“Καταδικασμένοι να είμαστε αισιόδοξοι” Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

Ελένη Γκίκα – Ο πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς συνομιλεί με την Ελένη Γκίκα. (Σήμερα στο `Εθνος) – «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε αισιόδοξοι! Ή τουλάχιστον να ζούμε ωσάν να είμαστε αισιόδοξοι!» υποστηρίζει ο ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και μιλά στο Έθνος της Κυριακής για όλα: για την Ευρώπη και για την κρίση, για τους «πιστωτές» και για την ανάγκη συστράτευσης.

Για τον Πουλαντζά και τα μεγάλα διλήμματα της ζωής του, για το άτι της Ιστορίας που μας πηγαίνει εκεί όπου θέλει εκείνο! Για την Χούντα και την Μεταπολίτευση, για το όνειρο της σύγκλισης και την πραγματικότητα της απόκλισης. Για το καινούργιο βιβλίο του «Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας. Από την ιστορική Εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το «Θεμέλιο». Από τον «Καστανιώτη» θα κυκλοφορήσει σύντομα ένα άλλο φιλόδοξο βιβλίο του «Γυμνή Βασίλισσα: Έργα και Ημέρες του Οικονομικού Λόγου»

    •    «Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας. Από την ιστορική Εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία». Κύριε Τσουκαλά, τι είναι εκείνο που συνεχίζεται και ποια ζητήματα μας προέκυψαν «ξαφνικά»;

Δεν είναι έτσι, όμως, πάντα τα πράγματα; Είμαστε ριγμένοι στις συνέχειες και στις ασυνέχειες. Τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνίες. Το παιχνίδι ανάμεσα στις λέξεις «συνέχεια» και «ασυνέχεια» είναι θα έλεγα μια συνθήκη αντιμετώπισης της πραγματικότητας και της ζωής. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος στο θέμα της συνέχειας και ασυνέχειας, εκείνο που είναι σαφές είναι ότι εδώ και τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια ο τόπος μας συνεχίζει να βρίσκεται σε κρίση, συνεχίζει διακοπτόμενος, συνεχίζει να βρίσκεται σε μια «βιοτική ασυνέχεια» η οποία Κύριος οίδε πού θα μας πάει!

•    Στην εποχή της μεταπολίτευσης, υπήρχε περίπτωση κάποιος να φανταστεί ποια θα ήταν η συνέχεια ή η ασυνέχεια;

Γενικώς κανείς δεν μπορεί να φανταστεί το μέλλον, εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα, για να το πω διαφορετικά.  Εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα, όμως, δεν είναι εκείνο που νομίζουμε ότι δεν υπάρχει ακόμα· είναι πάντα κάτι άλλο. Με αυτή την έννοια, αυτό που μας συμβαίνει και αυτό που συμβαίνει για τον κόσμο είναι πάντα απροσδόκητο· πάντα σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτο και πάντα σου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να εκπλήσσεσαι.
Όταν ήμουνα νέος υπήρχε χώρος μέσα στον οποίο πιστεύαμε −ίσως αφελώς− ότι μετείχαμε, διότι μπορούσαμε να διαμορφώσουμε με απόλυτη σιγουριά το γίγνεσθαι. Δηλαδή έγινε Χούντα, και μόλις έγινε Χούντα πάρα πολλοί άνθρωποι αποφασίσαμε ότι πρέπει να την πολεμήσουμε. Τι ήταν αυτό που πολεμούσαμε; Μια ανατροπή η οποία μας φαινόταν απαράδεκτη, κυρίως ενόψει του ότι η δεκαετία του ’60 είχε επιτρέψει σε όλους εμάς, να πιστέψουμε ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα και θα ’χουμε μια ρήξη μ’ αυτό το φρικτό μετεμφυλιακό παρελθόν. Πιστεύαμε, όμως, ότι μέσα από την αντίσταση θα ανατρέψουμε αυτή την προσωρινή αναστροφή της ιστορίας και ότι θα μπορέσουμε να συμμετάσχουμε ψυχή τε και σώματι σ’ αυτή την Ελλάδα την οποία θέλαμε. Αυτή ακριβώς ήταν η μεταπολίτευση και με αυτή την έννοια πιστεύω ότι υπάρχει μια ευθεία συνέχεια ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη μεταπολίτευση του ’74 και στη συνέχεια θα έλεγα ακόμα και με την αλλαγή την οποία προοιωνίζονταν, και έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ.

•    Και η ανατροπή σ’ αυτή τη συνέχεια, η ασυνέχεια, ήταν η κρίση;

Ναι, γιατί η κρίση δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι, δεν ξέρω ποια μπορεί να είναι η απόληξη, αλλά ένα κατά τη γνώμη μου είναι βέβαιο: Δε φαίνεται προς το παρόν να οδηγεί πουθενά αυτό το οποίο συμβαίνει. Και εκεί ακριβώς μπορεί να μιλήσει κανείς για ασυνέχεια, ασυνέχεια σε αυτή την συνεχιζόμενη μέχρι τότε αισιοδοξία − ασυνέχεια ως προς το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι βυθίζονται στην απόγνωση, στην απελπισία, στη δυσπραγία, στη δυσανεξία· ασυνέχεια ως προς το γεγονός ότι αυτό το οποίο πιστεύαμε όλοι, ότι εμείς θα τα καταφέρουμε καλύτερα από τους πατεράδες μας, φαίνεται να μην ισχύει· και είναι και αμφίβολο πλέον για το πόσο τα παιδιά μας θα τα καταφέρουν καλύτερα από μας.

•    Πότε, ακριβώς, πάψαμε να πιστεύουμε ή να ελπίζουμε ότι εμείς μπορούμε να παίξουμε κάποιο ρόλο;

Πιστεύω ότι συνέβησαν δύο πράγματα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια − μετά δηλαδή από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πρώτον, κυρίως, αυτή η νέα κοινωνία η οποία οικοδομείται γύρω μας είναι μια κοινωνία στην οποία ο λεγόμενος «κυρίαρχος λαός» έχει όλο και λιγότερο τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη. Στην πραγματικότητα, η εξουσία ασκείται έξω από το πολιτικό σύστημα, ασκείται βασικά από διάφορα, γνωστά βέβαια, αλλά μυστηριώδη και αόρατα κέντρα λήψεως αποφάσεων, είτε αυτά είναι οι λεγόμενοι πιστωτές, είτε είναι τα λεγόμενα μεγάλα κεφάλαια, είτε ένα κεφάλαιο νομαδικό το οποίο ελεύθερα λυμαίνεται τον κόσμο πετώντας από το ένα μέρος στο άλλο, αδιαφορώντας τελείως ως προς τις συνέπειες της συνεχούς κίνησής του και μετατόπισής του· και επίσης, φυσικά, από τη ραγδαία εξελισσόμενη τεχνολογία.
Δηλαδή, ο λαός είναι πια εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα όπου δεν έχει τη δυνατότητα να πει τίποτα και να αποφασίσει τίποτα διαφορετικό απ’ αυτό το οποίο γίνεται.

•    Την εποχή, όμως, που μπαίναμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύαμε ότι μπαίνουμε σε μια Ευρώπη αλληλέγγυα, με κοινό όραμα…

Εκείνο είναι το σημείο ακριβώς που κατά τη γνώμη μου κατέρρευσε. Κατέρρευσε δε για πάρα πολλούς λόγους. Επιγραμματικά θα έλεγα ότι η ιδέα της Ευρώπης, ήταν ένα όνειρο σύγκλισης. Τι θα πει σύγκλιση; Σημαίνει ότι οι λαοί διατηρούν την αυτοτέλειά τους, αλλά συγκλίνουν ταυτόχρονα ο καθένας απ’ την πλευρά του προς ένα κοινό μέλλον. Ε, αυτή η σύγκλιση έχει καταβαραθρωθεί και έχει μετατραπεί στο αντίθετό της. Τώρα πια μιλάμε για απόκλιση. Μιλάμε δε επισήμως για απόκλιση. Τώρα μιλάμε όλοι για διαφοροποιημένες μορφές ένταξης στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι· και μιλάμε, επίσης, για το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, πολλών μορφών. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, η Ευρώπη την οποία βλέπουμε σήμερα δεν ήταν αυτή στην οποία ελπίζαμε ότι θα μπούμε πριν από 20 ή από 30 χρόνια.

•    Κατά συνέπεια δεν μιλάμε για κρίση που θα περάσει…

Βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα παγκόσμιο σύστημα του οποίου η δυναμική φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Δε νομίζω να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι υπάρχει πολιτική πρόθεση να αναστραφούν αυτές οι προτεραιότητες. Δεν φαίνεται να υπάρχει αντίσταση. Θα μπορούσαν, συνεννοούμενες μεταξύ τους, οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις να τσακίσουν τα παγκόσμια κινητικά κεφάλαια εν μιά νυκτί!  Δεν επιλέγουν να το κάνουν! Απεναντίας, όπου μπορούν συμβάλλουν στο να αδυνατίσει…
Να φέρω ένα παράδειγμα σημερινό; Τι συμβαίνει στην Ουκρανία; Δεν με ενδιαφέρει αν ήταν φασίστας ο πρόεδρος, ή αν είναι καλή η κυρία που ήταν στη φυλακή και βγήκε προχθές. Σημασία έχει ένα πράγμα και μόνο, ότι αυτά που γίνονται  καταλήγουν πού; Στο πιθανότατο σενάριο, ότι η Ουκρανία θα κοπεί στα τρία. Κι όσο περισσότερα είναι τα κράτη, τόσο πιο αδύνατα είναι, τόσο πιο ανταγωνιστικά λειτουργούν μεταξύ τους, και τόσο λιγότερο μπορούν να αντισταθούν στις επιταγές του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος!

•    Αυτή είναι και η δική μας κατάσταση;

Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση στην οποία μετέχουμε κι εμείς ως ένα μικρό κράτος το οποίο ακόμα κι αν έχει εσωτερικά μια συνοχή, δεν έχουμε τη δυνατότητα από μόνοι μας να αντισταθούμε στο πέλαγος αυτών των πιέσεων που έρχονται απ’ όλες τις μεριές. Ήρθε η Τρόικα σήμερα. Και μιλάνε για «πιστωτές». Πότε άλλοτε στο παρελθόν είχε εμφανιστεί με τέτοια δραματική επίταση η λέξη «πιστωτής»; Τι θα πει «οι πιστωτές»; Είναι αυτοί στους οποίους χρωστάμε λεφτά! Ωραία! Αλλά μέχρι τώρα οι πιστωτές δεν κρύβονταν πίσω από έναν υπερεθνικό ορθολογισμό και πίσω απ’ αυτές τις θεσμικές μορφές, Ευρωπαϊκή Τράπεζα, Διεθνές Ευρωπαϊκό Ταμείο, που στολίζουν τους πιστωτές με ένα ωραίο θεσμικό όνομα! Το κεφάλαιο πια δε δένεται με τίποτα! Ούτε με τον χώρο ούτε όμως και με τον χρόνο! Βάζεις λεφτά, βγάζεις λεφτά! Κερδίζεις, αποθηκεύεις αυτό που κέρδισες και εν συνεχεία περιμένεις την ευκαιρία να ξανακερδίσεις, και να ξανατοποθετήσεις χρήματα αλλού! Με αυτή την έννοια θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε ένα πρόβλημα αναπαραγωγής συστήματος που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία!

•    Μπορεί αυτό να αντιμετωπιστεί σε κρατικό ή πολιτικό επίπεδο; Ή θα πρέπει να περιοριστούμε στην… αλληλεγγύη;

Θα το ήλπιζα. Ή μάλλον θα το ευχόμουν. Γιατί δεν πιστεύω ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά σε κρατικό επίπεδο. Δηλαδή, ακόμα κι αν όσον αφορά την αλληλεγγύη, -γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο οικονομικό ζώον, είναι και αλληλέγγυο ζώον− όταν βγαίνεις στο δρόμο και βλέπεις τα πτώματα και πρέπει να περάσεις πάνω απ’ τα πτώματα για να περάσεις από την Σταδίου ή την Πανεπιστημίου και δεν είσαι εντελώς κτήνος σπαράζει  η καρδιά σου! Λοιπόν, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να καταστραφεί ή να ακυρωθεί τελείως· αλλά δε φτάνει!  Εκεί υπάρχει και μια άλλη παγίδα η οποία υφέρπει συνεχώς. Η ιδέα ότι θα μπορούσε η ιδιωτική αλληλεγγύη να αντικαταστήσει την κρατική υποχρέωση. Αυτή ακριβώς η ιδεολογική γραμμή διατρέχει πλέον ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του επίσημου λόγου. Δεν βλέπετε πόσο υποβολιμαίο είναι αυτό το ιδεολόγημα;

•    Κι αν εκείνος ή εκείνοι οι οποίοι προσφέρουν σε εκείνον που δεν έχει, ξαφνικά δε θέλουν να προσφέρουν;

Θα πεθάνει μάλλον! Μα αυτή ακριβώς είναι και η κεντρική ιδέα που υφέρπει από την αρχή στο φιλελεύθερο οικοδόμημα! Ήδη ο γνωστός κοινωνιολόγος Σπένσερ, έλεγε ότι η λογική της αγοράς είναι ποια; Όποιος δεν μπορεί να επιβιώσει να πεθάνει! Και είναι καλό να πεθάνει!  Το να πεθάνει θα ήταν απλώς μια διαπίστωση. Το «είναι καλό να πεθάνει» σηματοδοτεί ότι ο ορθολογισμός του συστήματος επιτάσσει να πεθάνουν οι λιγότερο ισχυροί! Είναι ένα είδος κοινωνικού δαρβινισμού, ο οποίος σπανίως εκστομίζεται τόσο ρητά, αλλά ο οποίος υφέρπει σε όλη την νεοφιλελεύθερη παράδοση.

•    Κι εμείς; Μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό;

Το μόνο πράγμα το οποίο πιστεύω ότι δεν μπορούμε να πάψουμε να αισθανόμαστε είναι την απόλυτη ευθύνη. Και η ευθύνη αυτή σημαίνει πολλά πράγματα. Σημαίνει πρώτα ότι δεν πρέπει να σταματάς να μιλάς! Να παίρνεις θέση, να δραστηριοποιείσαι, να αναλώσεις την ενέργειά σου σ’ αυτά που πιστεύεις! Σημαίνει όμως και κάτι άλλο, ότι αυτό πρέπει να το κάνεις ακόμα κι αν δεν είσαι βέβαιος γι’ αυτό που πρόκειται να γίνει· ίσως δε ακόμα, αν δεν είσαι βέβαιος γι’ αυτό που θέλεις! Οι αβεβαιότητες που μας περιβάλλουν πια δεν είναι μόνο πολιτικές· είναι και υπαρξιακές· ίσως και αξιακές. Η Ιστορία δεν μπορεί να ελεγχθεί. Κάποτε ο Τρότσκι πίστευε ότι μπορούσε να καβαλήσει το άτι της Ιστορίας και να το οδηγήσει εκεί που θέλει! Δεν είναι έτσι. Το άτι πηγαίνει εκεί που θέλει εκείνο!
Κάπου ο ήρωας στον «Οδυσσέα» του Τζόις λέει ότι γι’ αυτόν η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο ελπίζει ότι θα μπορέσει να ξυπνήσει. Η Ιστορία είναι τόσο ανεξέλεγκτη και σε πολλά σημεία εφιαλτική. Κοιτώντας πίσω καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα εξελίσσονται συχνά προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία θα το επιθυμούσαμε και το προβλέπαμε. Μ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, η ευθύνη που έχουμε είναι πολλαπλή. Είναι ευθύνη να μπορέσουμε να βρούμε στοιχηματίζοντας, χωρίς ποτέ να είμαστε βέβαιοι, ότι αυτό το οποίο πιστεύουμε είναι καλό. Είμαστε πάντα ανοιχτοί στη διάψευση, κι αυτό είναι ακριβώς το σημείο εκείνο το οποίο επιβάλλει σε όλους μας να αναλάβουμε την ευθύνη της αβεβαιότητας. Κι εδώ, νομίζω, βρίσκεται η δυσκολία της σημερινής συστράτευσης. Δυσκολία, αλλά ταυτόχρονα και καθήκον! Υποχρέωση! Είμαστε υποχρεωμένοι! Τουλάχιστον έτσι πιστεύω εγώ!

•    Στο καινούργιο σας βιβλίο «Μορφές συνέχειας, και ασυνέχειας» υπάρχει ένα κείμενο που αναφέρεται στη σκέψη του Πουλαντζά…

Ο Πουλαντζάς ήταν ο αδελφός μου! Δεν έχω αδέλφια, ήταν ο αδελφός μου! Μαζί τα κάναμε όλα! Μαζί πορευτήκαμε στη ζωή. Ευτυχώς δεν πορευτήκαμε μαζί και στον θάνατο… αλλά μαζί πορευτήκαμε στην πολιτική, μαζί πορευτήκαμε στις ιδέες, αυτός πριν από μένα, πάντα ήτανε μπροστά μου. Και έτυχε, βέβαια, να βρεθούμε και στον ίδιο επαγγελματικό χώρο και στο ίδιο μέρος, στη Γαλλία, στο ίδιο πανεπιστήμιο, και στην ίδια πολιτική πλατφόρμα. Τα πρώτα χρόνια, όταν πέθανε, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου γι’ αυτόν. Σήμερα μπορώ να πω ότι μιλώ με χαρά. Με χαρά, διότι είμαι σε μια φάση της ζωής μου που απολαμβάνω τις νοσταλγίες και τις αναπολήσεις μου. Δεν το αισθάνομαι τόσο τραυματικά, και μ’ αυτή την έννοια μπορώ να μιλήσω για την πραγματική σχέση με τον Πουλαντζά. Για μένα ο Πουλαντζάς είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία της ζωής μου στα οποία στέκομαι.

•    Συναντήσατε μεγάλα διλήμματα στη ζωή;

Πολλά! Το επάγγελμα, πρώτα πρώτα. Σπούδασα νομική, άσκησα τη δικηγορία· και δυσφορούσα τη δικηγορία! Αλλά πώς μπορούσα να απαλλαγώ απ’ τη δικηγορία; Μέσα από μια σύμπτωση, με έσωσε η Χούντα! Η Χούντα μου ’δωσε τη δύναμη να διακόψω ένα ούτως ή άλλως ελλιπές δικηγορικό επάγγελμα και να σηκωθώ να φύγω· και βρήκα την ηθική και πνευματική δύναμη να μπορέσω να πω ότι προέχει να κάνω κάτι εναντίον της Χούντας!
Άλλο τυχαίο. Βρέθηκα στην Αγγλία κι είχα ανάγκη να επιζήσω, να βρω μια δουλειά. Βρήκα δουλειά σ’ ένα νοσοκομείο της Αγγλίας. Διοικητικός υπάλληλος. Κι ως εκ θαύματος, την ημέρα που τη βρήκα έτυχε και, μέσα από διάφορες διαδικασίες περίπλοκες, μου ανατέθηκε να γράψω το βιβλίο για την ελληνική τραγωδία. Κι έτσι, αφού είχα ήδη γλιτώσει απ’ τη δικηγορία, γλίτωσα και την επαγγελματική μου ενασχόληση με τα διοικητικά ενός βρετανικού νοσοκομείου. Όσο ήμουν στο πανεπιστήμιο η μόνη συμβουλή που έδινα στους φοιτητές μου είναι να πειραματιστούν με τα όρια της τύχης τους. Και σαν βήμα προς την κατεύθυνση αυτή συμβούλευα πάντοτε εκείνους που ήθελαν να κάνουν μεταπτυχιακά να πάνε έξω. Όχι γιατί τα πανεπιστήμια είναι κατ’ ανάγκη καλύτερα έξω − που δεν είναι. Τους έλεγα να πάνε έξω για να διακόψουν τους αυτοματισμούς της ένταξής τους σε ένα οικείο περιβάλλον, να βρεθούν εκτεθειμένοι σε αντιφάσεις, σε προβλήματα, σε διλήμματα, τα οποία θα τους ανοίξουν ενδεχομένως άλλους δρόμους απ’ αυτούς που φαντάζονται. Το έξω δεν είναι μαγικό, αλλά είναι το άλλο.

•    Είθισται, όμως, από το σπίτι να μας μαθαίνουν να βαδίζουμε με τις σιγουριές.

Εγώ είμαι υπέρ των ρήξεων. Όχι των ρήξεων με τους γονείς. Των ρήξεων με τις βεβαιότητες, με τις ευκολίες. Των ρήξεων με τους αυτοματισμούς.

•    Έτσι ή αλλιώς η εποχή μας αναγκάζει να έρθουμε σε ρήξη πια με τις βεβαιότητες.

Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε αισιόδοξοι! Ή τουλάχιστον να ζούμε ωσάν να είμαστε αισιόδοξοι! Βέβαια, αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο στο αν έχουμε αμφιβολίες. Εκείνο που παίζει ρόλο είναι το τι λέμε και τι κάνουμε. Κι εκεί είμαστε καταδικασμένοι να μιλάμε και να δρούμε ωσάν να είμαστε αισιόδοξοι. Σαν να μπορούσαμε να υποτάξουμε το άτι της Ιστορίας ξέροντας ότι το άτι είναι πολύ πιθανό να μας ρίξει και να σπάσουμε τα παΐδια μας. Εγώ προσωπικά αυτή την επιλογή κάνω.

Το παραμύθι σου και να’ μαι και να φαίνομαι

 

 

 

Μίλλη Τσουμάνη* – Κριτική στο βιβλίο της Μαίρης Σάββα – Ρουμπάτη “Τα κρυμμένα σεντούκια του Αλή Πασά”
Τα παραμύθια δεν έχουν ηλικία. Και όσοι το νομίζουν αυτό, είναι γιατί κάποιος τους εξαπάτησε σε κρίσιμα χρόνια.  Η Μαίρη Σάββα-Ρουμπάτη ανήκει σε εκείνους που γνωρίζουν ότι τα παραμύθια δεν έχουν ηλικιακό όριο και θέλησε να το δείξει έμπρακτα με μια ιστορία για παιδιά, αλλά και για μεγάλους. «Τα κρυμμένα σεντούκια του Αλή Πασά» ταιριάζουν σε ταυτότητες που ξεκινούν από το 10ο έτος και φτάνουν μέχρι εκεί που μπορεί να μετράει ο καθένας.

 

 

 


Μας παρουσίασε το βιβλίο στην πόλη τής ιστορίας της,  στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την 101η  Επέτειο της Απελευθέρωσης της πόλης των Ιωαννίνων, γεγονός ικανό να μετατρέψει μια συμπαθητική εκδήλωση σε κινηματογραφικό και ιστορικό οδοιπορικό. Ακριβώς στις όχθες της Παμβώτιδας, με το Κάστρο, την κυρα-Φροσύνη  γύρω-γύρω πρωταγωνιστές και το Νησί βουβό αλλά εντυπωσιακά ζωντανό σε όλη τη διαδρομή.
Οι ήρωες είναι μικρά παιδιά, που γοητευμένα από την παράδοση, τους θρύλους και την ιστορία γυρεύουν το δικό τους μερίδιο στη δόξα του ενεστώτα. Μαζί τους ο αναγνώστης ταξιδεύει στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα παλάτια του Αλή Πασά, στο χαρέμι, στα πλούτη και αφήνει τη φαντασία του να φτιάχνει εικόνες, να τις πλάθει και να τις γεμίζει. Τα παιδιά ψάχνουν τον θησαυρό του Αλή Πασά με μανία και ζήλο, με την παιδική αφέλεια, που η Μαίρη τόσο εύστοχα περιγράφει. Ψάχνουν με αυταπάρνηση, βήμα-βήμα αποκρυπτογραφώντας τον κώδικα. Και καταλήγουν, και βρίσκουν, και ανακαλύπτουν, φτάνοντας στον στόχο τους,  με την αυτογνωσία σοφών που αφήνει άφωνο τον ενήλικα.
Με φόντο τους μικρούς ήρωες, ξεπροβάλλουν στην επιφάνεια, πρόσωπα, τοπωνύμια, η ιστορία σε κομμάτια, η φύση, το κλίμα,  η γεωγραφία, οι όμορφες Γιαννιώτισσες και οι ικανότατοι Ηπειρώτες, τα Γιάννενα στο σήμερα, αυτό που είναι η πόλη και όλο αυτό το πολιτισμικό, πνευματικό και ιστορικό βάρος, έναν πλούτο που σηκώνει στους ώμους της αιώνες τώρα.
Όσοι δεν έχουν επισκεφθεί τα Γιάννενα, το ελάχιστο που γνωρίζουν είναι οι βροχές που πολιορκούν την πόλη, από τον Σεπτέμβριο μέχρι τους πρώτους μήνες της Άνοιξης, αν και τα τελευταία χρόνια, έχει μειωθεί σημαντικά η περίοδος των βροχών. Κι όμως υπάρχει η εξήγηση της βροχής …από του ιερού περιβόλου το ναό εξερχόμενη… Το όνομα της Δωδωναίας Νύμφης, Διώνη, προέρχεται από το ρήμα «διαίνεσθαι» δηλαδή  υγραίνεσθαι από τη βροχή. Και είναι αυτή η  υγρασία που έχει ποτίσει την πόλη και το συναίσθημα των ανθρώπων της, μετατρέποντας τα δάκρυα της πέτρας που στάζει και γίνεται άγαλμα μαρτυρώντας, ότι η γη έχει στα βάθη της κρυμμένα μυστικά.
Χαιρετηθήκαμε με τη Μαίρη, όπως ακριβώς γνωριστήκαμε,  με χαμόγελο και τρυφερότητα,  υπό το φως της νύχτας, την ηρεμία της λίμνης και τα γλυπτά του Παπαγιάννη, μάρτυρες της συνάντησής μας. Και χωριστήκαμε, για να αναζητήσει η κάθε μία τον δικό της θησαυρό…

* Η Μίλλη Τσουμάνη είναι παραγωγός ραδιοφώνου

Ο κοινός παρανομαστής του λαϊκισμού

Ο κοινός παρανομαστής του λαϊκισμού

Γιάννης Παπαδογιάννης* -  Στο βιβλίο του «Πέρα από το Κραχ – Ξεπερνώντας την πρώτη κρίση της παγκοσμιοποίησης», ο πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Gordon Brown περιγράφει την αγωνία και την υπερπροσπάθεια της κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια του 2008, ώστε να μην υπάρξει μείωση του ΑΕΠ για τρία συνεχόμενα τρίμηνα, κάτι που θα οδηγούσε την οικονομία σε κατάσταση ύφεσης, με κίνδυνο να ενεργοποιηθεί ένας φαύλος κύκλος. Για την ιστορία οι βρετανοί τα κατάφεραν. Στην Ελλάδα βιώνουμε πάνω από 22 τρίμηνα αδιάκοπης μείωσης του ΑΕΠ και οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να κάνουν πολλά περισσότερα για το πώς θα διατηρήσουν το χθες παρά για το πώς θα αναμετρηθούμε με το αύριο.

Η μείωση του ΑΕΠ στο διάστημα 2008-2013 ξεπερνά το 25%, μέγεθος που παραπέμπει σε πόλεμο, όχι σε ύφεση. Δεν υπάρχει κανένα άλλο αντίστοιχο παράδειγμα στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Παντού στον κόσμο όταν λένε ύφεση εννοούν κάποια τρίμηνα, το πολύ ένα χρόνο – σπάνια δύο, συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι αδιανόητο.
Τι φταίει λοιπόν για την αδιανόητη αυτή καταστροφή; Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ευθύνονται οι καταστροφικές πολιτικές του μνημονίου. Άλλοι ο νοεφιλελευθερισμός. Άλλοι το ευρώ, τα δομικά προβλήματα και οι ανισορροπίες της ευρωζώνης. Άλλοι πιστεύουν ότι υπάρχει ένα σχέδιο ξένων για να αγοράσουν την Ελλάδα για ένα κομμάτι ψωμί. Στην άλλη πλευρά άλλες φωνές υποστηρίζουν ότι για την τραγωδία ευθύνεται ο κρατισμός και το τεράστιο κρατικό μόρφωμα που καταναλώνει λαίμαργα και παράγει ελάχιστα. Υπογραμμίζουν την ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης. Μάλιστα κάποιοι αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η χώρα λειτουργεί με τρόπο που θυμίζει ανατριχιαστικά τον τρόπο λειτουργίας των πρώην «δημοκρατιών» της Σοβιετικής Ένωσης. Όλα τα παραπάνω έχουν μικρά ή μεγάλα ψήγματα αλήθειας.
Ωστόσο αυτό που ξεχωρίζει πάνω από όλα είναι η ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για κάτι που έχει επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Πλέον δεν αποτελεί καθόλου πρωτότυπο το να ισχυριστεί κανείς ότι για την σημερινή κατάσταση φταίει το πολιτικό σύστημα και ο κυρίαρχος λαϊκισμός.
Δυστυχώς δεν πρόκειται για υπερβολή. Οι εξελίξεις που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια δείχνουν πέρα για πέρα ότι οι κυβερνήσεις, η πολιτική ηγεσία και το πολιτικό σύστημα δεν φέρουν μόνο την ευθύνη της χρεοκοπίας και της ατιμωτικής επιτροπείας στην οποία βρίσκεται η χώρα, αλλά και της αδυναμίας να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση πράττοντας όλα όσα ήταν αναγκαία για την αναζωογόνηση της οικονομίας.
Η αδράνεια, η απροθυμία για αλλαγές και ο λαϊκισμός του πολιτικού συστήματος βύθισαν την ελληνική οικονομία και την κοινωνία σε μια ύφεση ανάλογη της Μεγάλης Ύφεσης που έπληξε το 1929 τις ΗΠΑ.
Δεξιά – κέντρο και αριστερά στην Ελλάδα έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τον λαϊκισμό. Το 2004 η επανίδρυση του κράτους από τον Κώστα Καραμανλή έγινε μέσω της …μονιμοποίησης των συμβασιούχων. Το 2008 και ενώ η χώρα διολίσθαινε προς την καταστροφή το βασικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ ήταν το «λεφτά υπάρχουν». Ακολούθησε η Νέα Δημοκρατία με το «δεν συναινώ στο λάθος», το Ζάππειο 1 και 2 και την περιβόητη επαναδιαπραγμάτευση. Μετά τις εκλογές του 2012 βέβαια η προσγείωση στην σκληρή πραγματικότητα συνοδευτικέ με ένα μνημόνιο με  πολλαπλάσια μέτρα και αλλαγές σε σχέση με εκείνο του «δεν συναινώ στο λάθος». Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά τις εκλογές του 2012, ο Συνασπισμός υπόσχεται ανατροπές και αλλαγές και μάλιστα όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά συνολικά στην Ευρώπη. Από τη μια μαγική λύση στην άλλη ή καλύτερα από το ένα ψέμα στο άλλο.
Και εκεί έξω, στον πραγματικό κόσμο, οι χρόνος κυλά γρήγορα, η χώρα βυθίζεται στην ύφεση και οι συνθήκες διαβίωσης των πολιτών χειροτερεύουν μέρα με τη μέρα.

* Ο Γιάννης Παπαδογιάννης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας των βιβλίων : HYPERLINK “http://homoeconomicusanodosptosi.wordpress.com/“«Το Άδοξο Τέλος – Η μετέωρη πορεία, η συντριβή και η αναγέννηση των Ελληνικών Τραπεζών» (2013), και, HYPERLINK “http://homoeconomicusanodosptosi.wordpress.com/“«Η Άνοδος και η Πτώση του Homo Economicus – Ο μύθος του ορθολογικού ανθρώπου και η χαοτική

 

Featured Image -- 8921

#Ακολούθησέ με. Εξερευνώντας το Twitter

Originally posted on Garage Blog:

Το Twitter είναι μια πλατφόρμα Κοινωνικής Δικτύωσης με μισό δισεκατομμύριο χρήστες σε όλο τον πλανήτη. Πρόκειται απλά για μια περαστική μόδα ή για κάτι περισσότερο; Γιατί είναι τόσο δημοφιλές; Ποιά είναι η επίδρασή του στην πολιτική; Πώς συνέβαλλε στην Αραβική άνοιξη; Πώς επηρεάζει τις κοινωνικές μας συμπεριφορές και την ψυχολογία μας; Σε τί αφορά τελικά η χρήση του;

Στο ντοκιμαντέρ μοιράζονται τις σκέψεις τους γι’ αυτό το νέο Μέσο του διασυνδεδεμένου κόσμου έλληνες χρήστες και παγκοσμίου φήμης ειδικοί και κριτικοί.

Το “Ακολούθησέ με” εξερευνά την υπόσχεση, τους κινδύνους και τα όρια της νέας εποχής των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης. Ουσιαστικά μάς προσφέρει μια ματιά πάνω στο ψηφιακό κι εικονικό μας παρόν.

Το Μάιο του 2010 ξεκίνησα να γυρίζω ένα ντοκιμαντέρ για την πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Twitter. Μου πήρε 3 ολόκληρα χρόνια για να το ολοκληρώσω. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έχουν γίνει πολλά. Ήδη χρησιμοποιώ το Twitter  4 χρόνια και…

View original 241 more words

Μαρία Πολυδούρη, τα Ποιήματα ( Βιβλιοπωλείο της “ΕΣΤΙΑΣ”)

Εικόνα

 Ήρθα μια μέρα, οδηγημένη απ’ την ιερή σου

αγάπη, εμπρός στο κύμα το γλαυκό

και μ’ άφησες τότε να ιδώ τη φλογερή σου

πληγή στο στήθος σου το νεανικό

 

Τότε μου μίλαες με την ήσυχη φωνή σου

για τη ζωή σου, ατέλειωτο κακό

κι ως ένιωθες βαθιά πως φτάνω ως την ψυχή σου,

ανάβρυζε το δάκρυ σου γλυκό.

 

Κι ήταν χαράς χαρά να κλαίμε τραγουδώντας

στην ίδια λύρα, μάντεμα πικρό

τη μοναξιά μας και σάμπως λησμονώντας

 

με τί χαρά το μέτωπό σου να ραντίσω

με το πικρό της θάλασσας αφρό,

πέρα τα κύματα έτρεχα να προϋπαντήσω.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΟΥΝΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Εικόνα

Από το οπισθόφυλλο

————-

Η Μαρία Πολυδούρη έχει από καιρό περάσει στην περιοχή του λογοτεχνικού μύθου: είναι το σύμβολο της πρόωρα χαμένης ομορφιάς και του μοιραίου έρωτα, της σπαταλημένης νεότητας και της αυθεντικής ποιητικής κατάθεσης

Στην παρούσα έκδοση συγκεντρώνονται για πρώτη φορά όλα τα ευρισκόμενα ποιήματά της, δημοσιευμένα ή χειρόγραφα και πλαισιώνονται με φιλολογικά σχόλια. Η μελέτη Μαρία Πολυδούρη ή “τα ρόδα του αίματος” που περιλαμβάνεται στο επίμετρο  του τόμου, αναδεικνύει τους βασικούς άξονες του έργου της, τη σχέση με την ευρωπαϊκή και την ελληνική λογοτεχνική παράδοση,καθώς και τις περιπέτειες της πρόσληψής του. Ενα κρίσιμο ζήτημα στο οποίο εστιάζει η εργασία της Χριστίνας Ντουνιά είναι αν – και σε ποιο βαθμό – η ποίηση της Πολυδούρη μπορεί να διαβαστεί, όχι μόνον ως μνημείο του παρελθόντος, αλλά σαν μια σύγχρονη ζωντανή τέχνη..

Ο τόμος ολοκληρώνεται με τα Στοιχεία βιογραφίας, όπου ανακοινώνονται νέα ευρήματα για τη ζωή και την καλλιτεχνική διαδρομή της ποιήτριας.