Η Ελλάδα υποχρεούται να ξαφνιάσει τον κόσμο!
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_07/01/2012_468497
Πρόσωπα Ρίτσας Mασουρα
Πάει καιρός τώρα που πάψαμε να θριαμβολογούμε για τον καινούργιο χρόνο ή να χανόμαστε ανερυθρίαστα σε απολογισμούς. Να δίνουμε υποσχέσεις στον εαυτό μας, να δεσμευόμαστε απέναντι στους δικούς μας. Κενός χρόνος πια, δίχως φτιασίδια και καμώματα. Ολοι ή σχεδόν όλοι οι Ελληνες, ίσως περισσότερο από τους άλλους λαούς της Ευρώπης, κρατάμε την ανάσα μας. Κρατάμε την κραυγή μας και ευχόμαστε να ’ναι το 2012 χρόνος – ορόσημο. Να κλείσουμε τους μπακαλίστικους λογαριασμούς μας με το χθες και να υποδεχτούμε το αύριο με το καλό τετράδιο και τις σωστές σημειώσεις.
Δουλειά του ανθρώπινου σώματος, άρα δουλειά και του σώματος της κοινωνίας, είναι να αναζητούν παντού το οξυγόνο. Δουλειά του μυαλού, άρα και του πυρήνα της κοινωνίας είναι να αφουγκράζεται σωστά. Και αν κάτι αιωρείται στην ατμόσφαιρα σήμερα δεν είναι ο θυμός και η οργή (το θυμικό του ατόμου παίζει πρωταρχικό ρόλο σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες), όσο η ανάγκη να αναδειχθεί το καινούργιο, το άφθαρτο. Να υπάρξει αίσθηση δικαιοσύνης, προσέγγιση δικαιοσύνης (Κι εδώ κάτι πάει να κινηθεί.) Να αποδοθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Να δοθούν κατευθυντήριοι οδοδείκτες που θα εμπεριέχουν ψήγματα ελπίδας, αλλά και σοβαρότητας. Να θωρακιστούν τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Δεν θέλουμε αφυδατωμένες δημοκρατίες, έλεγε παλιότερα ο Μιτεράν. Είναι πολλά όλα αυτά; Ναι, είναι πολλά και τούτη την ώρα ουδείς γνωρίζει ποιος θα μπορούσε να τα εγγυηθεί. Πού; Σε μια χώρα με ψυχοφθόρο πολιτικό σύστημα, παρωχημένα δόγματα, αμετανόητες συντεχνίες και έντονο ακόμη των παραγοντισμό των αφρόνων. Ολοι επιμένουν να παραμένουν στην πλατφόρμα. Να θυμίσω όμως ότι η ζωή έχει και «Exxon Valdez», έχει και λαβωμένους κορμοράνους.
Το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, ας το επαναλάβουμε. Εμείς απλώς έχουμε τεράστιες παθογένειες και όταν ανοίγει το καπάκι της κατσαρόλας πετάγεται από μέσα η βρωμιά που συνήθως βγάζει το κρέας – αυτήν που με ιεροτελεστία ξαφρίζουμε. Προ ημερών, ο γνωστός αρθρογράφος των «Νιου Γιορκ Τάιμς» Πολ Κρούγκμαν («Nobody understands debt») έγραψε ότι γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν πως τα καλύτερα είναι πίσω μας, ότι η οικονομία έχει χάσει τον δυναμισμό της και ότι είναι μη ρεαλιστικό να περιμένουμε γρήγορη επιστροφή σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το πρόβλημά μας –σημειώνει ο Κρούγκμαν– δεν είναι οικονομικό. Είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό και δημιουργήθηκε από μια ελίτ, η οποία έμεινε προσκολλημένη στις δικές της προκαταλήψεις. Η Ελλάδα διαθέτει τη δική της πολιτική ελίτ κι ανάμεσά της βρίσκονται προσωπικότητες με ανεπίκαιρες προκαταλήψεις, κυρίως σχετιζόμενες με τη φενάκη του Δημοσίου. Τώρα, καταφεύγουν σε εφεδρείες και απολύσεις μέσα σε ένα κλίμα αντιπολιτευτικού λαϊκισμού. Και όμως, χρειάζεται κάποιος να ασκήσει πραγματική πολιτική και, ανάμεσα στον ορυμαγδό των καταναγκαστικών φοροεισπρακτικών μέτρων, να τολμήσει να αρθρώσει σοβαρό λόγο για τη δημοκρατία.
Πολλοί, αναφερόμενοι στους δανειστές, προαναγγέλλουν το τέλος της πολιτικής και την κυριαρχία των λογιστών. Τόσο το λάδι, τόσο το ξίδι, ιδού ο απολογισμός της ημέρας. Ομως, θα ήταν ευχής έργο, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, δίπλα στους αγανακτισμένους πολίτες, δίπλα στην τρόικα, να αναπτύξουμε νέες πολιτικές, με στόχο να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στον πολίτη και τον πολιτικό κι ανάμεσα στην ελληνική κοινωνία και την Ευρώπη. Μια Ευρώπη που κινείται στην κόψη του ξυραφιού και χάνει πολύτιμο χρόνο σε συνόδους με την ελπίδα να ξορκίσει τις αγορές. Οπως επίσης θα ήταν ευχής έργο, δίπλα στις νέες πολιτικές να ξαναμιλήσουμε για την ποιότητα της δημοκρατίας. Γιατί, παρά τα όσα λέγονται για τη μεταπολιτευτική δημοκρατία, παρά τα επιτεύγματα, η δική μας δημοκρατία δεν είναι δημοκρατία σε εμβάθυνση.
Ζούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, και ας έχει πει ο Πάπας ότι ο καπιταλισμός και ο μαρξισμός απέτυχαν ιστορικά. Φοβάμαι πως η Ιστορία δεν συμφωνεί, και όπως σημειώνει ο Ραφαέλε Σιμόνε στο βιβλίο του «Το Μειλίχιο Τέρας», μας περιβάλλει ένας οικουμενικός καπιταλισμός, αδηφάγος και υπερδραστήριος. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα υποχρεούται να ξαφνιάσει τον κόσμο, μετατρέποντας τον σημερινό αδηφάγο καπιταλισμό σε εργαλείο ανάπτυξης. Προϋπόθεση, η παρουσία αποφασισμένων πολιτών που θα διαπνέονται από μεγάλη πνευματική και ηθική αντοχή. Ολες οι δυνάμεις μας στο τρίπτυχο πολιτική–δημοκρατία–οικονομία.
Καλή χρονιά!
Ρομπέρτο Μπολάνιο, ’2666′.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_31/12/2011_467479
Της Pιτσας Mασουρα
Εγραφε από παιδί, αλλά με τη δόξα συναντήθηκε μετά θάνατον. Ετσι συμβαίνει πάντα με τους μεγάλους συγγραφείς, τους ποιητές, τους ζωγράφους ή τους μουσικούς. Η παρούσα ζωή τούς στριμώχνει, τους απορρίπτει, τους ανταγωνίζεται και μόνον όταν παραχωρεί τη θέση της στον θάνατο, μαγεύεται από τη γοητεία του νεκρού. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Χιλιανός συγγραφέας Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ο Μπολάνιο μετανάστευσε νωρίς στο Μεξικό για να επιστρέψει στη Χιλή του 1973, στηρίζοντας τον Αλιέντε. Το πραξικόπημα τον οδήγησε ξανά στο Μεξικό και από κει στην Ισπανία, όπου πέθανε μόλις 50 ετών (2003) σε νοσοκομείο της Βαρκελώνης. Ηταν ένας μελαγχολικός και αφαιρετικός άνθρωπος. Αγαπούσε τον Ελβις, τον κάπτεν Νίμο, τον Χουντίνι, έπαιρνε το πρωινό του με κρουασάν και εφημερίδες και διάβαζε Θερβάντες, Τζον Κένεντι, Μπρετόν, Πασκάλ. Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «2666», για το οποίο, όπως είπε μέλος της κριτικής επιτροπής στη μεταθανάτια βράβευσή του, θα μιλάνε για χρόνια συγγραφείς, πανεπιστημιακοί και αναγνώστες.
Καλώς ορίσατε στον μυστηριώδη κόσμο του Ρομπέρτο Μπολάνιο. «2666»! Σελίδες 1.016! Μη φανταστείτε κάποιο ρομάντσο. Μάλλον κρατάτε στα χέρια σας το ευαγγέλιο των καιρών μας, ένα εργαλείο πένθους και μελαγχολίας. Γράφοντας σε ύφος μπαρόκ, με σύμμαχό του τον αινιγματικό του κόσμο, ο συγγραφέας παραδίδει στους αναγνώστες του ένα στρατό νικητών, που υποχωρεί από το πεδίο μάχης έχοντας πυρπολήσει πίσω του τεράστιες εκτάσεις γης. Για να αγαπηθεί το βιβλίο θα πρέπει ο αναγνώστης να ’χει μια κάποια αίσθηση της σκόνης της ερήμου, της γλυκύτητας της νύχτας, ίσως και των θλιμμένων γυναικών. Αλλιώς δεν έχει νόημα να διαβαστεί. Θα δίνει πάντα την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Στην πραγματικότητα, σημειώνει η γαλλική «Φιγκαρό», το βιβλίο «2666» είναι ένα λυρικό ποίημα πάνω στο κακό κι ένα οπερετικό έργο πάνω στη σκοτεινή γοητεία του θανάτου.Και πάλι καλώς ορίσατε στον ανεξήγητο κόσμο του Μπολάνιο.
Λέγεται: το «2666» είναι η επική νουβέλα που δεν έγραψε ποτέ ο Μπόρχες. Υπερβολή; Το ίδιο ακούγεται και για τον Τζόναθαν Φράνζεν – ο Τολστόι της εποχής μας, γράφει το ΤΙΜΕ. Στο βιβλίο του Μπολάνιο, πληθωρικό από πολλές απόψεις, οι χαρακτήρες πότε εισβάλλουν στις ιστορίες και πότε εξέρχονται. Απουσιάζει ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής, πολλές από τις ιστορίες δεν ερμηνεύονται, πορεύονται σαν σε μυσταγωγία. Ο Ντέιβιντ Σέξτον γράφει στην «Ιβνινγκ Στάνταρ» ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από το ανεξέλεγκτο κακό, την κοινωνική διάλυση και τη με πολλά ερωτηματικά αξία της ίδιας της λογοτεχνίας. Στο τέλος, όμως, μένει μετέωρη η αναζήτηση της αγάπης και του νοήματος της ζωής. Πάντα και για πάντα το υπαρξιακό πρόβλημα του ατόμου. Θα το απορρίψει κανείς; Θα το προσπεράσει κανείς; Μάλλον όχι.
Η γενικότερη προσέγγιση του Μπολάνιο φαίνεται ότι βρίσκει ρίζες στην άποψη του Γκαίτε για την παγκόσμια λογοτεχνία. Με τη διαφορά ότι ο Γκαίτε συνέλαβε την παγκόσμια λογοτεχνία ως τρόπο σκέψης για όλα τα βιβλία, ενώ ο Μπολάνιο φόρτωσε τα πάντα σε μία και μοναδική νουβέλα, τον συναρπαστικό λογοτεχνικό λαβύρινθο «2666», με την πλούσια, αλλά πολλές φορές πρόστυχη γλώσσα. Κάποιες φορές θυμίζει James Ellroy, τον Αμερικανό συγγραφέα που καταπιάνεται με το έγκλημα και την επιστημονική φαντασία. Είναι αποφασιστικός και χυδαίος. Κάποιες άλλες στιγμές αναδίδει μυρωδιές από τους χαρακτήρες του Βρετανού συγγραφέα L. Durrel.
Προφανώς το «2666» έχει διαφορετικές λογοτεχνικές επιρροές: Από την ευρωπαϊκή avant-garde ώς την κριτική θεωρία του pulp fiction. Ολες συγκλίνουν στη Σάντα Τερέζα –πρωταγωνίστρια πόλη– λες και κινούνται προς την τελική αποκάλυψη. Αλλά το «2666» τελειώνει απότομα – ένα είδος ανοιχτού τέλους, όπου ο αναγνώστης μπορεί να προσθέσει, να αφαιρέσει ή να αφήσει τα πάντα πίσω του. Το αν ο ίδιος πέτυχε αυτό που ήθελε, είναι δύσκολο να απαντηθεί. Ενδεχομένως σ’ αυτό παίζει ρόλο ο τρόπος που διαβάζουμε και προσεγγίζουμε τη λογοτεχνία. Ετσι κι αλλιώς, ο Μπολάνιο αφήνει σε μας να καλύψουμε τα κενά ή να προχωρήσουμε σε συνειρμούς Ούτως ή άλλως, όπως σημειώνουν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς», η λογοτεχνία για τον Μπολάνιο μπορεί να αποκαλύψει τη νοσηρότητα του κόσμου και να βρει λέξεις για το κακό. (Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα, μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος.)
Ο χρόνος ο άχρονος!
Τούτος ο καινούργιος χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος, θα είναι ενδεχομένως κολαστήριο για τους πολλούς. Θα υπάρξουν οι λίγοι που θα αυγατίσουν τις περιουσίες τους, θα υπάρξει κι ο κοσμάκης που θα γονατίσει από την αναλγησία των ταγών. Οσοι μπορούν ας κρατήσουν τα μπόσικα, ας διατηρήσουν την ψυχραιμία τους κι ας βάλουν πλάτη για να παραμείνει εν ζωή τούτος ο τόπος σε καιρούς άχρονους. 








