Μαΐου 1797 κυοφόρησε τους Ύμνους στην Νύχτα». (Δημοσιεύθηκαν το 1800). Η νεκρή Βεατρίκη έγινε ο «ήλιος της νύχτας» που λυτρώνει από τα «δεσμά του φωτός». Το έργο αποτελείται από 6 μέρη. Τα τρία πρώτα είναι σε πεζό λόγο, το τέταρτο και πέμπτο σε μικτό (στίχοι και πεζό) το έκτο (και το μοναδικό που έχει ξεχωριστό τίτλο: «Νοσταλγία για τον Θάνατο») μόνο σε στίχους.

Το ποίημα στο οποίο αναφέρεται ο Ελύτης είναι ο τρίτος Ύμνος, που αποτελεί ποιητική μετάπλαση και ανάπτυξη της ημερολογιακής σημείωσης που αναφέραμε. Οι μελετητές τον αποκάλεσαν Urhymne (πρωταρχικό ύμνο). Ίσως είναι σκόπιμο να δούμε ολόκληρο το κείμενό του σε πρόχειρη μετάφραση.

Τρίτος Ύμνος

Άλλοτε που έχυνα δάκρυα πικρά, που η ελπίδα μου έλιωνε, αναλυμένη μέσα στον πόνο κι εγώ στεκόμουν μόνος στο ξερό ύψωμα που έκρυβε σε στενό σκοτεινό χώρο την μορφή της ζωής μου – μόνος όπως κανείς δεν υπήρξε μόνος, κυνηγημένος από φόβο ανείπωτο – αδύναμος, σκέψη μοναχά της αθλιότητας.- Όπως κοιτούσα γύρω για βοήθεια, μπροστά δεν μπορούσα και ούτε πίσω, και κρεμόμουνα με άπειρη νοσταλγία στην ζωή που έφευγε, που έσβηνε: – εκεί ήρθε από το γαλανό μακρινό, από τα ύψη της παλιάς μου ευδαιμονίας ένα δέος λυκαυγούς – και με μιας κόπηκε ο λώρος της γέννας – τα δεσμά του φωτός. Μακριά έφυγε η γήινη μεγαλοπρέπεια και η λύπη μου μαζί της, η μελαγχολία χύθηκε σε νέο ανεξιχνίαστο κόσμο – εσύ ενθουσιασμέ της νύχτας, ελαφρέ ύπνε του ουρανού με εκάλυψες – η περιοχή ανέβηκε απαλά ψηλότερα: πάνω από τον τόπο αιωρείτο το απελευθερωμένο, νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε σύννεφο σκόνης – μέσα από τα νέφη είδα εκστατικά τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης. Στα μάτια της αναπαυόταν η αιωνιότητα – έπιασα τα χέρια της και τα δάκρυα έγιναν δεσμός, σπινθηροβόλος και αρραγής. Χιλιετηρίδες τραβούσαν, χάνονταν στα βάθη σαν καταιγίδες. Στον λαιμό της έκλαψα γοητευμένα δάκρυα για την καινούργια ζωή. – Ήταν το πρώτο μοναδικό όνειρο – και μόνο από τότε νιώθω αιώνια αμετάβλητη πίστη στον ουρανό της νύχτας και στο φως του, την αγαπημένη.

                                                               *

Αυτά ο Novalis. Νομίζω πως τώρα είναι καιρός να προσεγγίσουμε το «Ελεγείο του Grueningen» του Οδυσσέα Ελύτη (όλα τα παραπάνω ήταν προετοιμασία). Η αρχή του ηχεί σαν πλατειά ρομαντική μελωδία, με κυνηγητικό κέρας και απηχήσεις σκοτεινών δασών – συμφωνία του Schumann ή του ύστερου Schubert.

Όχι εδώ δεν υπάρχει ούτε καν «μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ’ άσπρα», ή τελευταία μεσογειακή εικόνα από το ήδη σκοτεινό «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου.» Η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική, σχεδόν γοτθική (μήπως οι ρομαντικοί δεν μυθοποίησαν το γοτθικό;) και βόρεια.

Η ηρωίδα, Soeffchen (Σοφούλα), παρουσιάζεται στον πέμπτο στίχο, σαν ανταπόκριση στο «μοναδικό όνειρο» (από τον «Τρίτον ‘Υμνο», ο στίχος στα γερμανικά). Το «θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα» που υψώνει θυμίζει την ενασχόληση του Novalis με την γεωλογία. Γρήγορα όμως, πριν καν σβήσει η εικόνα της κόρης που «περιδιαβάζει κάτω απ’ τις δεντροστοιχίες» εισάγεται η ημερομηνία του θανάτου της. Κι εκεί ο ποιητής αρχίζει μιαν αντίστροφη μέτρηση με σκοπό:

…να σ’ αποκαθηλώσω από τους αριθμούς της νύχτας.

Η πορεία θανάτου της Sophie von Kuhn εικονογραφείται μέρα με τη μέρα από τις εννέα ως τις δεκαεννέα Μαρτίου. Έντεκα ενάριθμοι στίχοι όπου ο Ελύτης προσπαθεί να δώσει μια ποιητική κλίμακα καθόδου στο Μαύρο.

Ωστόσο την αποκαθήλωση ακολουθεί μια εξαίσια παγανιστική αποθέωση, με ερωτιδείς και «μουσική από μακρινούς αστερισμούς». Η μηδενική αρίθμηση δίνει τη θέση της σε μια εικόνα παραδείσια. Που οδηγεί στο συμπέρασμα:

                 Ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε

                 αυτό που οι μάγοι διατείνονται

                 Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα.

Στους επόμενους στίχους ανακαλείται το όραμα του Novalis («καταμεσίς Μαίου»). Η ανάκληση καταλήγει σε δύο ημιστίχια που στην μουσική τους θυμίζουν εντονότατα Hoelderlin:

Αλλ’ αν ατυχής υπήρξε η φορά των πραγμάτων

‘Εκτοτε μέγιστον ήταν το μάθημα.

Το μάθημα ήταν η, μέσω του έρωτα, υπέρβαση του θανάτου.

Σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού ένα ελεγείο είναι «θρηνητικόν άσμα, θρήνος». Όμως αυτό το ελεγείο (όπως και τα περισσότερα «της Οξόπετρας») ενώ εμπεριέχει θρήνο, δεν είναι πένθιμο, δεν αποχαιρετά, ούτε μοιρολογεί. Είναι μια εκπληκτικής ωριμότητας και σοφίας ενατένιση του Τέλους, από έναν μεγάλο δημιουργό, που, ως την τελευταία στιγμή, ακουμπάει επάνω στον έρωτα και το ωραίο. Απέναντι στον θάνατο βρίσκει «πατήματα και κρικέλια» (ας θυμηθούμε τον Διγενή) και αντιπαραθέτει όραμα, ομορφιά και μετα-θάνατο.

Η πρώτη βιαστική ανάγνωση πείθει πως τα «Ελεγεία της Οξόπετρας» είναι έργο-σταθμός στην πορεία του ποιητή. Πρόκειται για το σκοτεινό αντίστοιχο του «Φωτόδεντρου». Αποτελούν μία στοχαστική και σπαρακτικά γυμνή «μελέτη θανάτου» και ίσως γι αυτό (κι όχι μόνο για τον τίτλο) θυμίζουν μεγάλη ποίηση άλλου Γερμανού ποιητή, τα «Ελεγεία του Duino» του Rainer Maria Rilke.

Ο Ελύτης, στα ογδόντα του, άγγιξε το ύψιστο όριο.

 

Μικρό σχολιαστικό υστερόγραφο: Η ιστορία του Novalis και της Sophie von Kuehn (το υποκοριστικό που της είχε δώσει ο αγαπημένος της ήταν Soeffchen και όχι Sofchen όπως λανθασμένα αναγράφεται στην πρώτη εμφάνιση του Ελεγείου) δεν εκτυλίχθηκε στην Ρηνανία αλλά στην Θουριγγία (και την Σαξωνία), σε περιοχή που μέχρι πριν λίγο ανήκε στην (τέως) Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία. Οι αναφορές στην Ρηνανία μάλλον σχετίζονται με το νεανικό ταξίδι του ποιητή.

THE TWO GREAT AMERICAN WRITERS WHO MET AT WAR

When it became clear that Allied forces would retake Paris from the retreating Nazi army in August 1944, an American took it upon himself to personally liberate one of the city’s most famous landmarks from the Germans. The Ritz Hotel was not a real military target, but 45-year-old Ernest Hemingway was not a real American soldier either. The hotel, however, was one of the writer’s favorite watering holes, and he had decided it would make an ideal base of operations for his reporting on France’s liberation. So Hemingway and a small entourage he called the “irregulars,” including a private cook, a photographer, a historian and a PR officer, overran the Ritz, bearing a cachet of arms and Scotch.

There Hemingway and his band were found by a younger American writer, an actual American soldier, one who was supposed to be hunting down Nazi collaborators, not his literary heroes. And it is at the Ritz that the remarkable wartime friendship between two American literary icons, Ernest Hemingway and J.D. Salinger, begins.

 

 

By the time Sgt. Jerome Salinger’s regiment arrived in Paris that August, they had been through hell in France. After landing on Utah Beach on D-Day, they had fought their way to Cherbourg, which they retook from the Nazis after days of harrowing street-to-street fighting. For almost a full month, as Kenneth Slawenski chronicles in J.D. Salinger: A Life, Salinger had no break from combat, no chance to bathe or to change clothes. Of the more than 3,000 men in his regiment who landed on D-Day, about one-third remained. But those who did were mobbed by jubilant crowds in Paris. The three days Salinger spent there would be the happiest of the entire war for him. In part that was because of the opportunity, Paris presented for the young aspiring writer to converse with one of the artists he admired most. And so when Salinger, a member of the Counter Intelligence Corps, learned Hemingway, a war correspondent for Collier’s magazine, was in Paris, he got in a jeep and headed for the Ritz, where he was sure he would find him.

He did, and the two writers talked shop over drinks. In a letter to his editor after the meeting, Salinger described Hemingway as a “really good guy,” who was much more humble and generous than his tough-guy reputation. Hemingway said he was familiar with some of the younger writer’s short stories and had enjoyed them. Salinger left the Ritz on a high. He had struggled to find the time and the will to write during the early months of the war, but after meeting Hemingway he redoubled his efforts, writing in foxholes and whenever he had the opportunity. Salinger “used writing … to see him through as a sort of self-therapy,” says Slawenski, “as a way of dealing with the horrors that he was witnessing.”

 

Gettyimages 515176738

Hemingway inspired J.D. Salinger, pictured above, helping buoy him during the war.

SOURCE BETTMANN/GETTY

After Paris, those horrors resumed. Salinger’s division was the first to enter Germany, where he ended up in some of the bloodiest fighting of the war, including the Battle of Hürtgen Forest. That winter at Hürtgen was bleak, with soldiers freezing to death in their foxholes, but again Salinger managed to find some much-needed distraction. According to Salinger’s army buddy Werner Kleeman in his war memoir, From Dachau to D-Day, the writer grabbed him one dreary evening and said: “Let’s go and look up Hemingway.”

Sure enough, the two men found Hemingway about a mile away, holed up in a small farmhouse. Hemingway welcomed them, and the men drank champagne from canteen cups and talked for hours. Salinger took tremendous pride, and strength, from his interactions with Hemingway, and for having won the older writer’s approval. After Hürtgen, however, Salinger’s regiment encountered even more fighting and tragedy, from the Battle of the Bulge to the liberation of the camps at Dachau. By the end of the war, Salinger was suffering from what was then called “battle fatigue,” and in July 1945 he checked himself into a hospital in Nuremberg for treatment. One of the reasons we know of this period in Salinger’s postwar life is a very candid two-page letter he wrote to Hemingway from the hospital. “We can tell even from reading that letter to Hemingway that he wasn’t really getting a lot of help,” says Slawenski, “and it took Salinger years to even begin to get over the battle stresses that he suffered from.”

Salinger confessed to Hemingway that he had been “in an almost constant state of despondency,” but that he was hopeful they would meet again in New York. “The talks I had with you here,” he reflected, “were the only hopeful minutes of the whole business.”

http://www.ozy.com/flashback/the-two-great-american-writers-who-met-at-war/80995