Η Αθήνα; Μα κοιτάξτε την Αθήνα. Μια πόλη με τους ανθρώπους της, με κατάφωτα σικάτα καταστήματα, με ωραίους καφενέδες και κουλτουριάρικα μπαράκια. Με οικοδομικά τετράγωνα που αποχαρακτηρίζονται για να επαναχαρακτηριστούν, με πάμπολλα ακριβά αυτοκίνητα και μοναδικό στο είδος του μποτιλιάρισμα, με θέατρα sold out και κινηματογράφους που πολλές φορές πρέπει να στηθείς στην ουρά για να μπεις. Ολα λειτουργούν ρολόι. Οι πιστωτικές κάρτες, τα αραχτά μεσημέρια του Σαββάτου στο Γκάζι, οι γυναικοπαρέες, οι βόλτες στα βιβλιοπωλεία, οι συζητήσεις για το σήμερα… Πολιτισμός αδιατάραχτος!
Και όμως, η οδική περιπλάνησή μου σε «μυστικές» γειτονιές της Αθήνας, προχθές, ημέρα του Πολυτεχνείου, με το ευρύτερο κέντρο αποκλεισμένο, με έκανε να ξυπνήσω από τον λήθαργο του αδιατάραχτου πολιτισμού. Στενοί δρόμοι, ανήλιαγες φτηνές πολυκατοικίες, με αυτοσχέδιες κατασκευές στα μπαλκόνια -προφύλαξη από το βουητό των διερχόμενων αυτοκινήτων-, μαγαζιά- τρύπες με ασήμαντη πραμάτεια, κι απ’ έξω τραπεζάκια στιγμιαίας απόλαυσης. Φροντιστήρια ξένων γλωσσών και σούπερ μάρκετ μαζί, μανάδες αλαφιασμένες με το χέρι του παιδιού ίσα ν’ αγγίζει το δάκτυλο του γονιού, νέοι με βλέμμα απλανές… Μέχρι να βγω στη λεωφόρο και να επιτρέψω στον «πολιτισμό» είχε προλάβει να ανατραπεί μέσα μου ένας συντεταγμένος κόσμος.
Φτάνοντας στην εφημερίδα, αναρωτιόμουν πού μπορεί να βρίσκεται η αλήθεια. Καθημερινά στις τηλεοράσεις δίδονται ομηρικές μάχες για τα επιδόματα κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, επικυριαρχικοί. Πόσοι είναι τελικά; Η εικόνα μερίδας του πληθυσμού που ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας μοιάζει σαν κάτι μαγικό. Δεν τη βλέπουμε, δεν την αγγίζουμε. Η ιδέα της ύπαρξής της μας προσπερνά. Ο καθένας επιλέγει έναν κύκλο. Στήνει εντός του τον μικρόκοσμό του και προχωράει. Δεν έχει χρόνο, αντοχές και περιθώρια να δει τι συμβαίνει έξω από τον κύκλο, που σίγουρα είναι πολλά και «θαυμαστά», σαν την αυλή των θαυμάτων του Καμπανέλλη.
Προφανώς όλα λειτουργούν συγκριτικά. Αν ανατρέξουμε στην Αθήνα της χούντας ή και των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, θα δούμε ότι σήμερα περνάμε πολύ καλύτερα. Ναι, ξέρω, οι Ολιβερ Τουίστ έχουν εκλείψει. Το ερώτημα είναι μήπως μέσα στη βιασύνη της απόλαυσης στήνουμε κοινωνίες για νέους Ολιβερ. Μήπως ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας εκκωφαντικής κατάρρευσης οικονομίας και κοινωνίας μαζί, χωρίς να προλάβουμε να πιαστούμε από κατάρτια; Είναι κακό να μεμψιμοιρώ, αλλά να, διέπραξα ολέθριο λάθος: ξεφύλλισα χθες το βιβλίο της δημοσιογράφου Βιβιάν Φορεστέρ («Οικονομική Φρίκη»), γραμμένο σε καιρούς αεράτους οικονομικά. «Σε ποιο όνειρο μας κρατούν, ώστε να μας απασχολούν με κρίσεις που θα τερματιστούν; Πότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει κρίση, αλλά μετάλλαξη ενός ολόκληρου πολιτισμού; Συμμετέχουμε σε μια νέα εποχή, χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί. Χωρίς να αποδεχόμαστε ότι η παλιά μάς τελείωσε. Ετσι δεν μπορούμε να την πενθήσουμε και να πάμε παρακάτω, αλλά την ταριχεύουμε και παραμένουμε λάτρεις της»… Αδιατάραχτος πολιτισμός και ταριχευμένες κοινωνίες. Στα θεμέλια κάνουν πάρτι οι τερμίτες.


Διαβάζοντας αποσπασματικά το βιβλίο “Αγριος Αιώνας, η βαρβαρότητα επιστρέφει ” όπου η συγγραφέας Therese Delpech περιγράφει τα αίτια της αστάθειας του σύγχρονου κόσμου ,την όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση του ανθρώπου από τις τεχνολογίες, τη στιγμή που ο ψυχισμός παραμένει αυτό που ήταν πάντα, εξαιρετικά ευάλωτος , με τις ηθικές αξίες νάχουν χάσει τη σταθερότητά τους, ο νους μου έκανε κύκλους γύρω από τα χρόνια που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο. Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για τα οποία πολλοί ήταν αυτοί που πάλεψαν και συνέχισαν να παλεύουν, ακόμη κι όταν ήξεραν ότι ήδη έχουν προδοθεί. Οπως πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν στις αξίες – ηθικές και πανανθρώπινες αξίες - που είχαν κάθε ευκαιρία να ριζώσουν σε τούτο τον τόπο, όπως ακριβώς ριζώνουν τα αειθαλή δένδρα. Και μένουν εκεί στα χωράφια, στα πάρκα, στα πεζοδρόμια για να θυμίζουν ότι η ζωή του ανθρώπου είναι πολυδαίδαλη σαν τις ρίζες των δένδρων.
Θα γραφτούν πάλι πολλά, όπως άλλωστε κάθε χρόνο. Θα ακουστεί το γνωστό ‘Ημουν κι εγώ εκεί”, παρ ότι δεν ήταν, γιατί μέσα στο Πολυτεχνείο βρέθηκαν μια χούφτα αποφασισμένοι και θαρραλλέοι άνθρωποι. Οι υπόλοιποι , κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, φοβισμένοι ή συμβιβασμένοι με τα καθεστώτα. Ας είμαστε ειλικρινείς.Το ¨ήμουν κι εγώ εκεί” μου θυμίζει το Νικολά Σαρκοζί που άφησε να εννοηθεί ότι ήταν κι εκείνος παρών στην πτώση του Τείχους κι ας μην ήταν. Πολλές φορές εκ των υστέρων λαχταράμε να κλέψουμε την αίγλη των άλλων , λες κι αυτό θα μας κάνει ψηλότερους. Σήμερα, βεβαίως, το κλίμα είναι αβανταδόρικο για πολλά.Οι τελευταίες τρομοκρατικές επιθέσεις, οι αποπροσανατολισμένοι νεολαίοι που επιτίθενται, που δηλώνουν μηδενιστές, που μιμούνται τις χειρότερες μορφές της διεθνούς τρομοκρατίας και που μοιάζουν χαμένοι στο σημερινό τίποτα, θα δώσουν τροφή για συσχετισμούς και γι’ απολογισμούς, για λάθη και παραλείψεις.Η επέτειος του Πολυτεχνείου, η δίκη των δραστών του Αλέξη, τα υπό αστυνομική “κατάληψη” Εξάρχεια, η προσπάθεια της αυτοκάθαρσης της περιοχής δίπλα στο Πολυτεχνείο, η ύποπτη υπόθεση του ασύλου, οι γνωστοί -άγνωστοι(ποιός ξέρει ποιοί είναι και τί εξυπηρετούν), όλα δημιουργούν μια κατάσταση εκρηκτική. Θα βγουν και οι ταγοί στα μικρόφωνα. Θα μας πουν ότι τίποτα δεν είναι εύκολο και βατό. Θα μας διαβεβαιώσουν, όμως, ότι όλα θα πάνε καλά. Αλλά κανείς δεν θα μετρήσει τα δικά του τα λάθη, τη δική του αρνητική διείσδυση στη συμπεριφορά της κοινωνίας. Και για να μην εκπλαγούμε, ας προετοιμαστούμε : Θα υπάρξουν και αυτοί που με τη συνήθη απαξιωτική χειρονομία θα σβήσουν όλα τα χρόνια που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο, ίσως γιατί ήδη έχουν κάνει τους συμψηφισμούς τους και σήμερα επιπλέουν σαν καρυδότσουφλα στη λίμνη της συνειδησιακής σιωπής.

Η όαση της Σίουα, 800χλμ.μακριά από το Κάιρο προς την πλευρά της Λιβύης βρίσκεται 18 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ξέρουμε καλά ότι η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της Γης ευνοεί τις συσσωρευμένες τάσεις. Οι πόλεις διεκδικούν χώρους, απλώνονται, καταπατούν τα χωράφια, τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, υψώνονται προς τα πάνω, μεταμορφώνονται σε οικοδομικούς δεινόσαυρους.Ομως, οι κάτοικοι της Σίουα – 23000 ψυχές – παραμένουν προσδεδεμένοι στην αυθεντικότητα του τόπου. Θα λέγαμε ότι αποτελούν προέκταση του περιβάλλοντος, γιατί αν εξαιρέσουμε μικρές κυκλοφοριακές ατασθαλίες με φτηνά κινέζικα μηχανάκια, τα υπόλοιπα, πλην της ηλικίας των ανθρώπων, παραπέμπουν στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν ο στρατηλάτης το 321 π.Χ. πραγματοποίησε οκτώ ημερών ταξίδι μέσα στην έρημο για να συμβουλευτεί το φημισμένο Μαντείο του Αμμωνος Διός.
Σήμερα, όπως και παλιά, ο πηλός της γης και τα φοινικόδενδρα δινουν στους κατοίκους της Σίουα τις πρώτες ύλες για τις βασικές τους ανάγκες.Από το φοινικόδεντρο τίποτα δεν πάει χαμένο: κορμός για δοκούς, κολόνες και ξυλεία, φύλλωμα πλεχτό σε στέγες, υπόστεγα, στελέχη της βάσης των φύλλων για καύσιμη ύλη, βέργες για επιπλοκατασκευές, ψάθινα – και φυσικά οι χουρμάδες. Από λάσπη και φοινικόδεντρα ήταν φτιαγμένο και το περίφημο Σάλι, το σύμβολο της Σίουα, που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Κι όπως μας θυμίζει ο Β.Αγγελικόπουλος στην «Καθημερινή»,ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή το 2004, ένα φρούριο από πηλό ήταν, για να προστατεύει τα σπίτια τους από τις επιδρομές των Bεδουίνων της ερήμου. Με τους αιώνες αυτό το σύμπλεγμα κατοικιών από λάσπη έπαιρνε ύψος, γιατί δεν τολμούσαν να χτίσουν σπίτια έξω από αυτό. Εφτασε έτσι στις αρχές του 20ού αιώνα να έχει έως και έξι επίπεδα σπιτιών, σ’ ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα. Ως το 1926, οπότε… έβρεξε. Κι έβρεξε πολύ. Τρεις ημέρες καταρρακτώδους βροχής, αρκετές για να κάνουν το Σάλι να λιώσει κυριολεκτικά, αφήνοντας άστεγους τους κατοίκους του. Από τότε άρχισαν να χτίζουν κατά πλάτος πλέον τα σπίτια τους, ολόγυρα στο Σάλι, που μένει πια ως ένα εντυπωσιακό αξιοθέατο – ένα λιωμένο, σαν έργο του Νταλί, φρούριο στο κέντρο της πόλης.












Αν η Τουρκία ήθελε πραγματικά να διαμηνύσει κάτι για την εξωτερική πολιτική της στους ηγέτες της Δύσης δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο τρόπο. Εστειλε στην Ευρώπη τον πρόεδρο Γκιουλ, όπου ο συμπαθής κατά τα άλλα πολιτικός δήλωσε ότι «κανένας δεν έχει δικαίωμα να μπλοκάρει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε.». Παράλληλα διοργάνωσε την «καυτή» συνάντηση Ερντογάν – Αχμεντινετζάντ στην Τεχεράνη. Και Δύση, λοιπόν, και Ανατολή.
Η Δύση, όμως, έχει μάθει να ’χει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Γι’ αυτό παρέβλεψε τη σημειολογία της διπλής διπλωματικής «εξόδου» της Αγκυρας και καταδίκασε το άνοιγμα του Ερντογάν προς το Ιράν. Ο διεθνής Τύπος αναρωτιόταν στα σοβαρά χθες κατά πόσον η Τουρκία εγκαταλείπει την παραδοσιακή δυτικόστροφη εξωτερική πολιτική και αναζητεί συμμαχίες με τον ισλαμικό κόσμο. Διερωτάτο επίσης αν η σκληρή στάση ορισμένων Ευρωπαίων ηγετών, που αντί της ένταξης προτείνουν «ειδική σχέση» με την Ε. Ε., στρέφει την ισλαμική κυβέρνηση προς τους ομοθρήσκους εταίρους της. Κάποιοι μάλιστα πήγαν ένα βήμα παραπέρα, εκτιμώντας ότι η Τουρκία δράττεται μιας συγκυριακής ευκαιρίας για να χωρίσει τους «φίλους» από τους «εχθρούς».
Αλλά η πολιτική και η διπλωματία δεν είναι «άσπρο – μαύρο». Και αν ανατρέξουμε στην ιστορική πορεία της γείτονος θα διαπιστώσουμε ότι πάντα τραβούσε από την τράπουλα εκείνο το χαρτί που τη δεδομένη στιγμή της ήταν απολύτως αναγκαίο. Ετσι, λοιπόν, στους οθωμανικούς και τους κεμαλικούς καιρούς, η Τουρκία ναι μεν θεωρούσε προτεραιότητα τη Δύση, αλλά ποτέ δεν προσδενόταν σε ένα και μόνον άρμα. Οταν, για παράδειγμα, συμμάχησε με τη Γερμανία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά διάστήματα έστελνε μηνύματα φιλίας προς τις δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τους Αμερικανούς και τους Γιαπωνέζους.
Και ενώ εξασφάλισε τη στήριξη της ΕΣΣΔ στην ανεξαρτησία της, ποτέ δεν ακολούθησε τη Μόσχα στη μονολιθική πολιτική της εποχής. Αργότερα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ και σε διάφορα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά δεν έκοψε ποτέ τους δεσμούς της με τις ανατολικές πρωτεύουσες. Σήμερα, στα μάτια του Ερντογάν ή του Γκιουλ καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Αζερμπαϊτζάν ή το Πακιστάν στη λίστα των φίλων του τουρκικού λαού, αλλά να που εμφανίζεται στο προσκήνιο και η Αρμενία, το καινούργιο, ενεργειακό παιγνίδι της Αγκυρας.
Στις 25 Φεβρουαρίου του 1956, όσοι συμμετείχαν στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ είδαν τον Νικήτα Χρουστσόφ να ανεβαίνει στο βήμα και να εξαπολύει δριμύτατη επίθεση κατά του Ιωσήφ Στάλιν. Μερικοί λιποθύμησαν. Κάποιοι χρειάστηκαν ώρες για να συνέλθουν. Ο πατερούλης, ο οποίος ηγήθηκε της χώρας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν αίφνης ένας δεσποτικός και βίαιος χαρακτήρας, γεμάτος βίτσια. Ο Χρουστσόφ επέκρινε εκείνους που τον είχαν θεοποιήσει και που δεν είδαν ποτέ ή δεν θέλησαν να δουν την κατάφωρη βία που χρησιμοποιούσε εναντίον οποιουδήποτε έστεκε εμπόδιο στις επιδιώξεις του. Αυτή η ομιλία – καταδίκη του Στάλιν έγινε με τον καιρό η απαρχή της αποδόμησης της σοβιετικής εξουσίας, το τέλος του τρόμου και των φοβισμένων πολιτών, το τέλος της ιστορίας των γκούλαγκ που πέρασαν στην Ιστορία.

Ως πρώτη κίνηση υπήρξε πράγματι εντυπωσιακή. Αλλωστε, οι πρωτοβουλίες που εμπεριέχουν έστω και ψήγματα διπλωματικής προσέγγισης μεταξύ δύο προαιώνιων εχθρών, όπως η Τουρκία και η Αρμενία, οφείλουν αρχικά να είναι εντυπωσιακές. Για να προϊδεάσουν θετικά τη διεθνή κοινή γνώμη και για να προλειάνουν το έδαφος στο εσωτερικό των χωρών για όσα θα ακολουθήσουν. Συνήθως καθόλου βατά, καθόλου αρεστά. Οι περιπτώσεις αυτές παραπέμπουν συχνά στις ωραιοποιημένες προεκλογικές εξαγγελίες των κομμάτων και στη μετέπειτα ωμή μετεκλογική πραγματικότητα.




